150 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ
Ο Πλεχάνοφ, ο ιδρυτής του ρωσικού μαρξισμού, γεννήθηκε το 1856 στη Γκουντάλοφσκα –ένα χωριό της επαρχίας Λιπέτσκ, του κυβερνείου Τάμποφ, βορειοανατολικά της Μόσχας– από μια οικογένεια ευγενών μικρογαιοκτημόνων, προοδευτικών-δημοκρατικών αρχών.
Διακεκριμένοι εκπρόσωποι της ρωσικής επαναστατικής δημοκρατίας, όπως ο Β. Γ. Μπελίνσκι (συγγενής από τη μάνα του), ο Ν. Γ. Τσερνισέβσκι, ο Ν. Α. Ντομπρολιούμποφ, ο Χέρτσεν και άλλοι διανοητές σε σκληρή και διαρκή σύγκρουση με την τσαρική απολυταρχία, ήταν από παλιά φίλοι και συχνά φιλοξενούμενοι της οικογένειας Πλεχάνοφ και θα μπορούσε να πει κανείς πως αποτέλεσαν το άμεσο περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγάλωσε ο νεαρός Πλεχάνοφ –ήταν αυτοί οι επαναστάτες που στάθηκαν τα σύμβολα-πρότυπα στην ανατροφή και διαπαιδαγώγησή του.
Είναι, όμως, ιδιαίτερα σημαντικό να τονίσουμε ότι το ξεκίνημα της πολιτικής και θεωρητικής δραστηριότητας του Πλεχάνοφ συνέπεσε και καθορίστηκε από την ωρίμανση και την άνοδο του επαναστατικού εργατικού και αγροτικού κινήματος στο τέλος της δεκαετίας του 1870 στην τσαρική Ρωσία.
Έτσι, από φοιτητής ακόμα, ο Πλεχάνοφ άρχισε την επαναστατική του επέμβαση σε άμεση σύνδεση με τους εργάτες της Πετρούπολης, την εξαθλιωμένη αγροτιά και το κίνημα της επαναστατικής πρωτοπορίας. Το 1875, ο νεαρός Πλεχάνοφ εγκαταλείπει το πανεπιστήμιο και προσχωρεί στην οργάνωση των ναρόντνικων που έβγαζαν τότε την επιθεώρηση «Ζεμλιά ι Βόλια» («Γη και Ελευθερία») –στους λαϊκιστές επαναστάτες που πάλευαν να ξεσηκώσουν την αγροτιά ενάντια στη φοβερή καταπίεση και εκμετάλλευση του τσαρικού δεσποτισμού.
Όπως αναφέρει ο Βίκτορ Σερζ, περιγράφοντας τη γέννηση και την ανάπτυξη του εργατικού κινήματος στην αχανή αυτή χώρα: «Η πρώτη σοσιαλιστική εργατική εκδήλωση έγινε στην Πετρούπολη, στο προαύλιο του καθεδρικού ναού του Καζάν, στις 6 του Δεκέμβρη 1876. Εκεί, ο φοιτητής Γκ. Β. Πλεχάνοφ, ο μελλοντικός ηγέτης της ρωσικής Σοσιαλ-δημοκρατίας, σήκωσε, για πρώτη φορά στη Ρωσία, την κόκκινη σημαία...», (βλ. Ο Πρώτος Χρόνος της Ρωσικής Επανάστασης, 1ος τόμος, σελ. 25, εκδόσεις FM/petite collection maspero, 1971).
Με τη σειρά της, η Vera Fomina, μέλος της πενταμελούς Επιτροπής Έκδοσης των «Απάντων» του Πλεχάνοφ, που όρισε η Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ, γράφει χαρακτηριστικά για την πρώτη αυτή περίοδο της πάλης του Πλεχάνοφ:
«Στη διάρκεια των πρώτων χρόνων της δραστηριότητάς του, ο Πλεχάνοφ ήταν ένας από τους θεωρητικούς του λαϊκισμού. Σαν λαϊκιστής αγκιτάτορας “πήγε στο λαό” δυο φορές για να προετοιμάσει την εξέγερση, γιατί πίστευε στη δυνατότητα του περάσματος στο σοσιαλισμό με την αγροτική επανάσταση. Ταυτόχρονα ενδιαφερόταν πολύ γι’ αυτό που ονόμαζε “εργατική υπόθεση”. Κατεύθυνε εργατικούς κύκλους, έπαιρνε το λόγο σε εργατικές συγκεντρώσεις, βοηθούσε στην οργάνωση των απεργιών, δημοσίευε άρθρα και πληροφορίες στην επιθεώρηση “Γη και Ελευθερία”, σύντασσε και μοίραζε προκηρύξεις και τρικ στις εργατικές κινητοποιήσεις και στις απεργίες, καλώντας τους εργάτες στην πάλη. Οι επαφές με τους εργάτες, τονίζει η Vera Fomina, αποδείχνονταν γι’ αυτόν πολύ γόνιμες: τον προετοίμαζαν να καταλάβει τον ιστορικό ρόλο της εργατικής τάξης στο επαναστατικό κίνημα. Η πλήρη κατανόηση αυτού του ρόλου και το πέρασμα στις θέσεις του επαναστατικού προλεταριάτου έγιναν δυνατά μετά το 1880, στη συνέχεια της βαθιάς μελέτης που έκανε ο Πλεχάνοφ του μαρξισμού και του εργατικού κινήματος στη Δυτική Ευρώπη», (βλ. Γκ. Β. Πλεχάνοφ: «Φιλοσοφικά Έργα», 1ος τόμος, σελ. 712, εκδόσεις «Προγκρέ» στα γαλλικά, 1959).
Αργότερα, οι ναρόντνικοι θα διασπαστούν και ένα τμήμα τους, η «Ναρόντναγια Βόλια» («Λαϊκή Θέληση»), θα χρησιμοποιήσει σαν κύριο όπλο της ενάντια στη φεουδαρχική και καπιταλιστική βαρβαρότητα την ατομική τρομοκρατία –κι αυτό στην πορεία θα στοιχίσει χιλιάδες θύματα τόσο στο εργατικό κίνημα της Ρωσίας, όσο και στο διεθνές κίνημα της εργατικής τάξης, καθώς η τρομοκρατία θα αποκτήσει στα επόμενα χρόνια φοβερές διαστάσεις –διαστάσεις παγκόσμιες που στις μέρες μας κορυφώνονται ενάντια στα εγκλήματα του παγκόσμιου-αμερικανικού ιμπεριαλισμού, (την ίδια στιγμή που οι μυστικές υπηρεσίες των ιμπεριαλιστικών κρατών χρησιμοποιούν την ατομική τρομοκρατία με τη μορφή της προβοκάτσιας). Αντίθετα, ο Πλεχάνοφ θα ακολουθήσει έναν άλλο δρόμο: επικεφαλής της Ομάδας «Τσιόρνι Περεντέλ» («Μαύρος Αναδασμός»), θα συνεχίσει την πάλη του στη βάση των προγραμματικών αρχών της «Ζεμλιά ι Βόλια», δηλαδή στη βάση της ανάπτυξης της ταξικής πάλης και της επαναστατικής κινητοποίησης της εργατικής τάξης και των φτωχών χωρικών για τη συντριβή του καπιταλιστικού κράτους και την απελευθέρωση των καταπιεσμένων μαζών της τσαρικής αυτοκρατορίας.
Η Vera Fomina μας πληροφορεί επίσης ότι ο νεαρός Πλεχάνοφ ήταν υπό συνεχή διωγμό, ζούσε ουσιαστικά στην παρανομία και κάθε τόσο συλλαμβανόταν για την επαναστατική του δραστηριότητα από την τσαρική αστυνομία κι ότι λόγω αυτής της καταπίεσης, που συνεχώς εντεινόταν, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη Ρωσία και να καταφύγει στο εξωτερικό, το 1880.
Δραπετεύοντας, όμως, στην Ευρώπη, ο Πλεχάνοφ έρχεται σε επαφή με το ευρωπαϊκό εργατικό κίνημα και κυρίως με τα έργα των Μαρξ και Έγκελς. Και μέσα από μια οξύτατη σύγκρουση με την ιδεολογία και τη μέθοδο των ναρόντνικων, γίνεται ο πρώτος προπαγανδιστής των μαρξιστικών ιδεών τόσο στη Ρωσία όσο και στους ρωσικούς κύκλους στο εξωτερικό. Από τα πρώτα του κιόλας χρόνια στη Ζυρίχη, ο Πλεχάνοφ θα αναδειχθεί ο αδιάλλακτος υπερασπιστής της υλιστικής κοσμοθεωρίας και ο πιο επιφανής παράγοντας του ρωσικού εργατικού κινήματος, που πάλευε να αναπτύξει παραπέρα το μαρξισμό και να προετοιμάσει τους απαραίτητους όρους για την ανατροπή της τσαρικής απολυταρχίας.
«“Το μεγαλείο της φιλοσοφίας του Μαρξ, θα γράψει ο Πλεχάνοφ, συνίσταται στο ότι, σε διάκριση με πολλά άλλα φιλοσοφικά ρεύματα, που καταδικάζουν τον άνθρωπο στην απραξία και την παθητική αποδοχή του πραγματικού, αυτή τον καλεί στη δράση, στη δημιουργία. Ο Μαρξ καλεί το προλεταριάτο στη δράση γιατί είναι η τάξη που πρέπει να παίξει τον μεγάλο ιστορικό ρόλο στη σύγχρονη κοινωνία. Είναι σ’ αυτό το προλεταριάτο, στην επαναστατική τάξη με την πλήρη έννοια του όρου, που απευθύνονται οι μαρξιστές. Το προλεταριάτο χρησιμοποιεί αυτή τη φιλοσοφική θεωρία του Μαρξ ως ένα σίγουρο οδηγό στην πάλη του για απελευθέρωση. Αυτή η θεωρία τού εμφυσά μια ενέργεια χωρίς προηγούμενο. Ολόκληρη η φιλοσοφία της πράξης του μαρξισμού καταλήγει στη δράση”. Ο Πλεχάνοφ αποκαλεί το διαλεκτικό υλισμό φιλοσοφία της δράσης», συμπληρώνει στην παρουσίασή της η Vera Fomina, (όπ.π., σελ. 735).
Το 1883, ο Πλεχάνοφ, μαζί με τον Π. Μπ. Αξελρόντ, τον Λ. Γ. Ντέιτς, την Β. Ι. Ζασούλιτς και τον Β. Ν. Ιγνάτοφ, ίδρυσαν στη Γενεύη την πρώτη ρωσική μαρξιστική οργάνωση –την Ομάδα για την Απελευθέρωση της Εργασίας– και διατύπωσαν τα προγραμματικά της ντοκουμέντα. Η ομάδα αυτή πρόσφερε ανεκτίμητες υπηρεσίες στο ρωσικό εργατικό κίνημα, καθώς μετάφραζαν στα ρωσικά, τύπωναν και διοχέτευαν παράνομα στη αστυνομοκρατούμενη Ρωσία τα έργα των κλασικών του Μαρξισμού: το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, των Μαρξ και Έγκελς, τη Μισθωτή Εργασία και Κεφάλαιο, του Μαρξ, την Ανάπτυξη του Σοσιαλισμού από την Ουτοπία στην Επιστήμη, του Έγκελς, τον Λουδοβίκο Φόιερμπαχ του Έγκελς και τις Θέσεις για τον Φόιερμπαχ του Μαρξ, την Αθλιότητα της Φιλοσοφίας του Μαρξ, κεφάλαια από την Άγια Οικογένεια των Μαρξ-Έγκελς, κλπ., κλπ. Παράλληλα, από το 1890 μέχρι το 1892 ο Πλεχάνοφ και η ομάδα του κυκλοφόρησαν, πρώτα στο Λονδίνο και αργότερα στη Ζυρίχη, τη λογοτεχνική-πολιτική επιθεώρηση «Σοσιαλ-Ντεμοκράτ».
Με όλη αυτή της την προσφορά, η Ομάδα για την Απελευθέρωση της Εργασίας κατάφερε ένα συντριπτικό κτύπημα στους ναρόντνικους κύκλους της Ρωσίας, που ήδη είχαν αρχίσει να παρακμάζουν, ανοίγοντας, έτσι, το δρόμο στην παραπέρα πρόοδο του επαναστατικού κινήματος της εργατικής τάξης που από τότε αναπτύχθηκε με ταχύτατους ρυθμούς. «Η κριτική που έκανε ο Πλεχάνοφ στον αναρχισμό και τον αναρχοσυνδικαλισμό, τονίζει η Vera Fomina, έχει μια τεράστια σημασία στην ιδεολογική πάλη για τη θεμελίωση του διεθνούς εργατικού επαναστατικού κινήματος», (όπ.π., σελ. 714-715). Με την πάλη του ενάντια στον ιδεαλισμό, τη μεταφυσική και τις αντιδραστικές ουτοπίες του λαϊκισμού, ο Πλεχάνοφ υπερασπίστηκε και ανάπτυξε τον υλισμό στη φιλοσοφία και στην ιστορία, αναδείχνοντας τον αντικειμενικό χαρακτήρα των νόμων της κοινωνικής εξέλιξης και τη διαλεκτική του ιστορικού γίγνεσθαι.
Την ίδια εποχή, ο Πλεχάνοφ έγραψε δυο Σχέδια Προγράμματος, το 1884 και το 1887, που υιοθετήθηκαν και εκδόθηκαν από την Ομάδα για την Απελευθέρωση της Εργασίας, και αποτέλεσαν ένα αποφασιστικό βήμα στην προετοιμασία για την ίδρυση του επαναστατικού κόμματος στη Ρωσία. Ταυτόχρονα, έκανε σημαντικές συνεισφορές στην ανάπτυξη και τη διάδοση του μαρξισμού, αφήνοντάς μας μια ολόκληρη κληρονομιά από θεωρητικά άρθρα και βιβλία που έγραψε κείνη την περίοδο. Να ορισμένα απ’ αυτά: Ο Σοσιαλισμός και η Πολιτική Πάλη (1883), Οι Διαφωνίες μας (1885), Δοκίμια Ιστορίας του Υλισμού (1892-1893), Δοκίμιο για την Εξέλιξη της Μονιστικής Αντίληψης στην Ιστορία (1895), Η Υλιστική Αντίληψη της Ιστορίας (1895-1897), Σχετικά με το Ζήτημα του Ρόλου της Προσωπικότητας στην Ιστορία (1898), Η Λεγόμενη Κρίση του Μαρξισμού (1898), Μπέρνσταϊν και Υλισμός (1898), Ο “Καντ” Ενάντια στον Καντ ή Η Πνευματική Διαθήκη του Έντουαρντ Μπέρνσταϊν (1899), Υλισμός και Καντιανισμός (1899), Οι Πρώτες Φάσεις μιας Θεωρίας: η Πάλη των Τάξεων (1900), Κριτικάροντας τους Επικριτές μας (1900), Η Υλιστική Αντίληψη της Ιστορίας (1901), Δεν είναι ο Ουρανός που Βροντά (1901), Εξαιτίας του Βιβλίου του Μπενεντέτο Κρότσε (1902), Καρλ Μαρξ (Μάρτης 1903) και πολλά άλλα που αποτέλεσαν τα σκαλοπάτια που οδήγησαν το ρωσικό προλεταριάτο με την καθοδήγηση του Μπολσεβίκικου Κόμματος στην εξουσία.
Όλη αυτή η πάλη του Πλεχάνοφ και της Ομάδας για την Απελευθέρωση της Εργασίας στάθηκε αποφασιστική για το ρωσικό κομμουνιστικό κίνημα, καταφέρνοντας τα πιο ισχυρά χτυπήματα τόσο στον αναρχισμό και τον ναροντνικισμό όσο και στον μενσεβικισμό που στην ηγεσία του θα κατρακυλήσει αργότερα ο ίδιος ο Πλεχάνοφ. Πρέπει να το πούμε καθαρά –χωρίς την πάλη της Ομάδας για την Απελευθέρωση της Εργασίας και προσωπικά την πάλη του ίδιου του Πλεχάνοφ θα ήταν αδύνατη η νίκη της Οχτωβριανής Επανάστασης.
Να παραθέσουμε ένα απόσπασμα από το πολύ σημαντικό έργο του Πλεχάνοφ, Δοκίμιο για την Εξέλιξη της Μονιστικής Αντίληψης στην Ιστορία, που όπως έγραψε ο Έγκελς στις 30/1/1895 στη Ζασούλιτς «εκδόθηκε την πιο κατάλληλη στιγμή», ενώ ο Λένιν επισημαίνει ότι, μ’ αυτό το βιβλίο «διαπαιδαγωγήθηκε ολόκληρη γενιά ρώσων μαρξιστών», (βλ. «Άπαντα», τόμ. 12, υποσημ. 57, σελ. 446, 1905):
«Συνειδητοποιώντας ότι η αιτία της υποδούλωσής του στην ίδια του την παραγωγή βρίσκεται στην αναρχία της παραγωγής, ο παραγωγός (“ο κοινωνικός άνθρωπος”) οργανώνει την παραγωγή για να την υποτάξει στη θέλησή του. Έτσι, το βασίλειο της αναγκαιότητας παίρνει τέλος. Αρχίζει το βασίλειο της ελευθερίας –μιας ελευθερίας, που, η ίδια, αποδείχνεται αναγκαιότητα. Η αυλαία πέφτει στην προϊστορία της ανθρωπότητας. Η ιστορία αρχίζει...
“Είμαι ένα σκουλήκι”, δηλώνει ο ιδεαλιστής. Ένα σκουλήκι όσο δεν ξέρω, ανταπαντά ο διαλεκτικός υλιστής· είμαι, όμως, ένας θεός από τη στιγμή που ξέρω. Tantum possumus, quantum scimus (μπορούμε να κάνουμε, όσα ξέρουμε)...
Ο διαλεκτικός υλισμός λέει ότι το ανθρώπινο λογικό δεν θα μπορούσε να είναι ο δημιουργός της ιστορίας, αφού το ίδιο είναι το προϊόν της. Αλλά μια και εμφανίστηκε, το προϊόν αυτό δεν πρέπει, και, από τη φύση του, δεν μπορεί, να υποκλίνεται μπροστά στην πραγματικότητα που του κληροδότησε η ιστορία· αναγκαστικά παλεύει να μεταμορφώσει αυτή την πραγματικότητα κατ’ εικόνα και ομοίωσή του, κάνοντάς την πιο λογική.
Η δράση (η ανθρώπινη δραστηριότητα που διέπεται από νόμους, οι οποίοι εκδηλώνονται στο κοινωνικό προτσές της παραγωγής) εξηγεί στον διαλεκτικό υλιστή την ιστορική εξέλιξη του λογικού στον κοινωνικό άνθρωπο. (“Η κοινωνική ζωή είναι ουσιαστικά πρακτική. Όλα τα μυστήρια που εκτρέπουν τη θεωρία στο μυστικισμό βρίσκουν τη λογική τους λύση στην ανθρώπινη πράξη και στην κατανόηση αυτής της πράξης”). Η φιλοσοφία της πράξης του διαλεκτικού υλισμού τον επαναφέρει εξολοκλήρου στη δράση. Ο διαλεκτικός υλισμός είναι μια φιλοσοφία της δράσης...
Αντίθετα με τον υποκειμενισμό, ο διαλεκτικός υλισμός δεν περιορίζει τα δικαιώματα του λογικού. Γνωρίζει ότι τα δικαιώματα του λογικού είναι τόσο απέραντα και απεριόριστα όσο και οι δυνάμεις του. Διακηρύσσει ότι καθετί το λογικό που υπάρχει στο ανθρώπινο κεφάλι, δηλαδή καθετί που δεν είναι ψευδαίσθηση, μα αληθινή γνώση του πραγματικού, θα περάσει αναγκαστικά σ’ αυτό το πραγματικό, και αναγκαστικά θα φέρει και τη δική του συμβολή στο λογικό...
Αφού το λογικό δεν μπορεί να νικήσει την τυφλή αναγκαιότητα παρά όταν έχει συλλάβει, όταν έχει γνωρίσει τους εσωτερικούς της νόμους, η πρόοδος της γνώσης, η πρόοδος της συνείδησης, γίνεται το μεγαλειώδες και το ύψιστο καθήκον της σκεπτόμενης προσωπικότητας. “Licht, mehr Licht!” (“Φως, περισσότερο Φως!”)[1], αυτό είναι που χρειάζεται πάνω απ’ όλα...
Ο σύγχρονος διαλεκτικός υλισμός παλεύει για την εξαφάνιση των τάξεων. Γεννημένος όταν αυτή η εξαφάνιση έγινε ιστορική αναγκαιότητα, απευθύνεται στους παραγωγούς που οφείλουν να γίνουν οι ήρωες της περιόδου που έρχεται. Έτσι, για πρώτη φορά από τότε που ο κόσμος έγινε κόσμος και η γη περιστρέφεται γύρω από τον ήλιο, πραγματοποιείται η σύνδεση της επιστήμης με τους εργάτες· η επιστήμη έρχεται να βοηθήσει τις εργαζόμενες μάζες· και οι μάζες αυτές, στην ανάπτυξη της συνείδησής τους, στηρίζονται στην επιστήμη», [Γκ. Πλεχάνοφ (Ν. Μπέλτοφ): Η Εξέλιξη για την Ανάπτυξη της Μονιστικής Αντίληψης στην Ιστορία, εκδόσεις Αναγνωστίδη, σελ. 261-266, και γαλλικά, Γκ. Πλεχάνοφ: Φιλοσοφικά Έργα, τόμ. 1ος, σελ. 629-633]. Πρέπει, ωστόσο, να υπενθυμίσουμε ότι ο πραγματικός τίτλος του βιβλίου είναι, Δοκίμιο για την Ανάπτυξη της Μονιστικής Υλιστικής Αντίληψης στην Ιστορία, αλλά ο Πλεχάνοφ αφαίρεσε σκόπιμα το «Υλιστικής» –ένα «ηθελημένο λάθος», όπως έλεγε ο ίδιος, για να παραπλανήσει την τσαρική λογοκρισία. Να πούμε επίσης ότι το σημαντικό αυτό έργο ο Πλεχάνοφ το έγραψε το 1895 στο Λονδίνο όπου είχε καταφύγει μετά την απέλασή του από τη γαλλική κυβέρνηση το 1894.
Αναφερόμενος στην αργή και βασανιστική πορεία ανάπτυξης της γνώσης, από το μηχανιστικό υλισμό στους ιδεαλιστές φιλόσοφους κι από κει στον διαλεχτικό και ιστορικό υλισμό των Μαρξ-Έγκελς, ο Πλεχάνοφ τονίζει:
«Η αδυναμία του ιδεαλισμού να εξηγήσει τα φαινόμενα της Φύσης και την εξέλιξη των κοινωνιών έμελλε να υποχρεώσει –και πραγματικά υποχρέωσε– τα όντα που σκέπτονται (δηλαδή ούτε τους εκλεκτικούς, ούτε τους δυϊστές) να επιστρέψουν στην υλιστική κοσμοαντίληψη. Αλλά ο καινούργιος υλισμός δεν μπορούσε να είναι πια μια επανάληψη των διδασκαλιών των Γάλλων υλιστών του 18ου αιώνα. Ο (σύγχρονος) υλισμός αναφάνηκε πάλι εμπλουτισμένος με όλες τις κατακτήσεις του ιδεαλισμού, που η πιο σπουδαία τους ήταν η διαλεκτική μέθοδος: η έρευνα των φαινομένων στην εξέλιξή τους, τη γένεση και την καταστροφή τους. Η μεγαλοφυία που αντιπροσώπευε την καινούργια αυτή κατεύθυνση της σκέψης ήταν ο Καρλ Μαρξ». Αλλά «ο Μαρξ δεν ήταν ο πρώτος που πήρε τα όπλα ενάντια στον ιδεαλισμό. Τη σημαία της επανάστασης την ύψωσε ο Λούντβιχ Φόιερμπαχ. Ύστερα, λίγο αργότερα απ’ τον Φόιερμπαχ, εμφανίστηκαν στη σκηνή οι αδερφοί Μπάουερ: οι αντιλήψεις των Μπάοερ αξίζουν ιδιαίτερη προσοχή από μέρους του σημερινού ρώσου αναγνώστη. Οι αντιλήψεις των Μπάουερ ήταν η αντίδραση ενάντια στον ιδεαλισμό του Χέγκελ. Παρ’ όλ’ αυτά, οι ίδιοι ήταν διαποτισμένοι μ’ έναν αληθινά επιπόλαιο, μονόπλευρο και εκλεκτικό ιδεαλισμό... Ο εκλεκτικός ιδεαλισμός των αδελφών Μπάουερ ήταν η βάση της τρομερής, και μπορεί να λεχτεί αποκρουστικής ματαιοδοξίας των “κριτικά σκεπτόμενων” γερμανών “διανοούμενων” της δεκαετίας του 1840... Ο ανελέητος πολέμιος και κατήγορος αυτής της ματαιοδοξίας ήταν ο Μαρξ...
Ο Μαρξ που συνέδεσε όλα τα αποτελέσματα της επιστημονικής γνώσης και της φιλοσοφικής σκέψης της εποχής του, συμφωνεί απόλυτα με τους γάλλους ιστορικούς και τον Χέγκελ» ότι «οι “σχέσεις ιδιοκτησίας” αποτελούν το βασικό θεμέλιο ολόκληρης της κοινωνικής δομής». «Πείστηκα», τονίζει ο Μαρξ στον Πρόλογο της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας του, «ότι οι νομικές σχέσεις, όπως κι οι μορφές του κράτους, δεν μπορούν να κατανοηθούν ούτε από μόνες τους, ούτε από τη λεγόμενη γενική εξέλιξη του ανθρώπινου πνεύματος, ότι η ρίζα τους βρίσκεται μάλλον μέσα στους υλικούς όρους, που ο Χέγκελ, ακολουθώντας το παράδειγμα των Άγγλων και των Γάλλων του 18ου αιώνα, τους περιλάμβανε μέσα στο όνομα “πολιτική κοινωνία” (burgerliche Gesellschaft – Societe civile) κι ότι όπως και νά ’χει την ανατομία της αστικής κοινωνίας πρέπει να την αναζητήσουμε μέσα στην πολιτική οικονομία», (όπ.π., σελ., 131, 135, 139-140).
Όπως έκανε αργότερα ο Λένιν, ο Πλεχάνοφ, υπερασπίζοντας τον διαλεκτικό και ιστορικό υλισμό στις δεκαετίες του 1880 και 1890, πάλεψε σκληρά και αδιάλλακτα, και σ’ όλα του τα έργα, τους λαϊκιστές τύπου Μιχαϊλόβσκι, Κριβένκο, Καρέγεφ κτλ., που πίστευαν σε μια μη καπιταλιστική ανάπτυξη της Ρωσίας –ότι η αγροτική κομμούνα μπορεί όχι απλά να αντιπαρατεθεί στον καπιταλισμό, αλλά και να αποτελέσει το κύριο πλεονέκτημα στη μετάβαση της χώρας στο σοσιαλισμό. Απορρίπτοντας τον ιδιαίτερο αυτό δρόμο κοινωνικής εξέλιξης που ονειρεύονταν οι εκπρόσωποι της υποκειμενικής μεθόδου στην κοινωνιολογία, ο Πλεχάνοφ τους απαντούσε: «Η Ρωσία έχει ήδη μπει στον κεφαλαιοκρατικό δρόμο». Έτσι, η κύρια επαναστατική δύναμη στον αγώνα ενάντια στην τσαρική απολυταρχία και τον καπιταλισμό είναι το αναπτυσσόμενο προλεταριάτο και στην πρώτη γραμμή των καθηκόντων μπαίνει η πάλη για την οικοδόμηση του σοσιαλιστικού επαναστατικού κόμματος της εργατικής τάξης. «Το επαναστατικό κίνημα στη Ρωσία δεν μπορεί να θριαμβεύσει παρά σαν επαναστατικό κίνημα της εργατικής τάξης. Δεν υπάρχει άλλη και δεν μπορεί να υπάρξει άλλη λύση», τόνιζε ακλόνητος ο Πλεχάνοφ στην ομιλία του στο Πρώτο Συνέδριο της Σοσιαλιστικής Διεθνούς στο Παρίσι (14-21 του Ιούλη 1889). Αλλά εκείνο που είχε ιδιαίτερη σημασία για τον Πλεχάνοφ και το μαρξισμό ήταν το γεγονός ότι η προσπάθεια των λαϊκιστών να αντιμετωπίσουν τον τσαρισμό στο επίπεδο των μονομάχων «ηρώων» που κρατούσαν μια μπόμπα στο χέρι, ήταν το κύριο εμπόδιο για κάθε επαναστατική πρωτοβουλία και κινητοποίηση της εργατικής τάξης και της αγροτιάς κι αυτό τους απομόνωσε από τους κοινωνικούς αγώνες και ύστερα από λίγα χρόνια έσπρωξε τους λαϊκιστές ηγέτες στην αγκαλιά του φιλελευθερισμού.
Αντίθετα, ο Πλεχάνοφ είναι επαναστάτης μαρξιστής: ξεκινάει πάντα από την ταξική αναμέτρηση, φωτίζοντας αδιάκοπα το πεδίο της μάχης με τον προβολέα της θεωρίας της γνώσης του μαρξισμού. «Η ύπαρξη του εξωτερικού κόσμου, επιμένει ο Πλεχάνοφ, δεν μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση. Τα αισθήματά μου είναι το αποτέλεσμα της δράσης που ασκούν πάνω μου τα εξωτερικά αντικείμενα· έτσι αντιστοιχούν, και δεν μπορούν να μην αντιστοιχούν, στις σχέσεις ανάμεσα στα εξωτερικά αντικείμενα. Απ’ όπου απορρέει ότι η γνώση του αντικειμένου είναι πάντα μια γνώση διαμέσου των αισθημάτων που προκαλεί το αντικείμενο. Το αίσθημα, η σύλληψη των αντικειμένων που υπάρχουν έξω από μας, αποτελούν το θεμέλιο της γνώσης», (όπ.π., σελ. 744). Απ’ αυτό το χαράκωμα ξεκινούσε πάντα ο Πλεχάνοφ κι έτσι μπόρεσε να αναγνωρίσει τα διάφορα προτσές και να παλέψει νικηφόρα όλους τους ιδεαλιστές εχθρούς του μαρξισμού, τους ναρόντνικους λαϊκιστές τύπου Μιχαϊλόβσκι, τον μπρενσταϊνισμό και τον καουτσκισμό, τους Μιλεράν και τους Προυντονιστές, τους οικονομιστές και τον στρουβισμό, τον θετικισμό και τον καντιανισμό, τους εμπειριοκριτικιστές και τους οτσοβιστές –όλους τους αντιπάλους, μικρούς ή μεγάλους, σοβαρούς ή επιπόλαιους, του διαλεκτικού και ιστορικού υλισμού.
Στο μεταξύ, ο Πλεχάνοφ είχε γνωριστεί και είχε συχνές επαφές με τον Έγκελς και συμμετείχε ενεργά στις εργασίες της Δεύτερης Διεθνούς από το 1889 που ιδρύθηκε. Στη συνέχεια, ο Πλεχάνοφ ορίστηκε ως ο επίσημος αντιπρόσωπος των ρωσικών ομίλων, και αργότερα του Σοσιαλ/Δημοκρατικού Εργατικού Κόμματος της Ρωσίας, στη Διεθνή Σοσιαλιστική Γραμματεία. Δημιούργησε επίσης φιλίες και συντροφικές σχέσεις συνεργασίας με πολλούς ηγέτες του ευρωπαϊκού εργατικού κινήματος. Μέσα από την εκτεταμένη αυτή προσφορά και πάλη της Απελευθέρωσης της Εργασίας άρχισαν να δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για την κατοπινή ίδρυση του ΣΔΕΚΡωσίας.
Πρέπει, βέβαια, να τονίσουμε ότι αργότερα, και παράλληλα με τον Πλεχάνοφ, ο Λένιν, μαζί με μια ολόκληρη ομάδα επαναστατών στη Ρωσία (Α. Βανέγεφ, Π. Ζαπορόζετς, Ν. Κρούπσκαγια, Γ. Κρζιζανόβσκι, Λ. Μάρτοφ, Ι. Μπάμπουσκιν Μ. Σίλβιν, Β. Σιλγκουνόφ, Β. Στάρκοφ, και πολλούς άλλους), δούλευαν, από τις αρχές της δεκαετίας του 1890, προς την ίδια κατεύθυνση. Στις οικονομικές μελέτες του, αλλά κυρίως στο έργο του: Τι είναι οι “Φίλοι του Λαού” και πως Πολεμούν τους Σοσιαλδημοκράτες; («Άπαντα», τομ. 1ος, σελ. 125-344,1894), ο Λένιν αποκάλυψε και αντέκρουσε τους θεωρητικούς του ναροντνικισμού και της υποκειμενικής μεθόδου στην κοινωνιολογία (Μιχαϊλόβσκι, Βοροντσόφ, Γιουζακόφ και Κριβένκο). Το υλικό που συγκέντρωσε ο Λένιν για μια Απάντηση στα Άρθρα του “Ρούσκογιε Μπογκάτστβο” («Ρωσικός Πλούτος»), χρησιμοποιήθηκε το 1892-1893 για διαλέξεις στους κύκλους των μαρξιστών της Σαμάρα και αργότερα (στα μέσα του 1894) πολυγραφήθηκε και σαν βιβλίο πια κυκλοφόρησε παράνομα στη Ρωσία και στους κύκλους του εξωτερικού.
Τον Απρίλη του 1895 ο Λένιν ταξίδεψε για πρώτη φορά στη Ζυρίχη για να γνωριστεί με την ομάδα Πλεχάνοφ και να συντονίσει την επαναστατική πάλη στη Ρωσία με τη σημαντική αυτή προσπάθεια στο εξωτερικό. Το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου ο Λένιν ίδρυσε την Ένωση του Αγώνα για την Απελευθέρωση της Εργατικής Τάξης, που βρήκε μεγάλη απήχηση στους ρωσικούς επαναστατικούς κύκλους. Παρά το σκληρό κτύπημα που τους κατάφερε το Δεκέμβρη του 1895 ο τσαρισμός και παρότι ο Λένιν βρισκόταν ακόμα στη φυλακή, το Μάρτη του 1898 [1-3 (13-15)] έγινε το Πρώτο Συνέδριο του Σοσιαλ/Δημοκρατικού Εργατικού Κόμματος Ρωσίας, στο Μινσκ της Λευκορωσίας.
Στο Ιδρυτικό αυτό Συνέδριο πήραν μέρος εννιά αντιπρόσωποι από τέσσερεις τοπικές οργανώσεις της Ένωσης του Αγώνα για την Απελευθέρωση της Εργατικής Τάξης (Πετρούπολης, Μόσχας, Αικατερινοσλάβ και Κίεβου) και αντιπρόσωποι από τις ομάδες «Ραμπότσαγια Γκαζέτα» («Εργατική Εφημερίδα») και Μπουντ –τη Γενική Εβραϊκή Εργατική Ένωση της Ρωσίας. Η ίδρυση του ΣΔΕΚΡ ήταν ένα τεράστιο βήμα μπροστά –αν και αμέσως η Οχράνα αποκάλυψε και η αστυνομία συνέλαβε ολόκληρη την Κ.Ε. που έκλεξε το Συνέδριο και κατάσχεσε το τυπογραφείο της εφημερίδας «Ραμπότσαγια Γκαζέτα» που το Ιδρυτικό Συνέδριο είχε ανακηρύξει σαν επίσημο όργανο του Κόμματος. Με την πάλη, βέβαια, της εργατικής τάξης στο εσωτερικό και τη βοήθεια των ομίλων του εξωτερικού, το ΣΔΕΚΡ επούλωσε γρήγορα της πληγές του.
Ταυτόχρονα θα πρέπει να πούμε ότι ο Πλεχάνοφ και η ομάδα για την Απελευθέρωση της Εργασίας είχαν πολλά πολιτικά και μεθοδολογικά προβλήματα καθώς ήταν τελείως αποκομμένοι από το μαχόμενο εργατικό κίνημα κι έτσι εκτεθειμένοι στις ρεφορμιστικές πιέσεις των ευρωπαίων σοσιαλδημοκρατών ηγετών. Κι αυτό ήταν το μεγάλο ζήτημα που αργότερα θα εκδηλωθεί με τη μορφή του μενσεβικισμού στο ρωσικό επαναστατικό κίνημα. Γι’ αυτό ο Λένιν τονίζει ότι η Απελευθέρωση της Εργασίας «έβαλε μόνο το θεωρητικό θεμέλιο της σοσιαλδημοκρατίας και έκανε το πρώτο βήμα προς το εργατικό κίνημα».
Ως εκπρόσωπος της Απελευθέρωσης της Εργασίας, ο Πλεχάνοφ συμμετείχε στο Δεύτερο Συνέδριο του ΣΔΕΚΡ στις Βρυξέλλες και (μετά το κυνηγητό της αστυνομίας) στο Λονδίνο. Εκλέχτηκε μέλος του προεδρείου του, και μαζί με τον Λένιν υπεράσπισαν τις επαναστατικές αρχές του μαρξισμού ενάντια στους οπορτουνιστές. Το Πρόγραμμα του ΣΔΕΚΡ που κατατέθηκε για ψήφιση στο Συνέδριο συντάχτηκε από τον ίδιο τον Πλεχάνοφ και «θεωρήθηκε, τροποποιήθηκε και εγκρίθηκε» από την συνταχτική επιτροπή της εφημερίδας «Ίσκρα» και του περιοδικού «Ζαριά», με πρωτεργάτη πάντα τον Λένιν, (βλ. Λένιν: «Άπαντα», τόμ. 41, σελ. 369, 1920).
Όμως, παρά τη μεγάλη του προσφορά, ο Πλεχάνοφ στη συνέχεια και κάτω από το βάρος των ευρωπαϊκών ρεφορμιστικών παραδόσεων και επιρροών, δεν μπόρεσε να συλλάβει τη νέα εποχή –την εποχή του ιμπεριαλισμού και τα καθήκοντα που καθόριζε για το ρωσικό και το παγκόσμιο εργατικό κίνημα ο νέος αιώνας των πολέμων και των επαναστάσεων. Έτσι, άρχισε να ταλαντεύεται και να σέρνεται προς τη μειοψηφία, τους οπορτουνιστές-μενσεβίκους –βάζοντας σε άμεσο κίνδυνο τις επαναστατικές αποφάσεις και προοπτικές του Δεύτερου Συνέδριου του ΣΔΕΚΡ.
Στο τέλος του Νοέμβρη του 1903, ο Πλεχάνοφ πέρασε στο μενσεβικισμό και έγινε ένας από τους ηγέτες του. Έτσι, πρόσφερε κυριολεκτικά στους οπορτουνιστές τη συνταχτική επιτροπή της «Ίσκρα», δίνοντάς τους τη δυνατότητα να αποκτήσουν την πλειοψηφία στο Συμβούλιο του Κόμματος και σ’ ένα επόμενο στάδιο, το καλοκαίρι του 1904, να αρπάξουν την πλειοψηφία της Κεντρικής Επιτροπής του Κόμματος. [Βέβαια, ο Λένιν και η φράξια των Μπολσεβίκων είχαν πάντα τη δική τους (παράνομη) ηγεσία μέσα ΣΔΕΚΡ, που συνέχισε την πάλη για ηγεσία στο κόμμα της εργατικής τάξης].
Στη διάρκεια της Επανάστασης του 1905, σαν μενσεβίκος-δημοκράτης, ο Πλεχάνοφ υποστήριζε τον κοινοβουλευτισμό και τη συμμαχία με τη δημοκρατική μπουρζουαζία, εναντιωνόμενος στις ένοπλες εξεγέρσεις του 1905-1906 («δεν έπρεπε να πάρουμε τα όπλα», έλεγε).
Γι’ αυτό και ο Λένιν και γενικότερα οι μπολσεβίκοι τον πολέμησαν ανελέητα. Να αναφέρουμε μια μονάχα παράγραφο από τις τόσες πολεμικές του Λένιν ενάντια στις μενσεβίκικες θεωρίες του Πλεχάνοφ –πολεμικές που δημοσιεύτηκαν στα επίσημα όργανα της μπολσεβίκικης φράξιας, «Βπεριόντ» και «Προλετάρι», μετά την «Ίσκρα». Στο Νο 7, (10/11/1906) της «Προλετάρι» ο Λένιν πρόσθεσε ένα υστερόγραφο στο άρθρο του, «Η Σοσιαλδημοκρατία και η Εκλογική Καμπάνια», όπου τόνιζε:
«Το άρθρο αυτό είχε πια γραφεί, όταν στην εφημέρίδα “Τοβάριστς” εμφανίστηκε το “Ανοιχτό Γράμμα προς τους Συνειδητούς Εργάτες” του Γκ. Β. Πλεχάνοφ. Στο γράμμα αυτό ο Πλεχάνοφ, “ελισσόμενος” ανάμεσα στην αριστερή πτέρυγα της αστικής τάξης και στη δεξιά πτέρυγα της σοσιαλδημοκρατίας, ξεκόβει οριστικά και από τις αρχές της διεθνούς επαναστατικής σοσιαλδημοκρατίας και από τις αποφάσεις του Ενωτικού Συνεδρίου του Κόμματος[2]. Το συνέδριο του κόμματος απαγόρευσε επίσημα κάθε συνασπισμό με τα αστικά κόμματα. Το συνειδητό, το οργανωμένο προλεταριάτο ονομάζει στις κομματικές του συγκεντρώσεις κάθε συνασπισμό με την αστική τάξη “προδοσία της υπόθεσης του προλεταριάτου”», (Λένιν: «Άπαντα», τόμ. 14, σελ.72, 1906).
Όπως φαίνεται κι από την εφημερίδα που έβγαζε στη Γενεύη (το «Ημερολόγιο του Σοσιαλδημοκράτη»), ο Πλεχάνοφ ακολουθούσε ιδιαίτερα δεξιές μενσεβίκικες οπορτουνιστικές απόψεις από τότε που προσχώρησε στους μενσεβίκους μέχρι και το 1908.
Αντίθετα, στη σύγκρουση με τους μαχιστές που ακολούθησε, όταν τέθηκαν υπό αμφισβήτηση οι μεθοδολογικές κατακτήσεις του κινήματος, ο Πλεχάνοφ στάθηκε στο πλευρό του Λένιν και της μπολσεβίκικης φράξιας, υπερασπίζοντας το μαρξισμό. Παράλληλα αντιτάχτηκε και πάλεψε αδιάλλαχτα τους λικβινταριστές μενσεβίκους, που θέλανε να διαλύσουν τις παράνομες οργανώσεις του Κόμματος, μπαίνοντας επικεφαλής της ομάδας των «κομματικών μενσεβίκων» που συνεργάστηκαν με τους μπολσεβίκους. Από το 1908 μέχρι το 1912 ο Πλεχάνοφ στάθηκε στο πλευρό του Λένιν ενάντια στον εμπειριοκριτικισμό, και ήταν ο μόνος θεωρητικός της Δεύτερης Διεθνούς που έγραψε άρθρα ενάντια στον Μπογκντάνοφ και τον Λουνατσάρσκι και κατάγγειλε τον Σουλιάτικοφ σαν εκχυδαϊστή του μαρξισμού. Είναι τότε που έκανε και την τελευταία του συνεισφορά στο μαρξισμό, γράφοντας: Τα Θεμελιώδη Ζητήματα του Μαρξισμού , (1908) και τον Μαχόμενο Υλισμό –μια απάντηση στον κ. Μπογκντάνοφ, (1908-1910), κλπ.
«Η καλύτερη ανάλυση της φιλοσοφίας του Μαρξισμού και του ιστορικού υλισμού, θα γράψει ο Λένιν το Φθινόπωρο του 1914 στη μπροσούρα του: ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ (Σύντομη Βιογραφική Σκιαγραφία με Έκθεση του Μαρξισμού), «είναι η ανάλυση του Γκ. Β. Πλεχάνοφ: “Μέσα σε 20 Χρόνια”, Πετρούπολη, 1909 (3η έκδοση)· “Από την Άμυνα στην Επίθεση”, Πετρούπολη, 1910· “Τα Θεμελιώδη Ζητήματα του Μαρξισμού”, Πετρούπολη, 1908· “Κριτική των Κριτικών μας”, Πετρούπολη, 1906· “Σχετικά με το Ζήτημα της Εξέλιξης της Μονιστικής Αντίληψης της Ιστορίας”, Πετρούπολη 1908, κ.ά. έργα», (βλ. Λένιν: «Άπαντα», τόμ. 26, σελ. 87, 1914).
Αλλά η προσφορά του, ιδιαίτερα μετά το 1914, ήταν πια ανεπαρκής, περιορισμένη, αντιδραστική, γιατί ήταν αδύνατο να υπερασπιστεί τον διαλεκτικό υλισμό από τις θέσεις της σοσιαλπροδοσίας και του μενσεβικισμού! Έτσι, η επαναστατική σταδιοδρομία και η προσφορά του διαλεκτικού υλιστή Πλεχάνοφ έφθασε στο τέλος της.
Κριτικάροντας τον πρόλογο του στη δεύτερη έκδοση του Λουδοβίκου Φόιερμπαχ στα ρωσικά, το 1905, ο Λένιν γράφει: «Πόσο ρηχές είναι οι επιθέσεις του και τα “κεντήματά” του κατά των μαχιστών! Για μένα αυτό είναι ακόμα πιο δυσάρεστο, γιατί κατά βάθος, η κριτική που κάνει ο Πλεχάνοφ στον Μαχ, μου φαίνεται σωστή», (βλ. Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός, σελ. 419, υποσημείωση 93, 1908). Αλλά το να παλεύει κανείς ενάντια στον Μαχ, χωρίς να αναφέρεται στη σύνδεση που κάνουν οι μαχιστές ανάμεσα στις ιδεαλιστικές απόψεις τους και τις νέες ανακαλύψεις στις Φυσικές Επιστήμες, για τον Λένιν «σημαίνει να περιφρονεί το πνεύμα του διαλεκτικού υλισμού, δηλαδή να θυσιάζει τη μέθοδο του Έγκελς στο γράμμα του Έγκελς».
Αργότερα ο Λένιν, στα Φιλοσοφικά Τετράδιά του, το 1915, θα γενικεύσει την κριτική του ενάντια στους περιορισμούς και τα λάθη του Πλεχάνοφ:
«Ο Πλεχάνοφ, θα γράψει, κριτικάρει τον καντιανισμό (και τον αγνωστικισμό γενικά), περισσότερο από την άποψη του χυδαίου υλισμού παρά από την άποψη του διαλεκτικού υλισμού, στο βαθμό που απορρίπτει οριακά (a limine) μόνο τους συλλογισμούς τους και δεν τους διορθώνει (όπως ο Χέγκελ διόρθωνε τον Καντ), βαθαίνοντάς τους, γενικεύοντάς τους και ευρύνοντάς τους, δείχνοντας τις διασυνδέσεις και τις μεταβάσεις όλων των εννοιών, κάθε λογής εννοιών», (όπ.π., σελ. 161).
Ο Πλεχάνοφ, σχολιάζει παρακάτω ο Λένιν, έγραψε χιλιάδες σελίδες για τη φιλοσοφία, αλλά για «τη διαλεκτική σαν φιλοσοφική επιστήμη, nil! (τίποτε!)».
«Η διαλεκτική είναι η θεωρία της γνώσης (του Χέγκελ και) του μαρξισμού. Αυτή είναι η “πλευρά” του ζητήματος (και δεν είναι “μια πλευρά”, αλλά η ουσία του ζητήματος) στην οποία ο Πλεχάνοφ... δεν έδοσε προσοχή», καταλήγει ο Λένιν (όπ.π., σελ. 321).
Πάνω στην ίδια βάση αναπτύσσει την κριτική του και ο ρώσος φιλόσοφος Ιλιένκοφ κατηγορώντας τον Πλεχάνοφ ότι «δεν κατάλαβε τη διαλεκτική σαν θεωρία της γνώσης και σαν λογική του σύγχρονου υλισμού».
«Από εδώ συνάγεται και η ανικανότητα του Πλεχάνοφ να αντιπαραθέσει στη μαχιστική γνωσιολογία την υλιστική θεωρία της γνώσης, ν’ αναπτύξει μια πραγματικά θετική αντι-αντίληψη στις μαχιστικές αντιλήψεις για τη σχέση φιλοσοφίας και φυσικών επιστημών. Η κριτική που άσκησε στο μαχισμό παραμένει στην ουσία αρνητική, καταστροφική, χωρίς να προτείνει τίποτα, στη θέση του κατεστραμμένου. Ο Λένιν όμως στη θέση της μαχιστικής αντίληψης για τη γνώση που ο ίδιος καταστρέφει, προσφέρει στην πορεία του γκρεμίσματος της τη διαλεκτική σαν πραγματική θεωρία της γνώσης και σαν λογική του Μαρξ και του Έγκελς που ο ίδιος εκθέτει. Σ’ αυτό συνίσταται και η υπεροχή της κριτικής του Λένιν στο μαχισμό, σε σύγκριση μ’ αυτήν του Πλεχάνοφ», (Έβαλντ Ιλιένκοφ: Η Διαλεκτική του Λένιν και η Μεταφυσική του Θετικισμού, σελ. 139, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», 1988).
Ο Πλεχάνοφ έζησε ως πολιτικός εξόριστος στην Ελβετία, την Ιταλία, τη Γαλλία και τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, από το Γενάρη του 1880 μέχρι το Φλεβάρη του 1917 που ανατράπηκε ο τσαρισμός –37 ολόκληρα χρόνια. Η έκρηξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, το 1914, που οριοθετούσε το πέρασμα του καπιταλισμού στο ιμπεριαλιστικό του στάδιο, οδήγησε την ανθρωπότητα στο έσχατο σημείο της βαρβαρότητας και τους ηγέτες της σοσιαλδημοκρατίας, με ελάχιστες εξαιρέσεις (Λένιν, Τρότσκι, Λούξεμπουργκ, Λίμπκνεχτ κλπ.), στο βάλτο του πατριωτισμού. Ήταν αυτό το κύμα που παρέσυρε και τον ταλαντευόμενο Πλεχάνοφ και τον πέταξε στο στρατόπεδο του σοσιαλ-σοβινισμού.
Με την Επανάσταση του Φλεβάρη, ο Πλεχάνοφ επέστρεψε αμέσως στη Ρωσία και τέθηκε επικεφαλής της πιο δεξιάς πτέρυγας των μενσεβίκων-αμυνιτών («Γεντίνστβο»-«Ενότητα»), δεμένος στο άρμα των ρεφορμιστικών-αντεπαναστατικών απόψεων της Δεύτερης Διεθνούς. Στάθηκε στο πλευρό της Προσωρινής Κυβέρνησης και υποστήριξε την πολιτική της «συνέχισης του πολέμου μέχρι τη νίκη». Αντιτάχτηκε πολιτικά στην Οκτωβριανή Επανάσταση, αλλά χωρίς να πάρει μέρος στην πάλη ενάντια στη σοβιετική εξουσία.
Μάλιστα, όπως αναφέρει ο Α. Βορόνσκι, ηγετικό στέλεχος της τροτσκιστικής Αριστερής Αντιπολίτευσης που εκτελέστηκε από τον Στάλιν, ο Κερένσκι του υποσχέθηκε, το 1918, υπουργοποίηση αν τον βοηθούσε να καταλάβει με τον Κράσνοφ και τους κοζάκους του την Πετρούπολη ενάντια στους εξεγερμένους εργάτες. Η απάντηση του Πλεχάνοφ δεν ήταν βέβαια επαναστατική, ήταν όμως καθαρή: «Έχω δόσει σαράντα χρόνια από τη ζωή μου στο προλεταριάτο και δεν σκοπεύω να τα πετάξω, ακόμα κι όταν το προλεταριάτο ακολουθεί λάθος δρόμο», (δες το «Σημείωμα για τον Πλεχάνοφ» του Τρότσκι στο Marxist’ Internet Archive).
Ο Πλεχάνοφ πέθανε στις 30 του Μάη 1918 σ’ ένα σανατόριο της Φιλανδίας και τάφηκε στο Λένινγκραντ δίπλα από τους τάφους των Μπελίνσκι και Ντομπρολιούμποφ.
Είναι σημαντικό, όπως το έχουμε ήδη πει, να τονίσουμε ξανά ότι ο Λένιν (και το Μπολσεβίκικο Κόμμα) δεν του χαρίστηκαν ποτέ –ακόμα κι όταν ήταν ο πιο συνεπής σύμμαχός τους. Φτάνει μια ματιά στα «Άπαντα» του μπολσεβίκου ηγέτη για να το διαπιστώσει κανείς. Είναι, άλλωστε, γνωστή η πάλη του Λένιν ενάντια στο πρόγραμμα που εισηγήθηκε ο Πλεχάνοφ στο Δεύτερο Συνέδριο του Σοσιαλ/Δημοκρατικού Εργατικού Κόμματος Ρωσίας. Ο συμφιλιωτισμός του Πλεχάνοφ ήταν πάντα στο στόχαστρο της κριτικής του Λένιν. Αλλά, την ίδια στιγμή, ο Λένιν εξυμνούσε τη σημαντική συνεισφορά του Πλεχάνοφ στην πάλη για την ανάπτυξη του μαρξισμού.
Σ’ ένα γράμμα του προς τη συντακτική επιτροπή της εφημερίδας «Τρουντοβάγια Πράβντα» (18/6/1914) ο Λένιν σκιαγραφεί την αντιφατική πορεία του «αρχισυμφιλιωτή», όπως τον έλεγε, Πλεχάνοφ, χαρακτηρίζοντάς τον σαν: «ένα μεγάλο θεωρητικό με τεράστιες υπηρεσίες στην πάλη ενάντια στον οπορτουνισμό, στον Μπέρνσταϊν, στους φιλόσοφους του αντιμαρξισμού, έναν άνθρωπο που τα λάθη του στην τακτική στα 1903-1907 δεν τον εμπόδισαν τα μαύρα χρόνια του 1908-1912 να εξυμνεί την “παρανομία” και να ξεσκεπάζει τους εχθρούς και τους αντιπάλους της. Τώρα, δυστυχώς, εκδηλώνει και πάλι την αδύνατη πλευρά του...», (Λένιν: «Άπαντα», τόμ. 48, σελ. 296, 1914).
Στη διάρκεια της σύγκρουσής του με τον Τρότσκι και τον Μπουχάριν για τα Συνδικάτα, (όπου ο μπολσεβίκος ηγέτης σωστά τους κατηγορεί για εκλεκτικισμό) ο Λένιν επανέρχεται γι’ άλλη μια φορά στη μεγάλη συνεισφορά του Πλεχάνοφ:
«Η διαλεκτική λογική διδάσκει ότι “δεν υπάρχει αφηρημένη αλήθεια, η αλήθεια είναι πάντοτε συγκεκριμένη”, όπως συνήθιζε να λέει, μετά τον Χέγκελ, ο μακαρίτης ο Πλεχάνοφ. (Παρενθετικά, νομίζω επίκαιρο, κατά τη γνώμη μου, να σημειώσω εδώ για τα νέα μέλη του Κόμματος ότι δεν μπορεί κανείς να γίνει συνειδητός, πραγματικός κομμουνιστής, χωρίς να μελετάει –κυριολεκτικά να μελετάει (η υπογράμμιση είναι δική μου, Θ.Θ.)– όλα όσα έχει γράψει ο Πλεχάνοφ σχετικά με τη φιλοσοφία, γιατί αυτό είναι το καλύτερο που υπάρχει σε όλη την παγκόσμια φιλολογία του μαρξισμού*)».
Και στην υποσημείωση ο Λένιν τονίζει παραπέρα: «Με την ευκαιρία, δεν μπορώ να μην εκφράσω την επιθυμία, πρώτο, η τωρινή έκδοση των έργων του Πλεχάνοφ να συγκεντρώσει σε ιδιαίτερο τόμο ή σε ιδιαίτερους τόμους, με πολύ λεπτομερές ευρετήριο κλπ., όλα τα άρθρα του για τη φιλοσοφία. Γιατί αυτά πρέπει να μπουν στη σειρά των υποχρεωτικών εγχειριδίων του κομμουνισμού. Δεύτερο, το εργατικό κράτος πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να απαιτεί από τους καθηγητές της φιλοσοφίας να γνωρίζουν το περιεχόμενο της μαρξιστικής φιλοσοφίας, όπως το έχει εκθέσει ο Πλεχάνοφ, και να μπορούν να μεταδόσουν στους μαθητές αυτή τη γνώση...», (Λένιν: Ακόμη μια Φορά για τα Συνδικάτα –τα Λάθη των σ.σ. Τρότσκι και Μπουχάριν, «Άπαντα», τόμ. 42, σελ. 290, 1921).
Να τώρα και η άλλη όψη του νομίσματος, γραμμένη από τον συναρχηγό της Οκτωβριανής Επανάστασης, τον Λεόν Τρότσκι, που δίνει την έμφαση στον αντεπαναστατικό κατήφορο του Πλεχάνοφ μετά το 1914:
«Ο μακαρίτης ο Πλεχάνοφ, θα γράψει ο Τρότσκι το 1920, αναλύοντας τη «Μεταφυσική της Δημοκρατίας», αφού υπήρξε, στις καλύτερες εποχές της ζωής του, ο άκαμπτος αντίπαλος του καντιανισμού, επιχείρησε κι αυτός στις τελευταίες μέρες του, τότε που τον παράσυρε το κύμα του πατριωτισμού, να πιαστεί από την ξεφτισμένη ψάθα της κατηγορικής προσταγής, κι αυτό είναι πολύ χαρακτηριστικό», (βλ. Τρομοκρατία και Κομμουνισμός, σελ. 81, εκδόσεις «ΑΛΛΑΓΗ», 1979).
Ύστερα από είκοσι ολόκληρα χρόνια, παλεύοντας τη μικροαστική Αντιπολίτευση των Σάχτμαν και Μπάρναμ στις Ενωμένες Πολιτείες, ο Τρότσκι θα επανέλθει στους λόγους που έσπρωξαν τον Πλεχάνοφ στο στρατόπεδο του ρεφορμισμού: «Ο Πλεχάνοφ ήταν ένας αξιοσημείωτος προπαγανδιστής του διαλεκτικού υλισμού, αλλά σ’ ολόκληρη τη ζωή του δεν είχε ποτέ την ευκαιρία να πάρει μέρος στην πραγματική ταξική πάλη. Η σκέψη του ήταν χωρισμένη από την πράξη. Η επανάσταση του 1905 και, στη συνέχεια, ο Παγκόσμιος Πόλεμος τον εκσφενδόνισαν στο στρατόπεδο της μικροαστικής δημοκρατίας, και τον υποχρέωσαν, στην πραγματικότητα, να αποκηρύξει το διαλεκτικό υλισμό. Στη διάρκεια του Παγκοσμίου Πολέμου, ο Πλεχάνοφ βγήκε ανοιχτά σαν ο πρωταγωνιστής της καντιανής κατηγορικής προσταγής στη σφαίρα των διεθνών σχέσεων...», (Λεόν Τρότσκι: Στην Υπεράσπιση του Μαρξισμού, σελ. 126, Εκδόσεις «ΑΛΛΑΓΗ», 1980).
Ενδιάμεσα, ειδικά στη διαμάχη που ξέσπασε στις αρχές του αιώνα, στη διάρκεια της επανάστασης του 1905 και τα επόμενα χρόνια, για τις προοπτικές και το χαρακτήρα της ρωσικής επανάστασης ο Τρότσκι υπενθυμίζει ότι: «Ο Πλεχάνοφ, ο έξοχος αυτός πρόγονος του ρωσικού μαρξισμού, θεωρούσε την ιδέα της δικτατορίας του προλεταριάτου σαν μια αυταπάτη για την σύγχρονη Ρωσία», (Λεόν Τρότσκι: Διαρκής Επανάσταση, σελ. 15, Εκδόσεις «ΑΛΛΑΓΗ», 1982). Δες, πάνω σ’ αυτό, το άρθρο του Τρότσκι: «Ο Χαρακτήρας της Ρωσικής Επανάστασης όπως την Πρόβλεψαν ο Πλεχάνοφ, ο Λένιν και ο Τρότσκι» –ένα από τα τελευταία κείμενα του Τρότσκι (1940) πριν δολοφονηθεί από τα όργανα του Στάλιν, (βλ. Αρχείο Τρότσκι στο Marxist’ Internet Archive).
Πέρα από την κριτική τους αυτή, που πραγματικά ήταν πολύ σκληρή, οι δυο μπολσεβίκοι ηγέτες δεν ήταν διατεθειμένοι να χαρίσουν τον Πλεχάνοφ στους σοσιαλ-προδότες ηγέτες της Δεύτερης Διεθνούς όπως από παράδοση κάνουν οι κάθε είδους αρνητές του μαρξισμού και ευκαιριακά ορισμένοι αναρχοτροτσκιστές σήμερα, που προωθούν κατά δεκάδες τα άρθρα των αντιπάλων του αλλά δεν αφιερώνουν ούτε μια λέξη για τον Πλεχάνοφ.
Ξεχνούν, ή, καλύτερα, δεν θέλουν να θυμούνται, ότι ο Παντελής Πουλιόπουλος παρουσίασε τον Τρότσκι σαν «συνεχιστή του Πλεχάνοφ»! Περιγράφοντας την προσωπικότητα του Τρότσκι στο κάτεργο της Ακροναυπλίας, στην πρώτη επέτειο της δολοφονίας του, τον Αύγουστο του 1941, ο Πουλιόπουλος, θυμίζοντάς μας, ταυτόχρονα, την τεράστια συνεισφορά του Πλεχάνοφ στον τομέα της Αισθητικής, τόνιζε: «Ο Τρότσκι είναι ο πολυπλευρότερος μαρξιστής θεωρητικός που αγκάλιασε στο πεδίο των ερευνών του και τις ψηλότερες περιοχές του κοινωνικού εποικοδομήματος: φιλολογία, τέχνες, κουλτούρα γενικά (το πρώτο σχετικό έργο Λογοτεχνία και Επανάσταση, οι πολεμικές του με την μπουχαρινοσταλινική σχολή της “προλεταριακής τέχνης”, τα πανφλέ του για τον Ουέλς κ.ά.). Εδώ ο Τρότσκι είναι με μια έννοια συνεχιστής του Πλεχάνοφ που από πολλές απόψεις κι αυτόν τόνε ξεπέρασε ιδίως στην οξύτητα της παρατήρησης, το πλάτος του ορίζοντα, την εγκυκλοπαιδική ευρυμάθεια και τη συναρπαστική γοητεία του συγγραφικού ύφους».
Γενικότερα, θα μπορούσε να αναφερθεί κανείς στο αδιάψευστο γεγονός ότι τόσο στην Ελλάδα όσο και στη διεθνή μαρξιστική φιλολογία ο Πλεχάνοφ και η συμβολή του στο μαρξισμό και γενικά στο επαναστατικό κίνημα έχουν χρόνια τώρα ξεχαστεί.
Να τους υπενθυμίσουμε ότι ο Λένιν στις 5 του Μάη 1921 με επιστολή του επιπλήττει τον Ζινόβιεφ, τον πρόεδρο του σοβιέτ του Λένινγκραντ, για την αδιαφορία του σ’ ότι αφορά την κατασκευή της προτομής του Πλεχάνοφ και την πλήρη εγκατάλειψη των τάφων του Πλεχάνοφ και της Ζασούλιτς:
«Δεν μπορεί άραγε, γράφει στην επιστολή του ο Λένιν, να δοθεί διαταγή και για τα δυο αυτά σημεία να προσεχθούν, να καταβληθεί φροντίδα, να ελεγχθούν;».
Με πρόταση του Λένιν επίσης το Πολιτικό Γραφείο του ΚΚΡ(μπ.) αποφάσισε ομόφωνα στις 27 του Απρίλη 1922 την έκδοση των επαναστατικών έργων του Πλεχάνοφ –η έκδοση των «Απάντων» του (26 τόμοι) ολοκληρώθηκε το 1925.
Λίγες μέρες νωρίτερα, στις 24 του Απρίλη 1922, ο Λεόν Τρότσκι σ’ ένα «Σημείωμά» του στο περιοδικό «Κάτω από τη Σημαία του Μαρξισμού» τόνιζε:
«Ο Πλεχάνοφ δεν δημιούργησε τη θεωρία του ιστορικού υλισμού, δεν την εμπλούτισε με νέα επιστημονικά επιτεύγματα. Αλλά την εισήγαγε στη ρωσική ζωή. Κι αυτό έχει μια αξία τεράστιας σημασίας. Ήταν απαραίτητο να υπερνικηθούν οι εθνικές επαναστατικές προλήψεις της ρωσικής ιντελιγκέντσιας στις οποίες η υπεροψία της καθυστέρησης είχε βρει την έκφρασή της. Ο Πλεχάνοφ “εθνικοποίησε” τη μαρξιστική θεωρία και μ’ αυτόν τον τρόπο “αποεθνικοποίησε” τη ρωσική επαναστατική σκέψη. Διαμέσου του Πλεχάνοφ, η ρωσική διανόηση άρχισε να μιλά για πρώτη φορά στη γλώσσα της πραγματικής επιστήμης· εγκαθίδρυσε έναν ιδεολογικό δεσμό με το παγκόσμιο εργατικό κίνημα· άνοιξε πραγματικές δυνατότητες και προοπτικές για τη ρωσική επανάσταση βρίσκοντας μια βάση στους αντικειμενικούς νόμους της οικονομικής ανάπτυξης.
Ο Πλεχάνοφ δεν δημιούργησε την υλιστική διαλεκτική αλλά υπήρξε ο πεπεισμένος, ο επιφανής και φλογερός σταυροφόρος της στη Ρωσία από τις αρχές της δεκαετίας του ’80. Κι αυτό απαιτούσε μια πολύ μεγάλη διείσδυση, μια πλατιά ιστορική αντίληψη, κι ένα διακεκριμένο θάρρος της σκέψης. Αυτές οι ιδιότητες του Πλεχάνοφ συνδυάζονταν επίσης με μια λαμπρότητα στην έκθεση και χαρισματικό πνεύμα. Ο πρώτος αυτός σταυροφόρος του μαρξισμού χειρίστηκε περίφημα το ξίφος. Και πόσες δεν ήταν οι πληγές! Ορισμένες στάθηκαν μοιραίες, όπως αυτές που άνοιξε στον Μιχαϊλόβσκι, στον ταλαντούχο αυτόν επίγονο του ναροντνικισμού. Για να εκτιμήσουμε τη δύναμη της σκέψης του Πλεχάνοφ πρέπει να καταλάβουμε πόσο τεταμένη ήταν αυτή η ατμόσφαιρα των ναροντνικών, υποκειμενικών, ιδεαλιστικών προλήψεων που κυριαρχούσαν στους πιο ριζοσπαστικούς κύκλους της Ρωσίας και της ρωσικής εμιγκράτσιας. Κι αυτοί οι κύκλοι αντιπροσώπευαν την πιο επαναστατική δύναμη που εμφανίστηκε στη Ρωσία το δεύτερο μισό του δέκατου ένατου αιώνα», (Λεόν Τρότσκι: Κάτω από τη Σημαία του Μαρξισμού, αριθ. 5-6, 24 του Απρίλη 1922).
Πρέπει να σημειώσουμε, ότι ολόκληρο το φιλοσοφικό έργο (ŒUVRES PHILOSOPHIQUES) του Πλεχάνοφ, μεταφρασμένο στα γαλλικά από τους Lucia et Jean Cathala, κυκλοφόρησε το 1959 σε πέντε μεγάλους τόμους (850 σελίδων), με επιμέλεια του Ινστιτούτου Φιλοσοφίας της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ σε συνεργασία με το Ίδρυμα Πλεχάνοφ, από τις Εκδόσεις «Προγκρέ» της Μόσχας. Οι τρεις πρώτοι τόμοι περιλαμβάνουν τα κείμενα τα αφιερωμένα στην έκθεση του μαρξισμού και στην υπεράσπισή του ενάντια στο λαϊκισμό, το ρεβιζιονισμό και το μαχισμό. Ο IV τόμος είναι αφιερωμένος στις μελέτες για τη φιλοσοφία και την πολιτική και κοινωνική σκέψη στη Ρωσία και στον V τόμο υπάρχουν οι εργασίες πάνω στη λογοτεχνία και την τέχνη.
Από την κληρονομιά αυτή που άφησε στο επαναστατικό κίνημα φαίνεται καθαρά ότι ο Πλεχάνοφ ήταν επαναστάτης μαρξιστής κι όχι «σοσιαλδημοκράτης πατριώτης». Παρά τα λάθη και την «γεροντική» συμφιλίωσή του με τη μεταρρύθμιση, ο Πλεχάνοφ ήταν πάνω απ’ όλα η μεγάλη προσωπικότητα της ρωσικής επαναστατικής σκέψης –ο διανοούμενος που σ’ όλη του τη ζωή, και μέσα σε πολύ δύσκολες συνθήκες, πάλεψε και εισήγαγε στη ζωή της ρωσικής εργατικής τάξης και της διανόησης τον επιστημονικό κομμουνισμό. Γι’ αυτό και ο Τρότσκι τελειώνει το «Σημείωμά» του το 1922 στο περιοδικό Κάτω από τη Σημαία του Μαρξισμού, τονίζοντας: «Ο μεγάλος, ο αληθινός Πλεχάνοφ, είναι δικός μας εξολοκλήρου και ολοκληρωτικά. Και είναι καθήκον μας να αποκαταστήσουμε στη νέα γενιά την πνευματική του μορφή σ’ όλο της το μεγαλείο». Κι ο καλύτερος τρόπος για να το κάνουμε αυτό είναι στην πάλη μας για παραπέρα ανάπτυξη της θεωρίας και της πράξης του διαλεκτικού υλισμού να γυρνάμε ξανά και ξανά στη μελέτη των έργων των κλασικών του Μαρξισμού και οπωσδήποτε στη μελέτη της τεράστιας και πλούσιας συνεισφοράς του Πλεχάνοφ, που, όπως έλεγε ο Λένιν, «είναι το καλύτερο που υπάρχει σε όλη την παγκόσμια φιλολογία του μαρξισμού».
Στη γλώσσα μας υπάρχουν μεταφρασμένα πολλά έργα του Πλεχάνοφ. Αναφέρουμε: 1. Η Εξέλιξη της Μονιστικής Υλιστικής Αντίληψης στην Ιστορία, (μτφρ. Γιάννη Βιστάκη, Επιμ. Κ. Μετρινού, Εκδ. Αναγνωστίδη). 2. Σχετικά με το Ζήτημα του Ρόλου της Προσωπικότητας στην Ιστορία, (Εκδ. Αναγνωστίδη, εξαντλ.). 3. Τα Θεμελιώδη Προβλήματα του Μαρξισμού, (το τελευταίο έργο του Πλεχάνοφ ενάντια στους εμπειριοκριτικιστές με πρόλογο του ρώσου μπολσεβίκου ηγέτη Ντ. Μπ. Ριαζάνοφ και μετάφραση του συγγραφέα και μεταφραστή Μιχάλη Λίλλη, Εκδ. Αναγνωστίδη). 4. Αισθητική –Η Τέχνη και η Λογοτεχνία σαν Κοινωνικά Φαινόμενα, (μτφρ. Τάσου Βουρνά, Εκδ. Αναγνωστίδη). 5. Αναρχισμός και Σοσιαλισμός, (μτφρ. Ν. Νικολαϊδης, Εκδ. Αναγνωστίδη), 6. Τέχνη και Κοινωνική Ζωή, (μτφρ. και Έκδοση Γ. Μιχαλόπουλου, 1975). 7. Αναρχισμός και Σοσιαλισμός, (μτφρ. Ν. Νικολαϊδης, Εκδ. Μπάυρον, 1975).
Τελειώνοντας θέλουμε να επισημάνουμε ότι τα πέντε από τα επτά βιβλία του Πλεχάνοφ έχουν κυκλοφορήσει στη χώρα μας μισονόμιμα-μισοπαράνομα, χωρίς χρονολογία έκδοσης, κι αυτή η «παράλειψη» δείχνει το πώς η ελληνική άρχουσα τάξη υποδέχτηκε το έργο του μεγάλου επαναστάτη ΓΚΕΟΡΓΚΙ ΒΑΛΕΝΤΙΝΟΒΙΤΣ ΠΛΕΧΑΝΟΦ.
15/1/2006
Θ.Θ.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
——————
[1]. «Φως, περισσότερο φως» ! Τα τελευταία λόγια του Γκέτε.
[2]. Ενωτικό χαρακτηρίστηκε το IV Συνέδριο του ΣΔΕΚΡ που έγινε τον Απρίλη του 1906 στη Στοκχόλμη και επικύρωσε τη συγχώνευση των Μπολσεβίκων με τους Μενσεβίκους ύστερα από την ήττα της Επανάστασης του 1905.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
–GEORGES PLEKHANOV: ŒUVRES PHILOSOPHIQUES, ACADEMIE DES SCIENCES DE L’ U.R.S.S. (INSTITUT DE PHILOSOPHIE), Traduit par Lucia et Jean Cathala, Editions du Progres, Moscou, (Τόμοι Πέντε),1959.
–VICTOR SERGE: L’ An I de la Revolution Russe, Le Debuts de la Dictature du Proletariat (1917-1918), edition augmentee d’ inedits, suivie de La Ville en danger, tomes II et III, Paris, Maspero, 1971.
–LEON TROTSKY’S: A Note on Plekhanov. Source: Fourth International, New York, Volume 4, Number 3, March 1943 pages 92-94. First Published: In Russian in Russian periodical Under the Banner of Marxism, Nos. 5-6, 1922. (Βλ. Το Αρχείο Τρότσκι στο Marxist’ Internet Archive.
–Β. Ι. ΛΕΝΙΝ: «ΑΠΑΝΤΑ» (Έκδοση Πέμπτη), ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ-ΛΕΝΙΝΙΣΜΟΥ ΤΗΣ Κ.Ε. ΤΟΥ ΚΚΣΕ, Τόμοι 1ος, 12ος, 14ος, 18ος, (Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός), 26ος, 29ος (Φιλοσοφικά Τετράδια), 41ος, 42ος, 48ος, Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 1980-1986.
–ΛΕΟΝ ΤΡΟΤΣΚΙ: Τρομοκρατία και Κομμουνισμός, Εκδόσεις «ΑΛΛΑΓΗ», 1979.
–ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΠΟΥΛΙΟΠΟΥΛΟΣ: Άρθρα, Θέσεις και Πολεμικές, «Πρωτοποριακή Βιβλιοθήκη», 1976.
–ΛΕΟΝ ΤΡΟΤΣΚΙ: Η Διαρκής Επανάσταση, Εκδόσεις «ΑΛΛΑΓΗ», 1982.
–Έβαλντ Ιλιένκοφ: Η Διαλεκτική του Λένιν και η Μεταφυσική του Θετικισμού, Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», 1988).
–ΛΕΟΝ ΤΡΟΤΣΚΙ: Στην Υπεράσπιση του Μαρξισμού, Εκδόσεις «ΑΛΛΑΓΗ», 1980.