Η ΠΡΟΔΟΜΕΝΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ
ΤΙ ΕΧΕΙ ΚΑΤΑΚΤΗΘΕΙ
Η αστική τάξη στη Ρωσία ήταν ασήμαντη κι αυτός ήταν ο λόγος που τα δημοκρατικά καθήκοντα στην καθυστερημένη Ρωσία –όπως η κατάργηση της μοναρχίας και της μισοφεουδαρχικής δουλείας των χωρικών– μπόρεσαν να ολοκληρωθούν μόνο διαμέσου της δικτατορίας του προλεταριάτου. Το προλεταριάτο, ωστόσο, έχοντας κατακτήσει την εξουσία επικεφαλής των αγροτικών μαζών, δεν μπορούσε να σταματήσει στην ολοκλήρωση των δημοκρατικών αυτών καθηκόντων. Η αστική επανάσταση ήταν άμεσα δεμένη με τα πρώτα στάδια της σοσιαλιστικής επανάστασης. Το γεγονός αυτό δεν ήταν τυχαίο. Η ιστορία μάς δείχνει πολύ καθαρά τις τελευταίες δεκαετίες, ότι, στις συνθήκες της παρακμής του καπιταλισμού, οι καθυστερημένες χώρες είναι ανίκανες να φτάσουν στο επίπεδο που έχουν φτάσει τα παλιά κέντρα του καπιταλισμού. Έχοντας φτάσει σ’ ένα αδιέξοδο, τα πιο πολιτισμένα έθνη μπλοκάρουν το δρόμο σε εκείνα που βρίσκονται σε ένα προτσές εκπολιτισμού. Η Ρωσία μπήκε στο δρόμο της προλεταριακής επανάστασης όχι γιατί η οικονομία της ήταν η πιο ώριμη για τη σοσιαλιστική αλλαγή, αλλά γιατί η οικονομία αυτή δεν μπορούσε πια να αναπτυχθεί πάνω σε καπιταλιστικές βάσεις. Η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής είχε γίνει η αναγκαία προϋπόθεση για να τραβηχτεί η χώρα από τη βαρβαρότητα. Αυτός είναι ο νόμος της συνδυασμένης ανάπτυξης για τις καθυστερημένες χώρες. Μπασμένη στη σοσιαλιστική επανάσταση σαν ο «πιο αδύνατος κρίκος της καπιταλιστικής αλυσίδας» (Λένιν), η παλιά αυτοκρατορία των τσάρων, βρίσκεται, ακόμα και σήμερα, δεκαεννιά χρόνια μετά την επανάσταση, αντιμέτωπη με το καθήκον «να φθάσει και να ξεπεράσει» –κατά συνέπεια στην πρώτη φάση να φθάσει– την Ευρώπη και την Αμερική. Έχει δηλαδή να λύσει τα προβλήματα της τεχνικής και της παραγωγικότητας που προ πολλού έχει λύσει ο καπιταλισμός στις προχωρημένες χώρες.
Πώς μπορούσε να είναι κι αλλιώς; Η ανατροπή των παλιών κυρίαρχων τάξεων, όχι μόνο δεν έλυσε, αλλά και έκανε ακόμα πιο φανερό το καθήκον: να υψωθούμε από τη βαρβαρότητα στον πολιτισμό. Ταυτόχρονα, συγκεντρώνοντας τα μέσα παραγωγής στα χέρια του κράτους, η επανάσταση, επέτρεψε να εφαρμοστούν νέες και ασύγκριτα πιο αποτελεσματικές βιομηχανικές μέθοδες. Μόνο χάρη σε μια σχεδιασμένη διεύθυνση, στάθηκε δυνατό να ανοικοδομηθεί μέσα σε λίγο καιρό ότι είχε καταστρέψει ο ιμπεριαλιστικός και ο εμφύλιος πόλεμος, να δημιουργηθούν νέες γιγάντιες επιχειρήσεις, να εισαχθούν νέοι τρόποι παραγωγής και να εγκαθιδρυθούν νέοι κλάδοι στη βιομηχανία.
Η ασυνήθιστη βραδύτητα στην ανάπτυξη της διεθνούς επανάστασης, που στην άμεση βοήθειά της υπολόγιζαν οι ηγέτες του Μπολσεβίκικου Κόμματος, δημιούργησε τεράστιες δυσκολίες για τη Σοβιετική Ένωση, αλλά επίσης αποκάλυψε τις εσωτερικές δυνάμεις και τους πόρους της. Μια σωστή, ωστόσο, εκτίμηση των αποτελεσμάτων που επιτεύχθηκαν –το μέγεθος καθώς και οι ανεπάρκειές τους– μπορεί να γίνει σε διεθνή μόνο κλίμακα. Το βιβλίο αυτό θα είναι μια ιστορική και κοινωνιολογική ερμηνεία του προτσές, κι όχι μια συσσώρευση στατιστικών πινάκων. Ωστόσο, για το συμφέρον της παραπέρα συζήτησης, είναι αναγκαίο να πάρουμε σαν αφετηρία ορισμένα σημαντικά στοιχεία.
Η πλατιά έκταση της εκβιομηχάνισης στη Σοβιετική Ένωση, μπροστά στη στασιμότητα και την παρακμή όλου σχεδόν του καπιταλιστικού κόσμου, φαίνεται καθαρά από τους συνολικούς αριθμούς που ακολουθούν. Η βιομηχανική παραγωγή στη Γερμανία, ξαναγυρνάει τώρα στο επίπεδο του 1929, μόνο χάρη στις πυρετώδεις πολεμικές προετοιμασίες. Η παραγωγή στη Μεγάλη Βρετανία, με τη βοήθεια του προστατευτισμού, ανέβηκε 3 με 4% στη διάρκεια των έξι αυτών χρόνων. Η βιομηχανική παραγωγή στις Ενωμένες Πολιτείες έπεσε 25% περίπου, στη Γαλλία περισσότερο από 30%. Η Ιαπωνία, που εξοπλίζεται με μανία και ληστεύει τους γείτονές της, βρίσκεται στην πρώτη γραμμή των καπιταλιστικών χωρών. Η παραγωγή της ανέβηκε σχεδόν 40%! Αλλά κι αυτός ακόμα ο εξαιρετικός δείκτης δεν είναι τίποτε μπροστά στη δυναμική ανάπτυξη της Σοβιετικής Ένωσης που η βιομηχανική της παραγωγή μεγάλωσε στο ίδιο διάστημα 3,5 φορές, ή 250%. Στα δέκα τελευταία χρόνια (1925-1935) η βαριά βιομηχανία αύξησε την παραγωγή της πάνω από 10 φορές. Τον πρώτο χρόνο (1928-1929) του πρώτου πεντάχρονου πλάνου οι επενδύσεις κεφαλαίου φτάσανε στα 5,4 δισεκατομμύρια ρούβλια. Το 1936 πρόκειται να είναι 32 δισεκατομμύρια.
Μπροστά στην αστάθεια του ρουβλιού, σαν μετρική μονάδα, ας αφήσουμε τους νομισματικούς υπολογισμούς και ας έρθουμε σε μια άλλη μονάδα απόλυτα αδιαμφισβήτητη. Το Δεκέμβρη του 1913, το λεκανοπέδιο του Ντόνετς παρήγαγε 2.275.000 τόνους κάρβουνο. Το Δεκέμβρη του 1935 παρήγαγε 7.125.000 τόνους. Τα τρία τελευταία χρόνια, η παραγωγή του χυτοσιδήρου διπλασιάστηκε. Η παραγωγή του ατσαλιού και των ατσαλένιων ελασμάτων αυξήθηκε σχεδόν 2,5 φορές. Σε σύγκριση με την προπολεμική περίοδο, η παραγωγή του πετρελαίου, του κάρβουνου και του σιδηρομεταλλεύματος ήταν 3 με 3,5 φορές παραπάνω. Το 1920, όταν καταστρώθηκε το πρώτο πλάνο για τον εξηλεκτρισμό, η χώρα είχε 10 τοπικούς σταθμούς με συνολική δύναμη παραγωγής 253.000 κιλοβάτ. Το 1935, υπήρχαν ήδη 95 με συνολική δύναμη 4.345.000 κιλοβάτ. Το 1925, η Σοβιετική Ένωση είχε την ενδέκατη θέση στον κόσμο σε ότι αφορά την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Το 1935 την ξεπερνούσαν μόνο η Γερμανία και οι Ενωμένες Πολιτείες. Στην παραγωγή κάρβουνου η Σοβιετική Ένωση πέρασε από τη δέκατη στην τέταρτη θέση. Στην παραγωγή του ατσαλιού από την έκτη στην τρίτη θέση. Στην παραγωγή των τρακτέρ έχει πάρει την πρώτη θέση στον κόσμο. Το ίδιο και στην παραγωγή της ζάχαρης.
Τα γιγάντια επιτεύγματα στη βιομηχανία, το τεράστιο και ελπιδοφόρο ξεκίνημα στη γεωργία, η εξαιρετική ανάπτυξη των παλιών βιομηχανικών πόλεων και το χτίσιμο νέων, η γοργή αύξηση του αριθμού των εργατών, το ανέβασμα του πολιτιστικού επιπέδου και των πολιτιστικών αναγκών –να τα αδιαμφισβήτητα αποτελέσματα της Οκτωβριανής Επανάστασης στην οποία οι προφήτες του παλιού κόσμου θέλησαν να δουν τον τάφο του ανθρώπινου πολιτισμού. Δεν υπάρχει πια λόγος να φιλονικούμε με τους κ. κ. αστούς οικονομολόγους. Ο σοσιαλισμός απόδειξε το δικαίωμά του να διεκδικεί τη νίκη, όχι στις σελίδες του Κεφαλαίου, αλλά σε μια βιομηχανική αρένα που καταλαμβάνει το ένα έκτο της γης –το απόδειξε όχι με τη γλώσσα της διαλεκτικής, αλλά με τη γλώσσα του ατσαλιού, του τσιμέντου και του ηλεκτρισμού. Η Σοβιετική Ένωση, ακόμα κι αν έμελλε να καταρρεύσει σαν αποτέλεσμα των εσωτερικών της δυσκολιών, των εξωτερικών χτυπημάτων και των λαθών της ηγεσίας της –πράγμα που ελπίζω σταθερά πως δεν θα συμβεί– θα έμενε σαν ένα εχέγγυο για το μέλλον το ατράνταχτο γεγονός ότι μόνο χάρη στην προλεταριακή επανάσταση μια καθυστερημένη χώρα μπόρεσε να πετύχει, σε λιγότερα από είκοσι χρόνια, αποτελέσματα πρωτοφανή στην ιστορία.
Αυτό κλείνει επίσης τη φιλονικία με τους ρεφορμιστές μέσα στο εργατικό κίνημα. Μπορούν να συγκριθούν, έστω και για μια στιγμή, τα σούρτα φέρτα των ποντικών με το τιτάνιο έργο που εκπληρώνει αυτός ο λαός, που η επανάσταση τον ξεσήκωσε σε μια νέα ζωή; Στηριγμένοι στη βάση της ρωσικής εμπειρίας είναι εύκολο να δούμε τι ακατανίκητη οικονομική δύναμη θα διάθετε σήμερα ένα σοσιαλιστικό συγκρότημα της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης με ένα σημαντικό τμήμα της Ασίας, αν οι σοσιαλδημοκράτες της Γερμανίας είχαν χρησιμοποιήσει, το 1918, τη δύναμη που τους εμπιστεύτηκαν οι εργάτες για να πραγματοποιήσουν τη σοσιαλιστική επανάσταση και όχι να σώσουν τον καπιταλισμό. Οι λαοί του κόσμου θα πληρώσουν για το ιστορικό έγκλημα του ρεφορμισμού με νέους πολέμους και νέες επαναστάσεις.
Οι δυναμικοί συντελεστές της σοβιετικής βιομηχανίας είναι χωρίς προηγούμενο. Αλλά είναι ακόμα μακριά από το να είναι αποφασιστικοί. Η Σοβιετική Ένωση ανεβαίνει, ξεκινώντας από ένα επίπεδο τρομερά χαμηλό, ενώ οι καπιταλιστικές χώρες κατρακυλούν, ξεκινώντας από ένα επίπεδο πολύ υψηλό. Ο συσχετισμός των δυνάμεων αυτή τη στιγμή καθορίζεται όχι από το ποσοστό της ανάπτυξης, αλλά από την αντιπαράταξη της συνολικής δύναμης των δύο στρατοπέδων, όπως αυτή εκφράζεται στα υλικά αποθέματα, την τεχνική, τον πολιτισμό και, πρώτα από όλα, την παραγωγικότητα της ανθρώπινης εργασίας. Όταν πλησιάσoυμε το ζήτημα από τη στατιστική αυτή σκοπιά, η κατάσταση αλλάζει αμέσως, και μάλιστα πολύ άσχημα σε βάρος της Σοβιετικής Ένωσης.
Το ερώτημα που έβαλε ο Λένιν –«Ποιός θα επικρατήσει;», είναι το ζήτημα του συσχετισμoύ των δυνάμεων ανάμεσα στη Σοβιετική Ένωση και το παγκόσμιο επαναστατικό προλεταριάτο, από τη μια μεριά, τις εχθρικές δυνάμεις του εσωτερικού και το παγκόσμιο κεφάλαιο, από την άλλη μεριά. Οι οικονομικές επιτυχίες της Σοβιετικής Ένωσης της επιτρέπουν να γίνεται πιο δυνατή, να προοδεύει, να εξοπλίζεται και, αν χρειάζεται, να υποχωρεί και να περιμένει, με δυο λόγια να κρατάει. Αλλά, στην ουσία του, το ερώτημα «ποιός θα επικρατήσει;», όχι μόνο με τη στρατιωτική σημασία του όρου, αλλά πρώτα απ’ όλα με την οικονομική σημασία, μπαίνει μπροστά στη Σοβιετική Ένωση σε παγκόσμια κλίμακα. Η στρατιωτική επέμβαση είναι ένας κίνδυνος. Η επέμβαση των φτηνών εμπορευμάτων, που θα ακολουθούν τους καπιταλιστικούς στρατούς, θα είναι ένας ασύγκριτα μεγαλύτερος κίνδυνος. Δεν χρειάζεται να πούμε πως η νίκη του προλεταριάτου σε μια χώρα της Δύσης θα έφερνε άμεσα μια ριζική αλλαγή στο συσχετισμό των δυνάμεων. Όσο, όμως, η Σoβιετική Ένωση παραμένει απoμoνωμένη, κι ακόμα χειρότερα, όσο το ευρωπαϊκό πρoλεταριάτo αναδιπλώνεται και υποχωρεί, η δύναμη του σοβιετικού καθεστώτος μετριέται τελικά με την παραγωγικότητα της εργασίας, που στην οικονομία της αγοράς εκφράζεται με το κόστος παραγωγής και τις τιμές. Η διαφορά ανάμεσα στις τιμές στο εσωτερικό και στις τιμές της παγκόσμιας αγοράς αποτελεί έναν από τους πιο σπουδαίους δείκτες του συσχετισμού των δυνάμεων. Ωστόσο, απαγορεύεται στους σοβιετικούς στατιστικούς ακόμα και να πλησιάσουν αυτό το ζήτημα. Κι αυτό γιατί, παρόλο το σάπισμα και το λίμνασμά του, ο καπιταλισμός διατηρεί ακόμα μια πάρα πολύ μεγάλη υπεροχή στην τεχνική, στην οργάνωση και στην ειδίκευση της εργασίας.
Η παραδοσιακή καθυστέρηση της γεωργίας στη Σοβιετική Ένωση είναι αρκετά γνωστή. Σε κανένα από τους κλάδους της δεν σημειώθηκαν ακόμα επιτυχίες που να μπορούν, έστω κι από μακριά, να συγκριθούν με την πρόοδο στη βιομηχανία. «Είμαστε ακόμα πολύ πίσω σε σχέση με τις καπιταλιστικές χώρες σε ότι αφορά την απόδοση της τευτλοκαλλιέργειάς μας», παραπονιόταν, λόγου χάρη, ο Μόλοτοφ, στο τέλος του 1935. «Το 1934 βγάλαμε 82 καντάρια[1] από κάθε εκτάριο. Το 1935, σε κάποια εξαιρετική σοδιά, βγάλαμε στην Ουκρανία 131 καντάρια. Στην Τσεχοσλοβακία και στη Γερμανία το εκτάριο δίνει σχεδόν 250 καντάρια, στη Γαλλία πάνω από 300». Τα παράπονα του Μόλοτοφ μπορούν να γίνουν για όλους τους κλάδους της γεωργίας –ανεξάρτητα αν πρόκειται για τις πρώτες ύλες της κλωστοϋφαντουργίας ή για τα δημητριακά και, ακόμα περισσότερο, για την κτηνοτροφία. Οι καλά μελετημένες εναλλασσόμενες καλλιέργειες, η επιλογή των σπόρων, η χρησιμοποίηση των λιπασμάτων, των τρακτέρ και τελειότερων γεωργικών εργαλείων, η ανάπτυξη της κτηνοτροφίας με νέα εξευγενισμένα είδη –όλα αυτά προετοιμάζουν, είναι αλήθεια, μια τεράστια επανάσταση στην κοινωνικοποιημένη γεωργία. Αλλά ακριβώς σ’ αυτόν τον τομέα, που είναι ένας από τους πιο συντηρητικούς, η επανάσταση απαιτεί χρόνο. Στο μεταξύ, παρά την κολεχτιβοποίηση, το πρόβλημα ακόμα είναι να πλησιάσουμε τα ανώτερα πρότυπα της καπιταλιστικής Δύσης, αν και αυτά σκοντάφτουν στο σύστημα των μικρών αγροκτημάτων της.
Η πάλη για την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας στη βιομηχανία περνάει από δυο κανάλια: την υιοθέτηση μιας προχωρημένης τεχνικής και την καλύτερη χρησιμοποίηση της εργατικής δύναμης. Η δυνατότητα να εγκαθιδρύουμε γιγάντια εργοστάσια του πιο μοντέρνου τύπου μέσα σε διάστημα λίγων χρόνων, εξασφαλίστηκε με την ύπαρξη, από τη μια μεριά, της υψηλής καπιταλιστικής τεχνικής στη Δύση και, από την άλλη, του εσωτερικού καθεστώτος της σχεδιασμένης οικονομίας. Σ’ αυτόν τον τομέα τα επιτεύγματα του εξωτερικού βρίσκονται σ’ ένα προτσές αφομοίωσης. Το γεγονός ότι η σοβιετική βιομηχανία, όπως και ο εξοπλισμός του Κόκκινου Στρατού αναπτύχθηκαν με έναν αναγκαστικά γρήγορο ρυθμό, τους δίνει τεράστια και δυναμικά πλεονεκτήματα. Οι βιομηχανίες δεν είναι αναγκασμένες να σέρνουν πίσω τους ένα πανάρχαιο εξοπλισμό όπως στην Αγγλία και τη Γαλλία. Ο στρατός δεν είναι καταδικασμένος να κουβαλάει όπλα παλιού τύπου. Αλλά η ίδια αυτή η πυρετώδης ανάπτυξη είχε και την αρνητική της πλευρά. Δεν υπάρχει αντιστοιχία ανάμεσα στα διάφορα στοιχεία της βιομηχανίας. Οι άνθρωποι είναι πίσω σ’ ότι αφορά την τεχνική. Η ηγεσία δεν βρίσκεται στο ύψος των καθηκόντων της. Όλα αυτά εκφράζονται στο εξαιρετικά υψηλό κόστος παραγωγής και στη φτωχή ποιότητα των προϊόντων.
«Οι εγκαταστάσεις μας, γράφει ο επικεφαλής της βιομηχανίας πετρελαίου, διαθέτουν τον ίδιο εξοπλισμό με τις αμερικανικές. Αλλά η οργάνωση των γεωτρήσεων βρίσκεται πίσω. Οι άνθρωποι δεν είναι αρκετά ειδικευμένοι». Οι πάρα πολλές ζημιές εξηγούνται σαν αποτέλεσμα της «αμέλειας, της έλλειψης ειδίκευσης και της έλλειψης τεχνικής επίβλεψης». Ο Μόλοτοφ παραπονιέται: «Είμαστε ιδιαίτερα καθυστερημένοι στην οργάνωση της βιομηχανίας κατασκευών... Τις περισσότερες φορές ακολουθούμε τον παλιό δρόμο και χρησιμοποιούμε με σκανδαλώδη τρόπο τα εργαλεία και τις μηχανές». Τέτοιες ομολογίες υπάρχουν σκόρπιες σε όλο τον σοβιετικό Τύπο. Η νέα τεχνική είναι ακόμα μακριά από το να δίνει τα αποτελέσματα που δίνει στην καπιταλιστική της πατρίδα.
Οι εκτεταμένες επιτυχίες της βαριάς βιομηχανίας είναι μια γιγάντια κατάκτηση. Μόνο πάνω σ’ αυτά τα θεμέλια μπορεί να οικοδομήσει κανείς. Παρόλα αυτά, η δοκιμασία της μοντέρνας βιομηχανίας είναι η παραγωγή ευαίσθητων μηχανισμών που απαιτούν τεχνική και γενικά πολιτιστικό επίπεδο. Σ’ αυτό τον τομέα η καθυστέρηση της Σοβιετικής Ένωσης είναι ακόμα μεγάλη.
Αναμφισβήτητα, οι πιο σημαντικές επιτυχίες, τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά, έχουν πραγματοποιηθεί στην πολεμική βιομηχανία. Ο στρατός και ο στόλος είναι οι πιο σημαντικοί και οι πιο απαιτητικοί πελάτες. Παρόλα αυτά, σε μια σειρά δημόσιων λόγων τους οι επικεφαλής του Υπουργείου Πολέμου, κι ανάμεσά τους ο Βοροσίλοφ, παραπονούνται αδιάκοπα: «Δεν είμαστε πάντα εντελώς ικανοποιημένοι με την ποιότητα των προϊόντων που μας δίνετε για τον Κόκκινο Στρατό». Δεν είναι δύσκολο να αισθανθείς την ανησυχία που κρύβουν τα προσεγμένα αυτά λόγια.
Τα προϊόντα της βιομηχανίας παραγωγής μηχανών, λέει ο επικεφαλής της βαριάς βιομηχανίας σε μια επίσημη έκθεσή του, «πρέπει να είναι καλής ποιότητας και δυστυχώς δεν είναι». Και παρακάτω: «Οι μηχανές στη χώρα μας είναι ακριβές». Όπως πάντα, ο ομιλητής αποφεύγει να δώσει ακριβή συγκριτικά στοιχεία σε σχέση με την παγκόσμια παραγωγή.
Το τρακτέρ είναι το καμάρι της σοβιετικής βιομηχανίας. Αλλά ο συντελεστής αποτελεσματικής χρησιμοποίησης των τρακτέρ είναι πολύ χαμηλός. Στη διάρκεια του τελευταίου βιομηχανικού χρόνου, χρειάστηκε να υποβληθούν σε βασικές επισκευές το 81 % των τρακτέρ. Επιπλέον, ένας σημαντικός αριθμός απ’ αυτά χάλασαν ξανά την πιο κρίσιμη στιγμή της καλλιεργητικής περιόδου. Σύμφωνα με ορισμένους υπολογισμούς, οι Μηχανοτρακτερικοί Σταθμοί θα καλύψουν τα έξοδά τους μόνο με μια σοδιά 20 με 22 καντάρια σιτηρά από κάθε εκτάριο. Τώρα, που ο μέσος όρος της σοδιάς είναι κάτω από το μισό αυτού του αριθμού, το κράτος είναι υποχρεωμένο να ξοδέψει δισεκατομμύρια για να καλύψει το έλλειμμα.
Τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα στον τομέα των οδικών μεταφορών. Στην Αμερική ένα φορτηγό κάνει 60, 80 ή ακόμα και 100 χιλιάδες χιλιόμετρα το χρόνο. Στη Σοβιετική Ένωση, κάνει 20 μόνο χιλιάδες χιλιόμετρα το χρόνο –δηλαδή, τρεις ή τέσσερεις φορές λιγότερα. Σε κάθε 100 μηχανές, μόνο οι 55 δουλεύουν, οι άλλες επισκευάζονται ή περιμένουν να επισκευαστούν. Το κόστος των επισκευών είναι διπλάσιο από το κόστος των νέων μηχανών που παράγονται. Δεν μας εκπλήσσει το γεγονός ότι η Υπηρεσία Κρατικών Λογαριασμών λέει στην έκθεση της: «Οι οδικές μεταφορές δεν είναι παρά ένα μεγάλο βάρος στο κόστος παραγωγής».
Η αύξηση της μεταφορικής ικανότητας των σιδηροδρόμων συνοδεύεται, σύμφωνα με τον πρόεδρο του Συμβουλίου των Επιτρόπων του Λαού, «από αναρίθμητες ζημιές και καταστροφές». Τα βασικά αίτια είναι τα ίδια: η χαμηλή ειδίκευση της εργασίας που μας κληροδότησε το παρελθόν. Η πάλη για τη διατήρηση των γραμμών στις διακλαδώσεις σε καλή κατάσταση γίνεται με τον τρόπο της μια ηρωική εκμετάλλευση, όπου βραβευμένα κορίτσια-κλειδούχοι κάνουν εκθέσεις προς το Κρεμλίνο, προς τους πιο υψηλούς κύκλους της εξουσίας. Οι θαλάσσιες μεταφορές, παρόλη την πρόοδο των τελευταίων χρόνων, είναι πολύ πιο πίσω από ότι οι σιδηροδρομικές. Κάθε τόσο, οι εφημερίδες γεμίζουν από ανακοινώσεις γύρω από «την απαίσια επιχείρηση: θαλάσσιες μεταφορές», «την εξαιρετικά χαμηλή ποιότητα επισκευής των πλοίων». κτλ.
Στην ελαφριά βιομηχανία, οι συνθήκες είναι σε ακόμα χειρότερη κατάσταση από ότι στη βαριά βιομηχανία. Ένας γενικός νόμος της σοβιετικής βιομηχανίας θα μπορούσε να διατυπωθεί έτσι: γενικά, τα εμπορεύματα, όσο πιο κοντά βρίσκονται στη μάζα των καταναλωτών, τόσο χειρότερα είναι. Στην κλωστοϋφαντουργία, σύμφωνα με την «Πράβντα», «υπάρχει ένα επαίσχυντα μεγάλο ποσοστό ελαττωματικών αγαθών, φτωχή ποικιλία, κυριαρχία των χαμηλών ποιοτήτων». Παράπονα για την κακή ποιότητα των ειδών πλατιάς κατανάλωσης εμφανίζονται κάθε τόσο στον Τύπο: «Χοντροκομμένα σκεύη κουζίνας», «άσχημα έπιπλα, κακοδουλεμένα και με χωρίς φροντίδα φινιρισμένα», «δεν μπορείς να βρεις κουμπιά της προκοπής», «το σύστημα προμήθειας τροφίμων δεν δουλεύει καθόλου ικανοποιητικά», και λοιπά, και λοιπά.
Το να χαρακτηρίζει κανείς τη βιομηχανική πρόοδο με τους ποσοτικούς δείκτες και μόνο, χωρίς να υπολογίζει την ποιότητα, είναι περίπου σαν να θέλει να περιγράψει τη φυσική κατάσταση ενός ανθρώπου μόνο με το ύψος του και αδιαφορώντας για το μέγεθος του στήθους του. Επιπλέον, για να κρίνει κανείς σωστά το δυναμισμό της σοβιετικής βιομηχανίας, είναι αναγκαίο, μαζί με αυτές τις ποιοτικές διορθώσεις, να έχει πάντα στο νου του το γεγονός ότι η γοργή πρόοδος σε ορισμένους κλάδους συνοδεύεται με καθυστέρηση σε άλλους κλάδους. Η δημιουργία των γιγάντιων εργοστασίων αυτοκινήτων πληρώνεται με τη σπανιότητα και την κακή συντήρηση των αυτοκινητόδρομων. «Το ρήμαγμα των δρόμων μας είναι χωρίς προηγούμενο. Στον πιο σημαντικό αυτοκινητόδρομό μας –από τη Μόσχα μέχρι το Γιαροσλάβ– τα αυτοκίνητα δεν μπορούν να τρέξουν πάνω από δέκα χιλιόμετρα την ώρα», [«Ιζβέστιγια» («Ειδήσεις» )]. Ο πρόεδρος της Επιτροπής Κρατικού Σχεδιασμού ισχυρίζεται ότι η χώρα διατηρεί ακόμα «τις παραδόσεις του πρωτογονισμού στην έλλειψη δρόμων».
Η δημοτική οικονομία βρίσκεται σε μια παρόμοια κατάσταση. Νέες βιομηχανικές πόλεις χτίζονται μέσα σε ένα μικρό διάστημα. Την ίδια στιγμή, δεκάδες παλιές πόλεις καταστρέφονται. Οι πρωτεύουσες και τα βιομηχανικά κέντρα μεγαλώνουν και ομορφαίνουν. Δαπανηρά θέατρα και λέσχες φυτρώνουν σε διάφορα μέρη της χώρας, αλλά η έλλειψη κατοικίας είναι ανυπόφορη. Τα κατοικημένα σπίτια παραμένουν κατά κανόνα χωρίς φροντίδα. «Οικοδομούμε κακοχτισμένα κτήρια και με μεγάλα έξοδα. Τα σπίτια μας χρησιμοποιούνται χωρίς να επισκευάζονται. Κάνουμε ελάχιστες και κακές επισκευές», («Ιζβέστιγια»).
Ολόκληρη η σοβιετική οικονομία αποτελείται από τέτοιες δυσαναλογίες. Μέσα σε ορισμένα όρια αυτές είναι αναπόφευκτες, αφού ήταν και παραμένει αναγκαίο η πρόοδος να αρχίσει από τους πιο σημαντικούς κλάδους. Παρόλα αυτά, η καθυστέρηση ορισμένων κλάδων μειώνει πολύ τη χρήσιμη λειτουργία άλλων κλάδων. Από την άποψη μιας ιδανικής κατεύθυνσης του σχεδιασμού, που θα εγγυούνταν όχι τον μάξιμουμ ρυθμό σε χωριστούς κλάδους, αλλά το όπτιμουμ αποτέλεσμα στην οικονομία σαν όλο, ο στατιστικός συντελεστής ανάπτυξης θα έπεφτε στην πρώτη περίοδο, αλλά η οικονομία σαν όλο, και ιδιαίτερα ο καταναλωτής, θα ήταν κερδισμένοι. Στο τέλος, ο γενικός δυναμισμός της βιομηχανίας θα κέρδιζε επίσης.
Στις επίσημες στατιστικές, η παραγωγή και η επισκευή των αυτοκινήτων προστίθενται μαζί στη συνολική βιομηχανική παραγωγή. Από την άποψη της οικονομικής αποδοτικότητας θα έπρεπε να αφαιρεθούν, όχι να προστεθούν. Η παρατήρηση αυτή ισχύει και για πολλούς άλλους κλάδους της βιομηχανίας. Γι’ αυτό το λόγο, όλοι οι υπολογισμοί σε ρούβλια έχουν σχετική μόνο αξία. Δεν είναι σίγουρο τι είναι το ρούβλι. Δεν είναι πάντα βέβαιο τι κρύβεται πίσω του –η κατασκευή μιας μηχανής ή η πρόωρη καταστροφή της. Αν, σύμφωνα με έναν υπολογισμό σε «σταθερά» ρούβλια, η συνολική παραγωγή της βαριάς βιομηχανίας έχει αυξηθεί σε σύγκριση με το προπολεμικό επίπεδο έξι φορές, τότε η πραγματική παραγωγή πετρελαίου, κάρβουνου και σιδήρου, μετρημένες σε τόνους, θα έχει αυξηθεί από τρεις μέχρι τρεισήμισι φορές. Η θεμελιακή αιτία αυτών των διαφορών στους δείκτες, βρίσκεται στο γεγονός ότι η σοβιετική βιομηχανία έχει δημιουργήσει μια σειρά νέους κλάδους άγνωστους στην τσαρική Ρωσία, αλλά ένα συμπληρωματικό αίτιο βρίσκεται στη μεγάλη παραποίηση των στατιστικών στοιχείων. Είναι πολύ γνωστό ότι κάθε γραφειοκρατία έχει μια οργανική ανάγκη να φτιασιδώνει την πραγματικότητα.
Η μέση ατομική παραγωγικότητα της εργασίας είναι ακόμα πολύ χαμηλή στη Σοβιετική Ένωση. Στο καλύτερο χυτήριο μετάλλου, η παραγωγή χυτοσιδήρου και ατσαλιού κατά εργάτη, σύμφωνα με την αναγνώριση του διευθυντή, είναι το ένα τρίτο της μέσης παραγωγής στα αμερικανικά χυτήρια. Μια σύγκριση του μέσου όρου ανάμεσα στις δυο αυτές χώρες, θα έδινε προφανώς μια σχέση ένα προς πέντε ή και χειρότερη. Κάτω από αυτούς τους όρους, η δήλωση ότι οι υψικάμινοι της Σοβιετικής Ένωσης χρησιμοποιούνται «καλύτερα» από τους υψικαμίνους των καπιταλιστικών χωρών είναι χωρίς νόημα. Η τεχνική δεν έχει άλλο σκοπό από την εξοικονόμηση ανθρώπινης εργασίας. Στη βιομηχανία ξύλου και στις οικοδομές, η κατάσταση είναι ακόμα πιο δυσμενής από ότι στη βιομηχανία μετάλλου. Για κάθε εργάτη λατομείου στις Ενωμένες Πολιτείες αναλογούν 5.000 τόνοι παραγωγή το χρόνο, ενώ στη Σοβιετική Ένωση 500 μόνο τόνοι –δηλαδή το ένα δέκατο. Αυτές οι κραυγαλέες διαφορές εξηγούνται όχι απλά από την έλλειψη ειδικευμένων εργατών, αλλά πολύ περισσότερο από την κακή οργάνωση της δουλειάς. Η γραφειοκρατία κεντρίζει τους εργάτες με όλη της τη δύναμη, αλλά είναι ανίκανη να χρησιμοποιήσει σωστά την εργατική δύναμη. Στη γεωργία, φυσικά, τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα απ’ ότι στη βιομηχανία. Στη χαμηλή παραγωγικότητα της εργασίας αντιστοιχεί ένα χαμηλό εθνικό εισόδημα, και, κατά συνέπεια, ένα χαμηλό βιοτικό επίπεδο για τις λαϊκές μάζες.
Όταν ισχυρίζονται ότι η Σοβιετική Ένωση θα καταλάβει, το 1936, την πρώτη θέση στην Ευρώπη σ’ ότι αφορά τον όγκο της βιομηχανικής παραγωγής –από μόνη της αυτή η πρόοδος είναι γιγάντια– παραβλέπουν, όχι μόνο την ποιότητα και το κόστος παραγωγής των προϊόντων, αλλά ακόμα και τον πληθυσμό. Και είναι γνωστό πως για να προσδιορίσουμε, έστω και σε χοντρές γραμμές μονάχα, το γενικό επίπεδο ανάπτυξης της χώρας και ιδιαίτερα το βιοτικό επίπεδο των μαζών, πρέπει να διαιρέσουμε τα προϊόντα με τον αριθμό των καταναλωτών. Ας προσπαθήσουμε να κάνουμε την απλή αυτή αριθμητική πράξη.
Δεν είναι ανάγκη να αποδείξουμε το σπουδαίο ρόλο που παίζει ο σιδηρόδρομος στην οικονομία, στην πολιτιστική ζωή και στον πόλεμο. Η Σοβιετική Ένωση έχει 83.000 χιλιόμετρα σιδηροδρομικές γραμμές, η Γερμανία 58.000, η Γαλλία 63.000, οι Ενωμένες Πολιτείες 417.000. Αυτό θα πει ότι στους 10.000 κατοίκους αναλογούν, στη Γερμανία 8,9 χιλιόμετρα σιδηροδρομική γραμμή, στη Γαλλία 15,2 χιλιόμετρα, στις Ενωμένες Πολιτείες 33,1 χιλιόμετρα, στη Σοβιετική Ένωση 5,0 χιλιόμετρα. Έτσι, σύμφωνα με τους δείκτες για τους σιδηροδρόμους, η Σοβιετική Ένωση συνεχίζει να κατέχει μια από τις τελευταίες θέσεις στον πολιτισμένο κόσμο. Ο εμπορικός στόλος, που τριπλασιάστηκε τα πέντε τελευταία χρόνια, βρίσκεται τώρα περίπου στο επίπεδο των στόλων της Ισπανίας και της Δανίας. Σ’ όλα αυτά πρέπει να προσθέσουμε τον ακόμα εξαιρετικά χαμηλό αριθμό ασφαλτοστρωμένων αυτοκινητόδρομων. Το 1935 η Σοβιετική Ένωση παρήγαγε 0,6 αυτοκίνητα για κάθε 1.000 κατοίκους. Η Μεγάλη Βρετανία περίπου 8 (το 1934), η Γαλλία 4,5, οι Ενωμένες Πολιτείες 23 (έναντι 36,5 του 1928). Ταυτόχρονα, σε σχέση με τον αριθμό των αλόγων (περίπου 1 άλογο για κάθε 10-11 κατοίκους) η Σοβιετική Ένωση, παρά την εξαιρετική καθυστέρηση στους σιδηροδρόμους και στις ποτάμιες και οδικές μεταφορές της, δεν ξεπερνά ούτε τη Γαλλία ούτε τις Ενωμένες Πολιτείες, ενώ παραμένει πολύ πίσω απ’ αυτές στην ποιότητα των κτηνών της.
Στη βαριά βιομηχανία, που ωστόσο σημείωσε τις πιο αξιόλογες επιτυχίες, οι συγκριτικοί δείκτες είναι ακόμα δυσμενείς. Η εξόρυξη κάρβουνου στη Σοβιετική Ένωση, το 1935, ήταν περίπου 0,7 τόνοι κατά άτομο. Στη Μεγάλη Βρετανία, περίπου 5 τόνοι. Στις Ενωμένες Πολιτείες, σχεδόν 3 τόνοι (έναντι 5,4 το 1913). Στη Γερμανία, περίπου 2 τόνοι. Ατσάλι: στη Σοβιετική Ένωση περίπου 67 κιλά κατά άτομο, στις Ενωμένες Πολιτείες περίπου 250 κιλά, κτλ. Οι αναλογίες είναι περίπου οι ίδιες για το χυτοσίδηρο και τα ατσάλινα ελάσματα. Στη Σοβιετική Ένωση, το 1935, παράχθηκαν 153 ωριαία κιλοβάτ ηλεκτρικής ενέργειας κατά άτομο. Στη Μεγάλη Βρετανία 443 (το 1934), στη Γαλλία 363, στη Γερμανία 472.
Κατά γενικό κανόνα, οι κατά κεφαλή δείκτες είναι ακόμα πιο χαμηλοί στην ελαφριά βιομηχανία. Το 1935, η υφαντουργία έβγαλε λιγότερο από μισό μέτρο μάλλινο ύφασμα κατά κάτοικο, ή οχτώ με δέκα φορές λιγότερο από τις Ενωμένες Πολιτείες ή τη Μεγάλη Βρετανία. Μάλλινο ύφασμα μπορούν να αγοράζουν μόνο οι προνομιούχοι σοβιετικοί πολίτες. Οι μάζες είναι ακόμα υποχρεωμένες να χρησιμοποιούν για τα χειμερινά ρούχα τους βαμβακερό ύφασμα, που η παραγωγή του ήταν περίπου 16 μέτρα κατά άτομο. Στη Σοβιετική Ένωση η παραγωγή παπουτσιών φτάνει τώρα σε μισό περίπου ζευγάρι παπούτσια κατά άτομο, στη Γερμανία περισσότερο από ένα ζευγάρι, στη Γαλλία 1,5 ζευγάρι, στις Ενωμένες Πολιτείες περίπου 3 ζευγάρια –αφήνουμε στην άκρη το δείκτη της ποιότητας που θα χειροτέρευε την σύγκριση. Μπορούμε να πάρουμε σαν δοσμένο ότι η αναλογία των ανθρώπων που έχουν κάμποσα ζευγάρια παπούτσια είναι σημαντικά υψηλότερη στις καπιταλιστικές χώρες από ότι στη Σοβιετική Ένωση. Αλλά δυστυχώς η Σοβιετική Ένωση παραμένει ακόμα ανάμεσα στις πρώτες στο ποσοστό των ξυπόλητων ανθρώπων.
Οι αναλογίες είναι σχεδόν οι ίδιες, και καμιά φορά πιο δυσμενείς, στην παραγωγή τροφίμων, παρά την αναμφισβήτητη πρόοδο της Ρωσίας, τα τελευταία χρόνια. Οι κονσέρβες, τα λουκάνικα, το τυρί για να μην πάρουμε τα μπισκότα και τα ζαχαρώδη, μένουν για την ώρα εντελώς απρόσιτα στη μεγάλη μάζα του πληθυσμού. Η κατάσταση είναι επίσης άσχημη στα γαλακτοκομικά προϊόντα. Στη Γαλλία και στις Ενωμένες Πολιτείες αναλογεί σχεδόν μια αγελάδα για κάθε πέντε κατοίκους, στη Γερμανία μια για κάθε έξι, στη Ρωσία μια για κάθε οχτώ. Αλλά, σε ότι αφορά το γάλα, μια αγελάδα αυτών των χωρών μετράει για δυο σοβιετικές αγελάδες. Μόνο στην παραγωγή των δημητριακών, ιδιαίτερα στη σίκαλη, και επίσης στις πατάτες, η Σοβιετική Ένωση, αν λογαριάσουμε την παραγωγή κατά κάτοικο, ξεπερνά, αισθητά τις περισσότερες χώρες της Ευρώπης και τις Ενωμένες Πολιτείες. Το ψωμί όμως από σίκαλη και η πατάτα, που είναι οι κυριότερες τροφές του πληθυσμού, είναι το κλασικό σύμβολο της φτώχειας.
Η κατανάλωση χαρτιού είναι ένας από τους κύριους δείκτες του πολιτισμού μιας χώρας. Το 1935, η Σοβιετική Ένωση παρήγαγε λιγότερα από τέσσερα κιλά χαρτί κατά κάτοικο, οι Ενωμένες Πολιτείες πάνω από τριάντα τέσσερα κιλά (έναντι 48 κιλών το 1928), και η Γερμανία σαράντα επτά κιλά. Οι Ενωμένες Πολιτείες καταναλώνουν δώδεκα μολύβια το χρόνο κατά κάτοικο, ενώ η Σοβιετική Ένωση καταναλώνει μόνο 4, κι αυτά σε τόσο κακή ποιότητα που το χρήσιμο έργο τους δεν ξεπερνά το έργο του ενός ή το πολύ πολύ των δύο καλών μολυβιών. Οι εφημερίδες παραπονιούνται συχνά ότι η έλλειψη στα αλφαβητάρια, το χαρτί και τα μολύβια παραλύει τη δουλειά στα σχολεία. Δεν είναι παράξενο που η εξάλειψη του αναλφαβητισμού, στόχος για τη δεκάτη Επέτειο της Οκτωβριανής Επανάστασης, είναι μακριά από την εκπλήρωσή του.
Το πρόβλημα αυτό μπορεί επίσης να φωτιστεί αν ξεκινήσουμε από γενικότερους υπολογισμούς. Το κατά κεφαλή εθνικό εισόδημα στη Σοβιετική Ένωση είναι σημαντικά μικρότερο από το εθνικό εισόδημα των χωρών της Δύσης. Επομένως, μια που οι επενδύσεις κεφαλαίου απορροφούν σχεδόν το 25 με 30% –ποσοστό ασύγκριτα μεγαλύτερο από οπουδήποτε αλλού– το συνολικό ποσό που καταναλώνεται από τις λαϊκές μάζες δεν μπορεί παρά να είναι σημαντικά χαμηλότερο από ότι στις προχωρημένες καπιταλιστικές χώρες.
Είναι αλήθεια ότι στη Σοβιετική Ένωση δεν υπάρχουν κατέχουσες τάξεις που η ασωτία τους να ισορροπεί με την υποκατανάλωση των λαϊκών μαζών. Το βάρος όμως αυτής της παρατήρησης είναι λιγότερο μεγάλο από όσο φαίνεται στην πρώτη ματιά. Το βασικό ελάττωμα του καπιταλιστικού συστήματος δεν βρίσκεται στην ασωτία των κυρίαρχων τάξεων, όσο κι αν είναι αποκρουστική αυτή καθεαυτή, αλλά στο γεγονός ότι, για να εξασφαλίσει η αστική τάξη το προνόμιο να σπαταλάει, διατηρεί την ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και, έτσι, καταδικάζει το οικονομικό σύστημα στην αναρχία και στην αποσύνθεση. Η αστική τάξη έχει βέβαια το μονοπώλιο της κατανάλωσης στα είδη πολυτελείας. Αλλά σε ότι αφορά τα είδη πρώτης ανάγκης, οι εργαζόμενες μάζες αποτελούν τη συντριπτική πλειοψηφία των καταναλωτών. Επιπλέον, πιο κάτω θα δούμε ότι, ενώ στη Σοβιετική Ένωση δεν υπάρχουν κατέχουσες τάξεις, με την πραγματική σημασία του όρου, υπάρχει, ωστόσο, ένα πολύ προνομιούχο διευθυντικό στρώμα του πληθυσμού που ιδιοποιείται τη μερίδα του λέοντος στη σφαίρα της κατανάλωσης. Έτσι, αν υπάρχει μια χαμηλότερη κατά κεφαλή παραγωγή σε είδη πρώτης ανάγκης στη Σοβιετική Ένωση από ότι στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, αυτό σημαίνει ότι το βιοτικό επίπεδο των σοβιετικών μαζών είναι ακόμα πιο κάτω από το επίπεδο του καπιταλισμού.
Η ιστορική ευθύνη γι’ αυτή την κατάσταση πέφτει φυσικά στο μαύρο και βαρύ παρελθόν της Ρωσίας, στην κληρονομιά του σκοταδισμού και της φτώχειας. Δεν υπήρχε άλλη διέξοδος προς την πρόοδο πέρα από την ανατροπή του καπιταλισμού. Για να πεισθούμε φτάνει να ρίξουμε μια ματιά στις βαλτικές χώρες και στην Πολωνία, που άλλοτε ήταν τα πιο αναπτυγμένα τμήματα της τσαρικής αυτοκρατορίας και τώρα δεν μπορούν να βγουν από το βάλτο. Η αθάνατη υπηρεσία του καθεστώτος των Σοβιέτ βρίσκεται στην εντατική και πετυχημένη πάλη του ενάντια στη χιλιόχρονη καθυστέρηση της Ρωσίας. Αλλά μια σωστή εκτίμηση αυτού που έχει επιτευχθεί είναι ο πρώτος όρος για κάθε παραπέρα πρόοδο.
Το σοβιετικό καθεστώς περνάει ένα προπαρασκευαστικό στάδιο, εισάγει, δανείζεται και αφομοιώνει τις τεχνικές και πολιτιστικές κατακτήσεις της Δύσης. Οι συγκριτικοί δείκτες της παραγωγής και της κατανάλωσης μαρτυρούν ότι το προπαρασκευαστικό αυτό στάδιο κάθε άλλο παρά έχει τελειώσει. Ακόμα κι αν κάνουμε την απίθανη υπόθεση μιας πλήρους και συνεχιζόμενης καπιταλιστικής ακινησίας, το στάδιο αυτό θα χρειαστεί μια ολόκληρη ιστορική περίοδο. Αυτό είναι ένα πρώτο εξαιρετικά σπουδαίο συμπέρασμα που θα το χρειαστούμε στην παραπέρα έρευνά μας.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
————————
[1] Αναφέρεται στο μετρικό καντάρι που ισούται με 100 κιλά.