Marxistbooks> Βιβλιοθήκη> Τρότσκι>Η Προδομένη Επανάσταση_d

Λεόν Τρότσκι

Η ΠΡΟΔΟΜΕΝΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Προηγούμενο: Τι έχει Κατακτηθεί
Επόμενο: Ο Σοσιαλισμός και το Κράτος



ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ
ΚΑΙ ΤΑ ΖΙΚ ΖΑΚ ΤΗΣ ΗΓΕΣΙΑΣ

1. Ο «Πολεμικός Κομμουνισμός», η «Νέα Οικονομική Πολιτική»(ΝΕΠ)
και η Πορεία προς τον Κουλάκο

Η γραμμή ανάπτυξης της σοβιετικής οικονομίας είναι μακριά από το να είναι μια αδιάκοπη και ομοιόμορφη ανοδική καμπύλη. Στα πρώτα δέκα οχτώ χρόνια του νέου καθεστώτος μπορείτε να διακρίνετε καθαρά διάφορα στάδια που σημαδεύονται από οξύτατες κρίσεις. Μια σύντομη σκιαγράφηση της οικονομικής ιστορίας της Σοβιετικής Ένωσης σε σχέση με την πολιτική της κυβέρνησης είναι απόλυτα αναγκαία και για τη διάγνωση και για την πρόβλεψη.

Τα τρία πρώτα χρόνια μετά την επανάσταση ήταν μια περίοδος ανοιχτού και σκληρού εμφυλίου πολέμου. Η οικονομική ζωή ήταν εξολοκλήρου υποταγμένη στις ανάγκες του μετώπου. Η πολιτιστική ζωή παράμεινε σε δεύτερο πλάνο και χαρακτηριζόταν από μια τολμηρή σειρά δημιουργικής σκέψης, πάνω απ’ όλα από την προσωπική σκέψη του Λένιν, μπροστά σε μια εξαιρετική σπανιότητα υλικών μέσων. Αυτή ήταν η περίοδος του λεγόμενου «πολεμικού κομμουνισμού» (1918-1921), που σχηματίζει έναν ηρωικό παράλληλο στον «πολεμικό σοσιαλισμό» των καπιταλιστικών χωρών. Τα οικονομικά προβλήματα της σοβιετικής κυβέρνησης, σε αυτά τα χρόνια, περιορίζονταν κυρίως στην υποστήριξη της πολεμικής βιομηχανίας και στη χρησιμοποίηση των ελάχιστων πόρων που είχαν μείνει από το παρελθόν για στρατιωτικούς σκοπούς και για να κρατήσουν ζωντανό τον πληθυσμό των πόλεων. Στην ουσία του, ο πολεμικός κομμουνισμός, ήταν μια συστηματική οργάνωση της κατανάλωσης μέσα σε ένα πολιορκημένο φρούριο.

Είναι, ωστόσο, αναγκαίο να αναγνωρίσουμε, ότι η πρωταρχική αντίληψη επιδίωκε ευρύτερους στόχους. Η κυβέρνηση των Σοβιέτ έλπιζε και πάλευε να αναπτύξει αυτές τις μέθοδες οργάνωσης άμεσα σε ένα σύστημα σχεδιασμένης οικονομίας τόσο στη διανομή όσο και στην παραγωγή. Με άλλα λόγια, από τον «πολεμικό κομμουνισμό» έλπιζε βαθμιαία, αλλά χωρίς να καταστρέψει το σύστημα, να φτάσει στον γνήσιο κομμουνισμό. Το πρόγραμμα του Μπολσεβίκικου Κόμματος, που υιοθετήθηκε το Μάρτη του 1919, έγραφε: «Στη σφαίρα της διανομής το τωρινό καθήκον της σοβιετικής κυβέρνησης είναι να συνεχίσει αταλάντευτα πάνω σε μια σχεδιασμένη, οργανωμένη και εθνικού επιπέδου κλίμακα να αντικαθιστά το εμπόριο με τη διανομή των προϊόντων».

Η πραγματικότητα, ωστόσο, ερχόταν σε ολοένα και πιο μεγάλη σύγκρουση με το πρόγραμμα του «πολεμικού κομμουνισμού». Η παραγωγή έπεφτε συνεχώς, κι όχι μόνο εξαιτίας των καταστροφικών δραστηριοτήτων του πολέμου, αλλά και εξαιτίας της έλλειψης κινήτρων προσωπικού συμφέροντος στους παραγωγούς. Οι πόλεις ζητούσαν σιτηρά και πρώτες ύλες από τις αγροτικές περιοχές, και για αντάλλαγμα δεν τους έδιναν τίποτε άλλο πέρα από ποικιλόχρωμα κομμάτια από χαρτί που, σύμφωνα με μια παλιά συνήθεια, τα λέγανε χρήματα. Και ο μουζίκος έθαβε στη γη τα αποθέματα του. Η κυβέρνηση έστελνε ένοπλα αποσπάσματα εργατών για τα σιτηρά. Ο μουζίκος μείωνε τη σπορά του. Η βιομηχανική παραγωγή του 1921, αμέσως μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου, έφτασε, στην καλύτερη περίπτωση, στο ένα πέμπτο του προπολεμικού επιπέδου. Η παραγωγή ατσαλιού έπεσε από 4,2 εκατομμύρια τόνους στις 183 χιλιάδες τόνους δηλαδή στο 1/23. Η συνολική συγκομιδή σιτηρών μειώθηκε από 801 εκατομμύρια καντάρια στα 503 εκατομμύρια το 1922. Ήταν ένας χρόνος φοβερού λιμού. Τον ίδιο χρόνο, το εξωτερικό εμπόριο κατρακύλησε από 2,9 δισεκατομμύρια ρούβλια στα 30 εκατομμύρια. Η κατάρρευση των παραγωγικών δυνάμεων ξεπέρασε κάθετι που γνώρισε ποτέ η ιστορία. Η χώρα, και μαζί με αυτήν η κυβέρνηση, βρέθηκαν πραγματικά στο χείλος της αβύσσου.

Οι ουτοπικές ελπίδες της εποχής του πολεμικού κομμουνισμού υποβλήθηκαν αργότερα σε μια αμείλικτη, και από πολλές απόψεις σωστή, κριτική. Ωστόσο, το θεωρητικό λάθος του κυβερνητικού Κόμματος θα έμενε ανεξήγητο αν λησμονούσαμε το γεγονός ότι όλοι οι υπολογισμοί αυτή την εποχή στηρίζονταν στην ελπίδα μιας σύντομης νίκης της επανάστασης στη Δύση. Θεωρούνταν σαν αυταπόδεικτο ότι το νικηφόρο γερμανικό προλεταριάτο θα εφοδίαζε τη Σοβιετική Ρωσία, με πίστωση έναντι μελλοντικών τροφίμων και πρώτων υλών, όχι μόνο με μηχανήματα και βιομηχανικά είδη, αλλά και με δεκάδες χιλιάδες υψηλής ειδίκευσης εργάτες, μηχανικούς και οργανωτές. Και δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι αν η προλεταριακή επανάσταση είχε θριαμβεύσει στη Γερμανία –πράγμα που εμποδίστηκε αποκλειστικά και μόνο από τους σοσιαλδημοκράτες– η οικονομική ανάπτυξη της Σοβιετικής Ένωσης, όπως και της ίδιας της Γερμανίας, θα είχε προχωρήσει με τέτοια γιγάντια βήματα που η τύχη της Ευρώπης και του κόσμου θα ήταν σήμερα ασύγκριτα πιο ευνοϊκή. Μπορούμε, ωστόσο, να πούμε με βεβαιότητα, ότι ακόμα και σε μια τόσο ευνοϊκή περίπτωση, θα ήμασταν υποχρεωμένοι να αρνηθούμε την άμεση κρατική διανομή των προϊόντων και να ξαναγυρίσουμε στις εμπορικές μέθοδες.

Ο Λένιν εξήγησε την αναγκαιότητα της αποκατάστασης της αγοράς με την ύπαρξη στη χώρα εκατομμυρίων μεμονωμένων αγροτικών επιχειρήσεων που δεν έχουν συνηθίσει να καθορίζουν τις οικονομικές τους σχέσεις με τον έξω κόσμο, παρά διαμέσου του εμπορίου. Η κυκλοφορία των εμπορευμάτων θα εγκαθίδρυε μια «σύνδεση», όπως την αποκαλούσαμε, ανάμεσα στον αγρότη και τις εθνικοποιημένες βιομηχανίες. Η θεωρητική φόρμουλα γι’ αυτή τη «σύνδεση» είναι πολύ απλή: η βιομηχανία θα πρέπει να προμηθεύει τις αγροτικές περιοχές με τα απαραίτητα εμπορεύματα σε τέτοιες τιμές που θα κάνει ικανό το κράτος να παραιτηθεί από τη βίαιη συγκέντρωση των προϊόντων της αγροτικής εργασίας.

Η επανεγκαθίδρυση των οικονομικών σχέσεων με τις αγροτικές περιοχές ήταν αναμφισβήτητα το πιο κρίσιμο και επείγον καθήκον της Νέας Οικονομικής Πολιτικής (ΝΕΠ). Ένα μικρό πείραμα, ωστόσο, απόδειξε ότι η ίδια η βιομηχανία, παρά τον κοινωνικοποιημένο χαρακτήρα της, είχε ανάγκη από τις μέθοδες πληρωμής με χρήμα, που επεξεργάστηκε ο καπιταλισμός. Μια σχεδιασμένη οικονομία δεν μπορεί να στηριχτεί απλά σε ιδεατά στοιχεία. Το παιχνίδι της προσφοράς και της ζήτησης παραμένει για μια μεγάλη περίοδο η αναγκαία υλική βάση και το απαραίτητο διορθωτικό.

Η αγορά, νομιμοποιημένη από τη ΝΕΠ, άρχισε, με τη βοήθεια ενός οργανωμένου νομίσματος να κάνει τη δουλειά της. Από τις αρχές του 1923, χάρη σε μια πρώτη ώθηση από τις αγροτικές περιοχές, η βιομηχανία άρχισε να ξαναζωντανεύει. Και, επιπλέον, πέτυχε αμέσως ένα υψηλό ρυθμό. Είναι αρκετό να πούμε ότι η παραγωγή διπλασιάστηκε στα 1922 και 1923, και το 1926 είχε ήδη φτάσει το προπολεμικό της επίπεδο δηλαδή είχε αυξηθεί περισσότερο από πέντε φορές σε σχέση με το μέγεθος του 1921. Τον ίδιο χρόνο, αν και με ένα πολύ πιο μέτριο ρυθμό, αυξήθηκε και η σοδιά.

Αρχίζοντας με τον κρίσιμο χρόνο του 1923, οι διαφωνίες που είχαν ήδη παρατηρηθεί νωρίτερα στο κυβερνητικό Κόμμα, σε ότι αφορά τις σχέσεις ανάμεσα στη βιομηχανία και τη γεωργία, άρχισαν να οξύνονται. Σε μια χώρα που έχει ολότελα εξαντλήσει τις εφεδρείες και τα αποθέματα της, η βιομηχανία δεν μπορούσε να αναπτυχθεί παρά αν δανειζόταν σιτηρά και πρώτες ύλες από τους αγρότες. Τα πάρα πολλά, όμως, «αναγκαστικά δάνεια» προϊόντων κατάστρεφαν το κίνητρο για εργασία. Ο αγρότης, που δεν πίστευε στη μελλοντική ευημερία, απαντούσε στην εκστρατεία της πόλης για σιτηρά με απεργία στη σπορά. Η πολύ μικρή συγκέντρωση σιτηρών, από την άλλη, μας απειλούσε με παράλυση. Αφού δεν έπαιρναν βιομηχανικά προϊόντα, οι αγρότες στρέφονταν προς τη βιομηχανική εργασία για να ικανοποιήσουν τις δικές τους ανάγκες, και ξαναζωντάνευαν την παλιά οικογενειακή χειροτεχνία. Οι διαφωνίες στο Κόμμα άρχισαν γύρω από το ζήτημα, πόσο να πάρουμε από τα χωριά για τη βιομηχανία για να επισπεύσουμε την περίοδο μιας δυναμικής ισορροπίας ανάμεσά τους. Τη διαμάχη έκανε ακόμα πιο δύσκολη το ζήτημα της κοινωνικής δομής του ίδιου του χωριού.

Την άνοιξη του 1923, σε ένα Συνέδριο του Κόμματος, ο εκπρόσωπος της «Αριστερής Αντιπολίτευσης» –που τότε δεν ήταν ακόμα γνωστή με αυτό το όνομα– απόδειξε τη διαφορά ανάμεσα στις τιμές των βιομηχανικών και αγροτικών προϊόντων με τη μορφή ενός ζοφερού διαγράμματος. Το φαινόμενο αυτό ονομάστηκε τότε για πρώτη φορά «η ψαλίδα», ένας όρος που από τότε σχεδόν έγινε διεθνής. Αν η παραπέρα καθυστέρηση της βιομηχανίας –έλεγε ο ομιλητής– συνεχίσει να ανοίγει αυτή την ψαλίδα, τότε μια ρήξη ανάμεσα στην πόλη και την ύπαιθρο είναι αναπόφευκτη.

Οι αγρότες έκαναν μια σαφή διάκριση ανάμεσα στη δημοκρατική και αγροτική επανάσταση, που το Μπολσεβίκικο Κόμμα είχε φέρει σε πέρας, και την πολιτική του που επιδίωκε να ρίξει τα θεμέλια του σοσιαλισμού. Η απαλλοτρίωση των γαιοκτημόνων και των κρατικών κτημάτων έφερε στους αγρότες πάνω από μισό δισεκατομμύριο χρυσά ρούβλια το χρόνο. Ωστόσο, στις τιμές των κρατικών προϊόντων οι αγρότες είχαν πληρώσει ένα πολύ μεγαλύτερο ποσό. Όσο το καθαρό αποτέλεσμα των δυο επαναστάσεων, της δημοκρατικής και της σοσιαλιστικής, που τις έδεσε μαζί ο σφιχτός κόμπος του Οκτώβρη, ανάγονταν για την αγροτιά σε μια ζημιά εκατοντάδων εκατομμυρίων, η ένωση των δύο τάξεων παράμενε αμφίβολη.

Ο διάσπαρτος χαρακτήρας της αγροτικής οικονομίας, που κληρονομήθηκε από το παρελθόν, χειροτέρεψε από τα αποτελέσματα της Επανάστασης του Οκτώβρη. Ο αριθμός των ανεξάρτητων αγροκτημάτων ανέβηκε στη διάρκεια της επόμενης δεκαετίας από 16 εκατομμύρια στα 25 εκατομμύρια, πράγμα που φυσικά δυνάμωσε τον καθαρά καταναλωτικό χαρακτήρα της πλειοψηφίας των αγροτικών επιχειρήσεων. Αυτό ήταν μια από τις αιτίες της έλλειψης των αγροτικών προϊόντων.

Μια μικρή εμπορευματική οικονομία γεννάει αναπόφευκτα εκμεταλλευτές. Στο ποσοστό που τα χωριά ανορθώνονταν, η διαφοροποίηση μέσα στην αγροτική μάζα άρχισε να μεγαλώνει. Η ανάπτυξη αυτή ακολούθησε τα παλιά καλοπατημένα χνάρια. Η άνοδος του κουλάκου[1] ξεπερνούσε τη γενική άνοδο της γεωργίας. Η πολιτική της κυβέρνησης με το σύνθημα «τα μάτια μας στην ύπαιθρο», ήταν πραγματικά μια στροφή των ματιών τους στον κουλάκο. Οι αγροτικοί φόροι που πέφτανε πάνω στους φτωχούς ήταν πολύ βαρύτεροι από τους φόρους πάνω στους εύπορους, που, επιπλέον, αρπούσαν την αφρόκρεμα από τις κρατικές πιστώσεις. Τα πλεονάσματα των σιτηρών, που τα κατείχαν κυρίως τα ανώτατα στρώματα του χωριού, χρησιμoποιούνταν για να υποδουλώσουν τα πιο φτωχά και για κερδοσκοπικές πουλήσεις στα αστικά στοιχεία των πόλεων. Ο Μπουχάριν, ο θεωρητικός της κυρίαρχης φράξιας αυτή την εποχή, έριχνε στην αγροτιά το περιβόητο σύνθημα του: «Πλουτίστε!». Στη γλώσσα της θεωρίας αυτό υποτίθεται ότι σήμαινε μια βαθμιαία ενσωμάτωση των κουλάκων στο σοσιαλισμό. Στην πράξη αυτό σήμαινε τον πλουτισμό μιας μειοψηφίας σε βάρος της συντριπτικής πλειοψηφίας.

Αιχμάλωτη της ίδιας της πολιτικής της, η κυβέρνηση ήταν αναγκασμένη να υποχωρεί βήμα το βήμα μπροστά στις απαιτήσεις μιας αγροτικής μικρομπουρζουαζίας. Το 1925, νομιμοποιήθηκαν στη γεωργία η μίσθωση της εργατικής δύναμης και η ενοικίαση της γης. Η αγροτιά πολώθηκε με τους μικρούς καπιταλιστές, από τη μια, και τους μεροκαματιάρηδες, από την άλλη. Την ίδια στιγμή, λόγω της έλλειψης βιομηχανικών εμπορευμάτων, το κράτος είχε εκτοπισθεί από την αγροτική αγορά. Ανάμεσα στον κουλάκο και τον μικροβιοτέχνη, εμφανίστηκε, σαν να ξεφύτρωσε από τη γη, ο μεσίτης. Οι ίδιες οι κρατικές επιχειρήσεις, αναζητώντας πρώτες ύλες, ήταν όλο και πιο πολύ αναγκασμένες να συναλλάσσονται με ιδιώτες εμπόρους. Το κύμα του καπιταλισμού που φούσκωνε ήταν ορατό παντού. Οι άνθρωποι που σκέπτονταν βλέπανε καθαρά ότι μια επανάσταση στις μορφές της ιδιοκτησίας δεν λύνει το πρόβλημα του σοσιαλισμού, αλλά απλά το θέτει.

Το 1925, όταν η πορεία προς τον κουλάκο ήταν σε πλήρη ακμή, ο Στάλιν άρχισε να ετοιμάζεται για την αποεθνικοποίηση της γης. Στο ερώτημα που έθεσε με δική του υπόδειξη ένας σοβιετικός δημοσιογράφος: «Δεν θα ήταν σκόπιμο για το συμφέρον της γεωργίας να μεταβιβαστεί σε κάθε αγρότη για δέκα χρόνια το κομμάτι της γης που ο ίδιος καλλιεργεί;», ο Στάλιν απάντησε: «Ναι, και για σαράντα χρόνια ακόμα». Ο Επίτροπος του Λαού για τη Γεωργία στη Δημοκρατία της Γεωργίας, με πρωτοβουλία του ίδιου του Στάλιν υπόβαλε ένα νομοσχέδιο για την αποεθνικοποίηση της γης. Ο στόχος ήταν να εμπνεύσουν στον κτηματία εμπιστοσύνη στο ίδιο του το μέλλον. Ενώ γινόταν αυτό, το φθινόπωρο του 1926, το 60% σχεδόν των σιτηρών, που προορίζονταν για πούληση, ήταν στα χέρια του 6% των ιδιοκτητών αγροτών! Το κράτος δεν είχε σιτηρά, όχι μόνο για το εξωτερικό εμπόριο, αλλά ούτε και για τις ανάγκες της χώρας. Το γεγονός ότι οι εξαγωγές του ήταν ασήμαντες το ανάγκασαν να παραιτηθεί από την εισαγωγή βιομηχανικών ειδών, και να περιορίσει στο ελάχιστο την εισαγωγή μηχανών και πρώτων υλών.

Καθυστερώντας την εκβιομηχάνιση και δίνοντας ένα χτύπημα στην κύρια μάζα των αγροτών, αυτή η πολιτική της στροφής στον εύπορο κτηματία αποκάλυψε με σαφήνεια τα δυο αυτά χρόνια, 1924-1926, τις πολιτικές της συνέπειες. Πέτυχε μια ασυνήθιστη ανάπτυξη της αυτοσυνείδησης της μικρομπουρζουαζίας της πόλης και του χωριού, την κατάληψη πολλών τοπικών Σοβιέτ απ’ αυτούς, το μεγάλωμα της δύναμης και της αυτοπεποίθησης της γραφειοκρατίας, την αύξηση της πίεσης πάνω στους εργάτες και την πλήρη κατάργηση της δημοκρατίας στο Κόμμα και στα Σοβιέτ. Η ανάπτυξη των κουλάκων ήταν το σήμα του κινδύνου για δυο επιφανή μέλη της κυβερνητικής ομάδας, τον Ζινόβιεφ και τον Κάμενεφ, που, χαρακτηριστικά, ήταν πρόεδροι των Σοβιέτ των δυο κύριων προλεταριακών κέντρων, του Λένινγκραντ και της Μόσχας. Αλλά οι επαρχίες, κι ακόμα περισσότερο η γραφειοκρατία, στέκονταν σταθερά στο πλευρό του Στάλιν. Η πορεία προς τον εύπορο κτηματία νίκησε. Το 1926, ο Ζινόβιεφ και ο Κάμενεφ, μαζί με τους οπαδούς τους, ενώθηκαν με την Αντιπολίτευση του 1923 (τους «Τροτσκιστές»).

Βέβαια, «καταρχήν» η κυρίαρχη ομάδα ακόμα και τότε δεν αρνιόταν την κολεχτιβοποίηση της γεωργίας. Απλά την τοποθετούσε ύστερα από μερικές δεκαετίες στις προοπτικές της. Ο μελλοντικός Επίτροπος του Λαού για τη Γεωργία, ο Γιάκοβλεφ, γράφει το 1927 ότι, αν και η σοσιαλιστική ανοικοδόμηση του χωριού μπορεί να εκπληρωθεί μόνο μέσα από την κολεχτιβοποίηση, όμως «αυτό προφανώς δεν μπορεί να γίνει σε ένα, δυο ή τρία χρόνια, και πιθανόν ούτε σε μια δεκαετία». «Τα συλλογικά αγροκτήματα και οι κομμούνες», συνέχισε, «...είναι τώρα, και αναμφίβολα θα μείνουν για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, απλά νησάκια στη θάλασσα της ατομικής αγροτικής ιδιοκτησίας». Και είναι αλήθεια ότι αυτή την περίοδο μόνο το 8% των αγροτικών οικογενειών ανήκαν στις κολεχτίβες.

Η πάλη μέσα στο Κόμμα γύρω από τη λεγόμενη «γενική γραμμή», που είχε έρθει στην επιφάνεια το 1923, έγινε ιδιαίτερα έντονη και παράφορη το 1926. Στην εκτεταμένη της πλατφόρμα, που έθιγε όλα τα προβλήματα της βιομηχανίας και της οικονομίας, η Αριστερή Αντιπολίτευση έγραφε: «Το Κόμμα πρέπει να αντισταθεί και να συντρίψει κάθε τάση που κατευθύνεται προς την ακύρωση ή την υπόσκαψη της εθνικοποίησης της γης, μια από τις κολώνες της προλεταριακής δικτατορίας». Στο ζήτημα αυτό, η Αντιπολίτευση νίκησε. Οι άμεσες επιθέσεις ενάντια στην εθνικοποίηση εγκαταλείφθηκαν. Αλλά το πρόβλημα, φυσικά, αφορούσε πολύ περισσότερα από τις μορφές ιδιοκτησίας στη γη.

«Στην ανάπτυξη των ατομικών αγροκαλλιεργειών στην ύπαιθρο πρέπει να αντιτάξουμε μια ταχύτερη ανάπτυξη των συλλογικών αγροκτημάτων. Είναι αναγκαίο να διαθέτουμε συστηματικά, χρόνο το χρόνο, ένα σημαντικό ποσό για να βοηθούμε τους φτωχούς αγρότες που είναι οργανωμένοι στις κολεχτίβες. Όλη η δουλειά στις κοπερατίβες πρέπει να είναι διαποτισμένη από την πρόθεση να μετατρέψουμε τη μικρή παραγωγή σε μια πλατιά κολεχτιβοποιημένη παραγωγή». Αλλά το πλατύ αυτό πρόγραμμα της κολεχτιβοποίησης το αντιμετώπιζαν επίμονα σαν ουτοπικό για τα επόμενα χρόνια. Στη διάρκεια των προετοιμασιών για το 15ο Συνέδριο του Κόμματος, που ο στόχος του ήταν να διαγράψει την Αριστερή Αντιπολίτευση, ο Μόλοτοφ, ο μετέπειτα πρόεδρος του Συμβουλίου των Επιτρόπων του Λαού, είπε επανειλημμένα: «Δεν πρέπει να πέσουμε(!) στις αυταπάτες των φτωχών αγροτών σε ότι αφορά την κολεχτιβοποίηση πλατιών αγροτικών μαζών. Στις σημερινές συνθήκες αυτό δεν είναι πια δυνατό». Σύμφωνα με το ημερολόγιο, αυτό έγινε στο τέλος του 1927. Τόσο μακριά βρισκόταν η ομάδα που κυβερνούσε αυτή την εποχή από τη δική της μελλοντική πολιτική απέναντι στους αγρότες!

Τα ίδια αυτά χρόνια (1923-1928) διεξαγόταν μια πάλη του κυβερνητικού συνασπισμού, Στάλιν, Μόλοτοφ, Ρίκοφ, Τόμσκι, Μπουχάριν (ο Ζινόβιεφ και ο Κάμενεφ είχαν περάσει στην Αντιπολίτευση στις αρχές του 1926), ενάντια στους υπερασπιστές της «υπερεκβιομηχάνισης» και της σχεδιασμένης διεύθυνσης. Ο ιστορικός του μέλλοντος θα διαπιστώσει με μεγάλη του έκπληξη την κακόβουλη δυσπιστία με την οποία ήταν εξολοκλήρου εμποτισμένη η κυβέρνηση του σοσιαλιστικού κράτους απέναντι σε μια τολμηρή οικονομική πρωτοβουλία. Η επιτάχυνση του ρυθμού εκβιομηχάνισης γινόταν εμπειρικά, κάτω από εξωτερικές ωθήσεις, με ένα ωμό σπάσιμο κάθε υπολογισμού και μια ασυνήθιστη αύξηση των γενικών εξόδων. Όταν η απαίτηση για ένα πεντάχρονο πλάνο προωθήθηκε από την Αντιπολίτευση, το 1923, αντιμετωπίστηκε με χλευασμούς και με το πνεύμα του μικροαστού που φοβάται «ένα πήδημα στο άγνωστο». Αργότερα, τον Απρίλη του 1927, ο Στάλιν ισχυρίστηκε σε μια Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής ότι η προσπάθεια να χτίσουμε τον υδροηλεκτρικό σταθμό του Ντνιέπερστροϊ θα ήταν για μας ότι για ένα μουζίκο να αγοράσει ένα γραμμόφωνο αντί για μια αγελάδα. Ο υψιπετής αυτός αφορισμός συνόψιζε ένα ολόκληρο πρόγραμμα. Αξίζει να σημειωθεί ότι στη διάρκεια αυτού του χρόνου ο αστικός Τύπος ολόκληρου του κόσμου, και ο σοσιαλδημοκρατικός Τύπος μετά απ’ αυτόν, επαναλάβαιναν με συμπάθεια την επίσημη κατηγορία ενάντια στην Αριστερή Αντιπολίτευση για βιομηχανικό ρομαντισμό.

Μέσα στο θόρυβο των κομματικών συζητήσεων οι αγρότες απαντούσαν στην έλλειψη βιομηχανικών αγαθών με μια ολοένα και πιο επίμονη απεργία. Δεν πήγαιναν τα σιτηρά τους στην αγορά, ούτε αύξαιναν τη σπορά τους. Η δεξιά πτέρυγα (Ρίκοφ, Τόμσκι, Μπουχάριν), που έδινε τον τόνο σ’ αυτή την περίοδο, ζητούσε ένα ευρύτερο πεδίο δράσης για τις καπιταλιστικές τάσεις στο χωριό διάμεσου μιας αύξησης της τιμής των σιτηρών, ακόμα κι αν αυτό έριχνε το ρυθμό στη βιομηχανία. Η μόνη δυνατή διέξοδος κάτω από μια τέτοια πολιτική θα ήταν να εισαχθούν βιομηχανικά είδη με αντάλλαγμα την εξαγωγή αγροτικών πρώτων υλών. Αλλά αυτό θα σήμαινε το σχηματισμό μιας «σύνδεσης», όχι ανάμεσα στην αγροτική οικονομία και τις σοσιαλιστικές βιομηχανίες, αλλά ανάμεσα στον κουλάκο και τον παγκόσμιο καπιταλισμό. Αλλά δεν άξιζε να κάνουμε την Οκτωβριανή Επανάσταση για κάτι τέτοιο.

«Η επιτάχυνση της εκβιομηχάνισης», απαντούσε ο εκπρόσωπος της Αντιπολίτευσης στη Συνδιάσκεψη του Κόμματος το 1926, «ιδιαίτερα διαμέσου της αύξησης της φορολογίας του κουλάκου, θα παράγει μια πλατιά μάζα αγαθών και θα ρίξει τις τιμές στην αγορά, και αυτό θα είναι ένα πλεονέκτημα και για τον εργάτη και για την πλειοψηφία των αγροτών... “Τα μάτια μας στο χωριό” δεν σημαίνει καθόλου να γυρίσουμε την πλάτη στη βιομηχανία. Σημαίνει βιομηχανία για το χωριό. Γιατί τα “μάτια” του κράτους, αν σε αυτά δεν περιλαβαίνεται η βιομηχανία, είναι άχρηστα για το χωριό».

Η απάντηση του Στάλιν ήταν μια ομοβροντία ενάντια στα φανταστικά σχέδια της Αντιπολίτευσης. Η βιομηχανία δεν πρέπει «να προχωρήσει βιαστικά, ξεκόβοντας από τη γεωργία και εγκαταλείποντας το ρυθμό συσσώρευσης στη χώρα μας». Οι αποφάσεις του Κόμματος συνέχιζαν να επαναλαβαίνουν αυτά τα αξιώματα παθητικής προσαρμογής στους ανώτατους πλούσιους κύκλους της αγροτιάς. Το 15ο Συνέδριο του Κόμματος, που συγκλήθηκε το Δεκέμβρη του 1927 για την τελική συντριβή των «υπερ-εκβιομηχανιστών», προειδοποίησε για «τον κίνδυνο μιας μεγάλης περιπλοκής των κρατικών κεφαλαίων σε μεγάλα έργα». Η κυρίαρχη φράξια εκείνη την εποχή αρνιόταν ακόμα να δει οποιονδήποτε άλλο κίνδυνο.

Το οικονομικό έτος 1927-1928, η λεγόμενη περίοδος της ανασυγκρότησης, στην οποία η βιομηχανία δούλεψε κυρίως με τα προεπαναστατικά μηχανήματα, και η γεωργία με τα παλιά εργαλεία, είχε φτάσει σε ένα τέλος. Για ένα κατοπινό προχώρημα ήταν αναγκαία μια ανεξάρτητη βιομηχανική οικοδόμηση σε πλατιά κλίμακα. Ήταν πια αδύνατη μια παραπέρα καθοδήγηση με ψηλαφίσματα και χωρίς σχέδιο.

Οι υποθετικές δυνατότητες της σοσιαλιστικής εκβιομηχάνισης είχαν αναλυθεί από την Αντιπολίτευση από νωρίς, από το 1923-1925. Το γενικό της συμπέρασμα ήταν ότι, μετά την εξάντληση του εξοπλισμού που κληρονομήθηκε από την μπουρζουαζία, η σοβιετική βιομηχανία μπορεί, πάνω στη βάση της σοσιαλιστικής συσσώρευσης, να πετύχει ένα ρυθμό ανάπτυξης εντελώς αδύνατο μέσα στον καπιταλισμό. Οι ηγέτες της κυβερνητικής φράξιας χλευάζανε ανοιχτά τους επιφυλακτικούς συντελεστές μας του 15 με 18% σαν φανταστική μουσική ενός άγνωστου μέλλοντος. Αυτό αποτελούσε εκείνη την περίοδο την ουσία της πάλης ενάντια στον «τροτσκισμό».

Ο πρώτος επίσημος σχεδιασμός του πεντάχρονου πλάνου, που προετοιμάστηκε επιτέλους το 1927, διαπερνιόταν από το πνεύμα της τσιγκουνιάς και της αδεξιότητας. Η αύξηση της βιομηχανικής παραγωγής είχε σχεδιαστεί με ένα ρυθμό που απόκλινε κάθε χρόνο από 9 μέχρι 4%. Η κατανάλωση κατά άτομο στη διάρκεια και των πέντε χρόνων θα μεγάλωνε κατά 12%! Η απίστευτη δειλία της σκέψης τους στο πρώτο αυτό πλάνο φανερώθηκε καθαρά στο γεγονός ότι ο κρατικός προϋπολογισμός στο τέλος των πέντε χρόνων δεν θα αποτελούσε παρά το 16% του εθνικού εισοδήματος, τη στιγμή που ο προϋπολογισμός της τσαρικής Ρωσίας, που δεν είχε την πρόθεση να δημιουργήσει μια σοσιαλιστική κοινωνία, καταβρόχθιζε το 18% του εισοδήματος! Αξίζει ίσως να προσθέσουμε ότι οι μηχανικοί και οι οικονομολόγοι που κατάστρωσαν αυτό το πλάνο, ύστερα από μερικά χρόνια δικάστηκαν και τιμωρήθηκαν αυστηρά από το νόμο σαν συνειδητοί σαμποταριστές που δρούσαν κάτω από τις εντολές ξένων δυνάμεων. Οι κατηγορούμενοι, αν είχαν την τόλμη, μπορούσαν να απαντήσουν ότι τα πλάνα τους ανταποκρίνονταν απόλυτα στη «γενική γραμμή» του Πολιτικού Γραφείου εκείνης της εποχής και την οποία εφάρμοζαν κάτω από τις εντολές του.

Η πάλη των τάσεων μεταφραζόταν τώρα στη γλώσσα της αριθμητικής. «Το να παρουσιάζεις στη Δέκατη Επέτειο της Οκτωβριανής Επανάστασης ένα τόσο πενιχρό και πέρα για πέρα πεσιμιστικό πλάνο, έγραφε η πλατφόρμα της Αντιπολίτευσης, είναι, στην πραγματικότητα, σαν να δουλεύεις ενάντια στο σοσιαλισμό». Ένα χρόνο αργότερα, το Πολιτικό Γραφείο υιοθέτησε ένα νέο πεντάχρονο πλάνο με μια μέση ετήσια αύξηση της παραγωγής που ανερχόταν στο 9%. Ωστόσο, η πραγματική πορεία ανάπτυξης αποκάλυπτε μια επίμονη τάση να πλησιάσει τους συντελεστές των «υπερ-εκβιομηχανιστών». Ύστερα από ένα ακόμα χρόνο, όταν η κυβερνητική πολιτική είχε ριζικά αλλάξει, η Επιτροπή Κρατικού Σχεδιασμού κατάστρωσε ένα τρίτο πεντάχρονο πλάνο που ο ρυθμός ανάπτυξής του πλησίαζε κατά πολύ αυτό που προσδοκούσε η πρόβλεψη που έκανε η Αντιπολίτευση το 1925.

Όπως βλέπουμε, η πραγματική ιστορία της οικονομικής πολιτικής της Σοβιετικής Ένωσης, είναι πολύ διαφορετική από τον επίσημο μύθο. Δυστυχώς, οι ευσεβείς ερευνητές σαν τους Ουέμπ δεν δίνουν την παραμικρή προσοχή σ’ αυτό.

2. Μια Απότομη Στροφή: «Το Πεντάχρονο Πλάνο σε Τέσσερα Χρόνια»
και η «Πλήρης Κολεχτιβοποίηση»

Η αναποφασιστικότητα μπροστά στις ατομικές αγροτικές επιχειρήσεις, η δυσπιστία στα πλατιά σχέδια, η υπεράσπιση ενός αργού ρυθμού ανάπτυξης, η περιφρόνηση στα διεθνή προβλήματα –όλα αυτά παρμένα μαζί, σχημάτισαν την ουσία της «θεωρίας του σοσιαλισμού σε μια μόνο χώρα», που πρώτος προώθησε ο Στάλιν το φθινόπωρο του 1924, ύστερα από την ήττα του προλεταριάτου στη Γερμανία. Να μη βιαζόμαστε σε ότι αφορά την εκβιομηχάνιση, να μη μαλώνουμε με το μουζίκο, να μην υπολογίζουμε στην παγκόσμια επανάσταση και, πάνω απ’ όλα, να προφυλάξουμε την εξουσία της κομματικής γραφειοκρατίας από κάθε επίκριση! Η διαφοροποίηση μέσα στην αγροτιά αποκηρύχτηκε σαν εφεύρεση της Αντιπολίτευσης. Ο Γιάκοβλεφ, που αναφέραμε πιο πάνω, απόλυσε τα μέλη του Γραφείου της Κεντρικής Στατιστικής Υπηρεσίας που οι πίνακές της έδιναν στον κουλάκο μια θέση πιο μεγάλη από αυτήν που ήταν αρεστή στις αρχές, και την ίδια στιγμή η ηγεσία ισχυριζόταν ήρεμα ότι η έλλειψη αγαθών επιβίωνε από μόνη της, ότι «επίκειται η ομαλοποίηση του ρυθμού της οικονομικής ανάπτυξης», ότι η συγκέντρωση των σιτηρών πρέπει στο μέλλον να γίνει πιο «κανονική», κτλ. Ο δυναμωμένος κουλάκος τράβηξε με το μέρος του τον μεσαίο αγρότη, και υπόβαλε τις πόλεις σε έναν αποκλεισμό σταριού. Το Γενάρη του 1928 η εργατική τάξη ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο με το φάσμα μιας ολοένα και μεγαλύτερης πείνας. Η ιστορία κάνει καμιά φορά άγρια αστεία. Τον ίδιο ακριβώς μήνα που ο κουλάκος έπιανε την επανάσταση από το λαιμό, οι εκπρόσωποι της Αριστερής Αντιπολίτευσης ρίχνονταν στη φυλακή ή εξορίζονταν σε διάφορα μέρη της Σιβηρίας, τιμωρημένοι για τον «πανικό» τους μπροστά στο φάντασμα του κουλάκου.

Η κυβέρνηση δοκίμασε να ισχυριστεί ότι η απεργία σταριού προκλήθηκε από την πλήρη εχθρότητα του κουλάκου (που προέρχονταν από πού;) στο σοσιαλιστικό κράτος –δηλαδή, από κανονικά πολιτικά κίνητρα. Αλλά ο κουλάκος έχει ελάχιστη κλίση σε τέτοιου είδους «ιδεαλισμούς». Αν έκρυβε το στάρι του, ήταν γιατί η προσφορά που του έκαναν δεν τον συνέφερε. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο κατάφερε να τραβήξει κάτω από την επιρροή του πλατιά στρώματα αγροτών. Ήταν ολοφάνερο ότι η καταπίεση μόνο ενάντια στο σαμποτάζ των κουλάκων ήταν ανεπαρκής. Ήταν ανάγκη να αλλάξει η πολιτική. Όμως, με τις ταλαντεύσεις, χάθηκε πολύς χρόνος.

Ο Ρίκοφ, τότε ακόμα επικεφαλής της κυβέρνησης, ανακοίνωσε τον Ιούλη του 1928: «Η ανάπτυξη των ατομικών αγροκτημάτων είναι... το κύριο καθήκον του Κόμματος». Και ο Στάλιν τον υποστήριξε: «Υπάρχουν άνθρωποι που σκέπτονται ότι τα ατομικά αγροκτήματα έχουν εξαντλήσει τη χρησιμότητά τους ότι δεν πρέπει να τα υποστηρίζουμε... Οι άνθρωποι αυτοί δεν έχουν καμιά σχέση με τη γραμμή του Κόμματός μας». Δεν πέρασε ούτε ένας χρόνος και η γραμμή του Κόμματος δεν είχε καμιά σχέση με αυτά τα λόγια. Η αυγή της «πλήρους κολεχτιβοποίησης» είχε προβάλει στον ορίζοντα.

Στο νέο προσανατολισμό είχανε φτάσει το ίδιο εμπειρικά όπως και στον προηγούμενο, και από το δρόμο μιας βουβής πάλης μέσα στον κυβερνητικό συνασπισμό. «Οι ομάδες της δεξιάς και του κέντρου έχουν ενωθεί στη βάση της γενικής εχθρότητας τους προς την Αντιπολίτευση» –έτσι είχε προειδοποιήσει η πλατφόρμα της Αριστερής Αντιπολίτευσης πριν από ένα χρόνο– «και η διαγραφή της τελευταίας θα επιταχύνει αναπόφευκτα την επερχόμενη πάλη ανάμεσά τους». Κι έτσι έγινε. Οι ηγέτες, βέβαια, του αποσυντιθέμενου συνασπισμού δεν θέλανε με κανέναν τρόπο να δεχτούν ότι αυτή η πρόβλεψη, όπως και πολλές άλλες, της αριστερής πτέρυγας, έχει επαληθευτεί. Ακόμα και στις 19 του Οκτώβρη 1928 ο Στάλιν δήλωνε δημόσια: «Είναι καιρός να σταματήσουν οι φλυαρίες γύρω από την ύπαρξη μιας δεξιάς παρέκκλισης και μιας συμφιλιωτικής στάσης απέναντί της στο Πολιτικό Γραφείο της Κεντρικής Επιτροπής μας». Και οι δυο ομάδες ψηλαφούσαν εκείνη την περίοδο το σφυγμό του μηχανισμού του Κόμματος. Το Κόμμα, καταπιεσμένο, ζούσε μέσα σε μαύρες φήμες και εικασίες. Αλλά μέσα σε λίγους μήνες ο επίσημος Τύπος, με τον συνηθισμένο του κυνισμό, ανακοίνωσε ότι ο επικεφαλής της κυβέρνησης, ο Ρίκοφ, «κερδοσκοπούσε πάνω στις οικονομικές δυσκολίες της σοβιετικής εξουσίας», ότι ο επικεφαλής της Κομμουνιστικής Διεθνούς, ο Μπουχάριν, ήταν «ο ιμάντας μεταβίβασης αστικών-φιλελεύθερων επιρροών», ότι ο Τόμσκι, ο πρόεδρος του Πανρωσικού Κεντρικού Συμβουλίου των Συνδικάτων, δεν ήταν παρά ένας άθλιος τρεϊντγιουνιονιστής. Και οι τρεις, Ρίκοφ, Μπουχάριν και Τόμσκι, ήταν μέλη του Πολιτικού Γραφείου. Επειδή ολόκληρη η προηγούμενη πάλη ενάντια στην Αριστερή Αντιπολίτευση είχε πάρει τα όπλα της από τις δεξιές ομάδες, ο Μπουχάριν ήταν τώρα ικανός, χωρίς να κακοποιεί την αλήθεια, να κατηγορεί τον Στάλιν ότι στην πάλη του με τη Δεξιά χρησιμοποιεί ένα μέρος της καταδικασμένης πλατφόρμας της Αριστερής Αντιπολίτευσης.

Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, η στροφή είχε γίνει. Το σύνθημα «Πλουτίστε!», μαζί με τη θεωρία της ανώδυνης ενσωμάτωσης του κουλάκου στο σοσιαλισμό, είχαν, καθυστερημένα, αλλά ακόμα πιο αποφασιστικά, καταδικαστεί. Η εκβιομηχάνιση είχε τεθεί στην ημερήσια διάταξη. Ο μακάριος εφησυχασμός είχε αντικατασταθεί από μια πανικόβλητη βιασύνη. Το μισοξεχασμένο σύνθημα του Λένιν, «να φτάσουμε και να ξεπεράσουμε», φούσκωσε με τις λέξεις, «στο πιο σύντομο χρονικό διάστημα». Το μίνιμουμ πεντάχρονο πλάνο, που καταρχήν είχε ήδη επικυρωθεί από ένα Συνέδριο του Κόμματος, έδωσε τη θέση του σε ένα νέο πλάνο, που τα βασικά στοιχεία του ήταν, στο σύνολό τους, δανεισμένα από την πλατφόρμα της συντριμμένης Αριστερής Αντιπολίτευσης. Το Ντνιέπερστροϊ, που χθες ακόμα το ταύτιζαν με ένα γραμμόφωνο, είναι σήμερα στο κέντρο της προσοχής τους.

Με τις πρώτες νέες επιτυχίες το σύνθημα προχώρησε: «Να εκπληρώσουμε το πεντάχρονο πλάνο σε τέσσερα χρόνια». Οι έκπληκτοι εμπειριστές αποφάσισαν τώρα ότι όλα είναι δυνατά. Ο οπορτουνισμός, όπως έχει συμβεί πολλές φορές στην ιστορία, έχει μετατραπεί στο αντίθετό του, σε τυχοδιωκτισμό. Ενώ από το 1923 μέχρι το 1928 το Πολιτικό Γραφείο ήταν έτοιμο να δεχτεί τη φιλοσοφία του Μπουχάριν για το «ρυθμό της χελώνας», τώρα πηδούσε με άνεση από το 20 στο 30% ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης, προσπαθώντας να μετατρέψει σε νόρμα κάθε επιμέρους και προσωρινή επιτυχία, και χάνοντας από τα μάτια του τον καθοριστικό αλληλοσυσχετισμό των διαφόρων κλάδων της βιομηχανίας. Οι οικονομικές τρύπες στο πλάνο βουλώνονταν με τυπωμένα χαρτιά. Στη διάρκεια των χρόνων του πρώτου πλάνου ο αριθμός των χαρτονομισμάτων που κυκλοφορούσαν ανέβηκε από 1,7 στα 5,5 δισεκατομμύρια ρούβλια, και από την αρχή του δεύτερου πεντάχρονου πλάνου είχε φτάσει στα 8,4 δισεκατομμύρια ρούβλια. Η γραφειοκρατία, όχι μόνο απελευθέρωσε τον εαυτό της από τον πολιτικό έλεγχο των μαζών, που η βεβιασμένη αυτή εκβιομηχάνιση είχε φορτώσει πάνω τους ένα αβάσταχτο βάρος, αλλά και από τον αυτόματο έλεγχο που εξασκούνταν από το τσερβόνετς[2]. Το νομισματικό σύστημα, που είχε τοποθετηθεί σε μια στερεή βάση στην αρχή της ΝΕΠ, είχε ξανά κλονιστεί μέχρι τις ρίζες του.

Ο κύριος κίνδυνος, όμως, που δεν αφορούσε μόνο την εκπλήρωση του πλάνου, αλλά και το ίδιο το καθεστώς, εμφανίστηκε από την πλευρά των αγροτών.

Στις 15 του Φλεβάρη 1928, ο πληθυσμός της χώρας διάβασε με έκπληξη σε ένα κύριο άρθρο της «Πράβντα» ότι τα χωριά δεν είχαν καθόλου την όψη που περιγράφανε μέχρι εκείνη τη στιγμή οι αρχές, αλλά, αντίθετα, μοιάζανε πάρα πολύ με αυτήν που τους είχε παρουσιάσει η διαγραμμένη Αριστερή Αντιπολίτευση. Ο Τύπος που χθες ακόμα αρνιόταν την ύπαρξη των κουλάκων, σήμερα, με ένα σινιάλο από τα πάνω, τους ανακάλυπτε, όχι μόνο στα χωριά, αλλά και στο ίδιο το Κόμμα. Αποκαλύφθηκε ότι οι κομμουνιστικοί πυρήνες κυριαρχούνταν συχνά από πλούσιους αγρότες που κατείχαν σύνθετα μηχανήματα, χρησιμοποιούσαν μισθωμένη εργασία, κρύβανε από την κυβέρνηση εκατοντάδες και χιλιάδες πούτια[3] σιτηρά, και αποκηρύσσανε αμείλικτα την «τροτσκιστική» πολιτική. Οι εφημερίδες συναγωνίζονταν η μια την άλλη στην παράθεση εντυπωσιακών εκθέσεων για το πώς οι κουλάκοι από τη θέση των γραμματέων στις Τοπικές Επιτροπές αρνιόντουσαν να κάνουν μέλη του Κόμματος τους φτωχούς αγρότες και τους μεροκαματιάρηδες. Όλα τα παλιά κριτήρια είχαν αναποδογυριστεί. Τα συν και τα πλην αλλάξανε θέσεις.

Για να θρέψουν τις πόλεις, ήταν αναγκαίο να πάρουν αμέσως από τον κουλάκο το καθημερινό ψωμί. Κι αυτό μπορούσε να γίνει μόνο με τη βία. Η απαλλοτρίωση των αποθεμάτων σε σιτηρά, κι αυτό όχι μόνο από τον κουλάκο, αλλά και από τον μεσαίο αγρότη, στην επίσημη γλώσσα, ονομάστηκε «έκτακτα μέτρα». Αυτή η φράση σήμαινε πιθανόν ότι αύριο τα πάντα θα γύριζαν πίσω στον παλιό τους δρόμο. Οι αγρότες, όμως, δεν πίστεψαν στα ωραία αυτά λόγια, και είχαν δίκιο. Η βίαιη κατάσχεση των σιτηρών αφαίρεσε από τον πλούσιο αγρότη το κίνητρο να σπείρει περισσότερη γη. Ο μεροκαματιάρης και ο φτωχός αγρότης έμειναν χωρίς δουλειά. Η γεωργία, και μαζί με αυτήν το κράτος, έφθασαν για άλλη μια φορά σε αδιέξοδο. Ήταν ανάγκη, με κάθε θυσία, να αλλάξει η «γενική γραμμή».

Ο Στάλιν και ο Μόλοτοφ, ενώ συνέχισαν να δίνουν την πρώτη θέση στα ατομικά αγροκτήματα, άρχισαν να υπογραμμίζουν την αναγκαιότητα μιας γρήγορης ανάπτυξης των σοβιετικών αγροκτημάτων (σοβχόζ) και των συλλογικών αγροκτημάτων (κολχόζ). Επειδή, όμως, οι πιεστικές ανάγκες για τρόφιμα δεν επέτρεπαν το σταμάτημα των στρατιωτικών αποστολών στην επαρχία, το πρόγραμμα προώθησης των ατομικών αγροκτημάτων είχε αφεθεί να κρέμεται στον αέρα. Ήταν αναγκαίο να «γλιστρήσουν» στην κολεχτιβοποίηση. Τα προσωρινά «έκτακτα μέτρα» για τη συγκέντρωση σιτηρών αναπτύχθηκαν αναπάντεχα σε ένα πρόγραμμα «εξάλειψης των κουλάκων σαν τάξης». Από τον κατακλυσμό των αντιφατικών εντολών, που ήταν πιο άφθονες από τις μερίδες των τροφίμων, έγινε φανερό ότι στο ζήτημα των αγροτών η κυβέρνηση όχι μόνο πεντάχρονο πλάνο δεν είχε, αλλά ούτε και ένα πεντάμηνο πρόγραμμα.

Σύμφωνα με το νέο πλάνο, που καταστρώθηκε κάτω από το κέντρισμα της κρίσης τροφίμων, τα κολχόζ θα περιλάβαιναν στο τέλος του πέμπτου χρόνου γύρω στο 20% των αγροκτημάτων. Το πρόγραμμα –που η έκτασή του θα γίνει καθαρή όταν παρθεί υπόψη ότι στη διάρκεια των δέκα προηγούμενων χρόνων η κολεχτιβοποίηση είχε συγκεντρώσει λιγότερο από το 1% του αγροτικού πληθυσμού– είχε, ωστόσο, ξεπεραστεί στα μέσα του πεντάχρονου. Το Νοέμβρη του 1929, ο Στάλιν, εγκαταλείποντας τις ταλαντεύσεις του, ανακοίνωσε το τέλος της ατομικής αγροκαλλιέργειας. Οι αγρότες, έλεγε, μπαίνουν στα κολχόζ, «κατά χωριά ολόκληρα, κατά επαρχίες, κι ακόμα κατά νομούς». Ο Γιάκοβλεφ, που δυο χρόνια πριν επέμενε ότι τα κολχόζ θα μείνουν για πολλά χρόνια απλά «νησάκια στη θάλασσα της ατομικής αγροτικής ιδιοκτησίας», τώρα, σαν Επίτροπος του Λαού για τη Γεωργία, παίρνει την εντολή να «εξαλείψει τους κουλάκους σαν τάξη» και να εγκαθιδρύσει την πλήρη κολεχτιβοποίηση «όσο το δυνατό πιο σύντομα». Το 1929 η αναλογία των κολχόζ ανεβαίνει από 1,7% στο 3,9%. Το 1930 ανεβαίνει στο 23,6%, το 1931 στο 52,7% και το 1932 στο 61,5%.

Στην εποχή μας δύσκολα θα μπορούσε ακόμα και κάποιος ανόητος να επαναλάβει τη φιλελεύθερη φλυαρία ότι η κολεχτιβοποίηση στο σύνολό της, εκπληρώθηκε με τη γυμνή βία. Σε προηγούμενες ιστορικές περίοδες, οι αγρότες, στην πάλη τους για τη γη άλλοτε ξεσηκώνονταν ενάντια στους γαιοκτήμονες, άλλοτε εξαπολύανε ένα ρεύμα αποικιστών στις χέρσες περιοχές και άλλοτε ακόμα ορμούσαν σε κάθε είδους αιρέσεις που υπόσχονταν να ανταμείψουν το μουζίκο με ουράνιους παραδείσους για το στενό σπίτι του στη γη. Τώρα, μετά την απαλλοτρίωση των τεράστιων κτημάτων και το κατακομμάτιασα της γης, η ένωση των μικρών αυτών κομματιών σε μεγάλες εκτάσεις είχε γίνει ένα ζήτημα ζωής και θανάτου για τους αγρότες, για τη γεωργία και για την κοινωνία σαν όλο.

Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν λυνόταν με τον γενικό αυτό ιστορικό υπολογισμό. Οι πραγματικές δυνατότητες της κολεχτιβοποίησης καθορίζονταν, όχι από το βάθος του αδιέξοδου στο χωριό και τη διοικητική δραστηριότητα της κυβέρνησης, αλλά πρώτα απ’ όλα από τους υπάρχοντες παραγωγικούς πόρους –δηλαδή, την ικανότητα της βιομηχανίας να εφοδιάζει τη μεγάλη γεωργία με τα αναγκαία μηχανήματα. Οι υλικές αυτές συνθήκες έλλειπαν. Τα κολχόζ εφοδιάστηκαν με έναν εξοπλισμό κατάλληλο κυρίως για τη μικρή γεωργία. Σ’ αυτές τις συνθήκες μια διογκωμένα γοργή κολεχτιβοποίηση πήρε το χαρακτήρα ενός οικονομικού τυχοδιωκτισμού.

Αιφνιδιασμένη από το ριζοσπαστισμό στην αλλαγή της πολιτικής της, η κυβέρνηση δεν έκανε και δεν μπορούσε να κάνει ακόμα και μια στοιχειώδη πολιτική προετοιμασία για τη νέα πορεία. Όχι μόνο οι αγροτικές μάζες, αλλά ακόμα και τα τοπικά όργανα της εξουσίας, αγνοούσαν αυτό που τους ζητούσαν. Οι αγρότες είχαν αναστατωθεί από τις φήμες ότι το κράτος θα κατασχέσει τα ζωντανά και την ιδιοκτησία τους. Οι φήμες αυτές, επίσης, δεν ήταν τόσο μακριά από την αλήθεια. Πραγματικά, κάνανε πράξη το σχέδιο που παλιότερα αποδίδανε χλευαστικά στην Αριστερή Αντιπολίτευση, η γραφειοκρατία «ληστεύει τα χωριά». Η κολεχτιβοποίηση εμφανιζόταν στον αγρότη, πρώτα απ’ όλα, με τη μορφή μιας απαλλοτρίωσης όλων των υπαρχόντων του. Κολεχτιβοποιούσαν όχι μόνο τα άλογα, τις αγελάδες, τα πρόβατα, τους χοίρους, αλλά ακόμα και τα μικρά κοτόπουλα. «Αποκουλακοποιούσαν», όπως έγραψε ένας ξένος παρατηρητής, «ακόμα και τα μικρά παιδιά, βγάζοντας τους βίαια από τα πόδια τα τσόχινα μποτάκια που φορούσαν». Το αποτέλεσμα ήταν μια επιδημία στους αγρότες: πουλούσαν για ψίχουλα τα ζωντανά τους ή τα έσφαζαν για το κρέας και το δέρμα τους.

Το Γενάρη του 1930, ο Αντρέγιεφ, μέλος της Κεντρικής Επιτροπής, έδινε, σε ένα Συνέδριο στη Μόσχα, την παρακάτω διπλή εικόνα για την κολεχτιβοποίηση: από τη μια πλευρά ισχυριζόταν ότι το πανίσχυρο κίνημα της κολεχτιβοποίησης που αναπτύσσεται σε ολόκληρη την ύπαιθρο «θα συντρίψει τώρα κάθε εμπόδιο στο δρόμο του» και, από την άλλη, τόνιζε ότι το ξεπούλημα από τους αγρότες των εργαλείων τους, των αποθεμάτων τους κι ακόμα των σπόρων τους, με ληστρικούς όρους, πριν να μπουν στα κολχόζ «παίρνει απειλητικές διαστάσεις». Παρόλα αυτά, οι δύο αυτές αντιφατικές γενικεύσεις, δείχνανε με ακρίβεια, από δυο αντίθετες πλευρές, τον επιδημικό χαρακτήρα της κολεχτιβοποίησης, σαν ένα μέτρο απόγνωσης. «Η πλήρης κολεχτιβοποίηση», έγραφε ο ίδιος ξένος κριτικός, «βύθισε την εθνική οικονομία σε μια κατάσταση καταστροφής σχεδόν χωρίς προηγούμενο, λες και είχε περάσει από πάνω της ένας πόλεμος τριών χρόνων».

Είκοσι πέντε εκατομμύρια μεμονωμένα ιδιωτικά αγροκτήματα, που χθες ήταν η μόνη κινητήρια δύναμη της γεωργίας –αδύναμα όπως τα γέρικα άλογα των αγροτών, μα παρόλα αυτά μια δύναμη– η γραφειοκρατία με μια κίνηση προσπάθησε να τα αντικαταστήσει με τις εντολές των διοικητικών γραφείων δυο χιλιάδων κολχόζ, χωρίς τεχνικό εξοπλισμό, χωρίς γεωπονικές γνώσεις και χωρίς την υποστήριξη των ίδιων των αγροτών. Οι φοβερές συνέπειες αυτού του τυχοδιωκτισμού εμφανίστηκαν αμέσως, και κράτησαν αρκετά χρόνια. Η συνολική συγκομιδή σιτηρών που το 1930 είχε φτάσει τα 835 εκατομμύρια καντάρια, έπεσε στα δυο επόμενα χρόνια κάτω από τα 700 εκατομμύρια. Η διαφορά αυτή καθεαυτή δεν φαίνεται να είναι καταστροφική, αλλά αυτό σήμαινε ότι χάθηκε ακριβώς εκείνη η ποσότητα του σταριού που ήταν αναγκαία για να συντηρηθούν οι πόλεις ακόμα και στο συνηθισμένο επίπεδο της πείνας τους. Στις τεχνικές καλλιέργειες τα αποτελέσματα ήταν ακόμα χειρότερα. Την παραμονή της κολεχτιβοποίησης η παραγωγή της ζάχαρης είχε φτάσει στα 109 σχεδόν εκατομμύρια πούτια, και στο ζενίθ της πλήρους κολεχτιβοποίησης είχε πέσει, λόγω της έλλειψης κοκκινογουλιών, στα 48 εκατομμύρια πούτια –δηλαδή, κάτω από το μισό. Αλλά η πιο καταστροφική καταιγίδα χτύπησε το ζωικό βασίλειο. Ο αριθμός των αλόγων έπεσε κατά 55% –από 34,6 εκατομμύρια το 1929, στα 15,6 εκατομμύρια το 1934. Ο αριθμός των κερασφόρων έπεσε από 30,7 εκατομμύρια στα 19,5 εκατομμύρια –δηλαδή κατά 40%. Οι χοίροι κατά 55%, τα πρόβατα κατά 66%. Οι άνθρωποι που χάθηκαν –από την πείνα, το κρύο, τις επιδημίες και τα μέτρα καταπίεσης– είναι, δυστυχώς με λιγότερη ακρίβεια καταγραμμένοι απ’ ότι η σφαγή των ζωντανών, αλλά κι αυτοί ανέρχονται σε εκατομμύρια. Η ευθύνη γι’ αυτές τις θυσίες δεν βρίσκεται στην κολεχτιβοποίηση, αλλά στις τυφλές, βίαιες, τυχοδιωχτικές μέθοδες με τις οποίες την εφάρμοσαν. Η γραφειοκρατία δεν πρόβλεψε τίποτε. Ακόμα και το καταστατικό των κολχόζ, που έκανε μια προσπάθεια να συνδέσει τα προσωπικά συμφέροντα των αγροτών με το καλό της κολεχτίβας, δεν δημοσιεύτηκε παρά όταν το δύστυχο χωριό είχε πια βίαια ρημαχτεί.

Ο βίαιος χαρακτήρας της νέας αυτής πορείας απόρρεε από την αναγκαιότητα να ανακαλύψει κάποια σωτηρία από τις συνέπειες της πολιτικής του 1923-1928. Κι όμως, η κολεχτιβοποίηση μπορούσε και έπρεπε να πάρει ένα πιο λογικό ρυθμό και πιο μελετημένη μορφή. Έχοντας στα χέρια της τόσο την εξουσία όσο και τις βιομηχανίες, η γραφειοκρατία θα μπορούσε να έχει ρυθμίσει το προτσές χωρίς να φέρει το έθνος στο χείλος της καταστροφής. Μπορούσαν και θα έπρεπε να έχουν υιοθετήσει ρυθμούς που να ανταποκρίνονται καλύτερα στα υλικά και ηθικά μέσα της χώρας. «Μέσα σε ευνοϊκές συνθήκες, εξωτερικές και εσωτερικές», έγραφε το όργανο στην εμιγκράτσια της «Αριστερής Αντιπολίτευσης», το 1930, «οι υλικοτεχνικοί όροι της γεωργίας μπορούν, σε μια περίοδο δέκα ή δεκαπέντε χρόνων, να μεταμορφωθούν από πάνω μέχρι κάτω, και να δώσουν την παραγωγική βάση για την κολεχτιβοποίηση. Στη διάρκεια, ωστόσο, αυτών των χρόνων, η σοβιετική εξουσία θα απειληθεί περισσότερο από μια φορά με ανατροπή».

Η προειδοποίηση αυτή δεν είχε κανένα στοιχείο υπερβολής. Ποτέ πριν η απειλή της καταστροφής δεν κρεμόταν τόσο άμεσα πάνω από τη γη της Οκτωβριανής Επανάστασης όσο στα χρόνια της πλήρους κολεχτιβοποίησης. Η δυσαρέσκεια, η δυσπιστία, η πικρία διέβρωναν τη χώρα. Οι διαταραχές του νομίσματος, η άνοδος των σταθερών, των «συμβατικών» και των ελεύθερων τιμών της αγοράς, η μετάβαση από ένα ομοίωμα εμπορίου ανάμεσα στο κράτος και τους αγρότες, σε μια φορολογία σε είδος, σε σιτηρά, σε κρέας και σε γάλα, η πάλη ζωής και θανάτου ενάντια στις μαζικές λεηλασίες της συλλογικής ιδιοκτησίας και η μαζική συγκάλυψη αυτών των λεηλασιών, η καθαρά στρατιωτική κινητοποίηση του Κόμματος στην πάλη ενάντια στο σαμποτάζ του κουλάκου (μετά την «εξάλειψη» των κουλάκων σαν τάξης) και μαζί με αυτό μια επιστροφή στα δελτία τροφίμων και στις μερίδες πείνας, και τελικά η επαναφορά του συστήματος των διαβατηρίων –όλα αυτά τα μέτρα ξαναζωντάνεψαν σε ολόκληρη τη χώρα την ατμόσφαιρα του εμφυλίου πολέμου που φαινόταν να έχει εδώ και πολύ καιρό τελειώσει.

Ο εφοδιασμός των εργοστασίων με τρόφιμα και πρώτες ύλες, χειροτέρευε από τη μια σαιζόν στην άλλη. Οι ανυπόφορες συνθήκες δουλειάς προκαλούσαν μια μετανάστευση της εργατικής δύναμης, απουσίες λόγω «ασθένειας», απρόσεκτη δουλειά, καταστροφή των μηχανών, ένα μεγάλο ποσοστό άχρηστων προϊόντων και, γενικά, χαμηλή ποιότητα. Η μέση παραγωγικότητα της εργασίας έπεσε κατά 11,7% το 1931. Σύμφωνα με μια περιστασιακή αναγνώριση του Μόλοτοφ, που δημοσιεύτηκε σε ολόκληρο το σοβιετικό Τύπο, το 1932 η βιομηχανική παραγωγή αυξήθηκε μονάχα 8,5%, αντί για 36% που όριζε το χρονιάτικο πλάνο. Βέβαια, ο κόσμος πληροφορήθηκε λίγο αργότερα ότι το πεντάχρονο πλάνο είχε εκπληρωθεί σε τέσσερα χρόνια και τρεις μήνες. Αυτό σημαίνει απλά ότι ο κυνισμός της γραφειοκρατίας στο χειρισμό των στατιστικών στοιχείων και της κοινής γνώμης δεν έχει όρια. Ωστόσο, το κύριο ζήτημα δεν είναι αυτό. Εδώ δεν κρινόταν η τύχη του πεντάχρονου πλάνου, αλλά η τύχη του καθεστώτος.

Το καθεστώς επέζησε.

Κι αυτό οφείλεται στην αξία του ίδιου του καθεστώτος, που είχε ρίξει βαθιές ρίζες μέσα στο λαϊκό έδαφος. Οφείλεται, επίσης, κι όχι σε μικρότερο βαθμό, στις ευνοϊκές εξωτερικές συνθήκες. Στα χρόνια αυτά του οικονομικού χάους και του εμφυλίου πολέμου στα χωριά, η Σοβιετική Ένωση ήταν ουσιαστικά παραλυμένη μπροστά στον εξωτερικό εχθρό. Η δυσαρέσκεια της αγροτιάς διαπερνούσε πέρα για πέρα το στρατό. Η ανεμπιστοσύνη και η ταλάντευση αποθάρρυνε τη γραφειοκρατική μηχανή, και τα διοικητικά στελέχη. Ένα χτύπημα, σε αυτή την περίοδο, από την Ανατολή ή από τη Δύση, θα μπορούσε να έχει μοιραίες συνέπειες.

Ευτυχώς, τα πρώτα χρόνια μιας κρίσης στο εμπόριο και στη βιομηχανία είχαν δημιουργήσει σε ολόκληρο τον καπιταλιστικό κόσμο ένα αίσθημα αμηχανίας και προσεκτικής αναμονής. Κανείς δεν ήταν έτοιμος για πόλεμο. Κανείς δεν τολμούσε να τον επιχειρήσει. Επιπλέον, σε καμιά από τις εχθρικές χώρες δεν υπήρχε μια επαρκής κατανόηση της οξύτητας των κοινωνικών αυτών σπασμών, που συγκλόνιζαν τη χώρα των Σοβιέτ κάτω από τους εκκωφαντικούς ήχους της επίσημης μουσικής που τιμούσε τη «γενική γραμμή».

* * * *

Παρά τη συντομία της, η ιστορική μας περιγραφή δείχνει, ελπίζουμε, πόσο μακριά βρισκόταν η πραγματική ανάπτυξη του εργατικού κράτους από την ειδυλλιακή εικόνα της βαθμιαίας και σταθερής συσσώρευσης επιτυχιών. Από τις κρίσεις μας για το παρελθόν, θα βγάλουμε αργότερα σπουδαίες ενδείξεις για το μέλλον. Αλλά, πέρα απ’ αυτό, μια ιστορική ματιά στην οικονομική πολιτική της σοβιετικής κυβέρνησης και στα ζικ ζακ της, μας φαινόταν αναγκαία για να καταστρέψουμε τον τεχνητά εντυπωμένο στο νου ατομικιστικό φετιχισμό, που βρίσκει τις πηγές της επιτυχίας, και της πραγματικής και της ψεύτικης, στην εξαιρετική ποιότητα της ηγεσίας, και όχι στους όρους της κοινωνικοποιημένης ιδιοκτησίας που δημιούργησε η επανάσταση.

Βέβαια, η αντικειμενική ανωτερότητα του νέου κοινωνικού καθεστώτος, αποκαλύπτεται, επίσης, στις μέθοδες των ηγετών. Αλλά αυτές οι μέθοδες αντανακλούν εξίσου την οικονομική και πολιτιστική καθυστέρηση της χώρας, και τις μικροαστικές επαρχιώτικες συνθήκες μέσα στις οποίες διαμορφώθηκαν τα κυβερνητικά στελέχη.

Θα ήταν πάρα πολύ χοντρό λάθος να συμπεράνει κανείς απ’ αυτό, ότι η πολιτική των σοβιετικών ηγετών έχει τριτεύουσα σημασία. Δεν υπάρχει άλλη κυβέρνηση στον κόσμο που να έχει σε τέτοιο βαθμό συγκεντρωμένη στα χέρια της την τύχη ολόκληρης της χώρας. Οι επιτυχίες και οι αποτυχίες ενός ιδιώτη καπιταλιστή, εξαρτώνται, όχι βέβαια ολοκληρωτικά, αλλά σε ένα πολύ σημαντικό, και σε μερικές φορές αποφασιστικό, βαθμό, από τις προσωπικές του ικανότητες. Τηρουμένων των αναλογιών, η σοβιετική κυβέρνηση καταλαμβάνει, σε σχέση με ολόκληρο το οικονομικό σύστημα, τη θέση που ένας καπιταλιστής καταλαμβάνει σε σχέση με μια μόνο επιχείρηση. Ο συγκεντροποιημένος χαρακτήρας της εθνικής οικονομίας μετατρέπει την κρατική εξουσία σ’ έναν παράγοντα τεράστιας σημασίας. Αλλά, γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, η πολιτική της κυβέρνησης, δεν μπορεί να κριθεί, ούτε από τα συνοπτικά αποτελέσματα, ούτε από τα γυμνά στατιστικά στοιχεία, αλλά από τον ιδιαίτερο ρόλο που έχουν παίξει η συνειδητή πρόβλεψη και το σχέδιο της ηγεσίας για να επιτευχθούν αυτά τα αποτελέσματα.

Τα ζικ ζακ της κυβερνητικής πορείας αντανακλούν όχι μονάχα τις αντικειμενικές αντιφάσεις της κατάστασης, αλλά και την ανεπαρκή ικανότητα των ηγετών να κατανοήσουν έγκαιρα αυτές τις αντιφάσεις και να αντιδράσουν με προστατευτικά μέτρα ενάντιά τους. Δεν είναι εύκολο να εκφράσουμε τα λάθη της ηγεσίας σε λογιστικά μεγέθη, αλλά η παραστατική μας έκθεση της ιστορίας αυτών των ζικ ζακ μας επιτρέπει να βγάλουμε το συμπέρασμα ότι έχουν φορτώσει πάνω στη σοβιετική οικονομία ένα τεράστιο βάρος περιττών εξόδων.

Παραμένει, βέβαια, ακατανόητο –τουλάχιστον αν πλησιάσει κανείς με ένα ορθολογικό τρόπο την Ιστορία– το πώς και γιατί μια φράξια που ήταν η πιο φτωχή απ’ όλες σε ιδέες, και η πιο φορτωμένη από λάθη, νίκησε όλες τις άλλες ομάδες, και συγκέντρωσε μια απεριόριστη δύναμη στα χέρια της. Η παραπέρα ανάλυσή μας θα μας δώσει το κλειδί και σε αυτό το πρόβλημα. Θα δούμε, ταυτόχρονα, πώς οι γραφειοκρατικές μέθοδες της αυταρχικής ηγεσίας έρχονται σε όλο και οξύτερη σύγκρουση με τις απαιτήσεις της οικονομίας και του πολιτισμού, και με τι αναπόφευκτη αναγκαιότητα νέες κρίσεις και διαταραχές γεννιούνται στην ανάπτυξη της Σοβιετικής Ένωσης.

Πριν, ωστόσο, ασχοληθούμε με το διπλό ρόλο της «σοσιαλιστικής» γραφειοκρατίας, πρέπει να δώσουμε μια απάντηση στο ερώτημα: Ποιό είναι το καθαρό αποτέλεσμα των προηγούμενων επιτυχιών; Έχει πραγματικά επιτευχθεί ο σοσιαλισμός στη Σοβιετική Ένωση; Ή, πιο επιφυλακτικά: Τα σημερινά οικονομικά και πολιτιστικά επιτεύγματα αποτελούν μια εγγύηση ενάντια στον κίνδυνο μιας καπιταλιστικής παλινόρθωσης –όπως ακριβώς η αστική κοινωνία, σε ένα ορισμένο στάδιο της ανάπτυξής της εξασφαλίστηκε από τις ίδιες της τις επιτυχίες, ενάντια στην παλινόρθωση της δουλοπαροικίας και της φεουδαρχίας;

Πίσω στα Περιεχόμενα

Πίσω στα Αρχεία Λεόν Τρότσκι
Πίσω στη Μαρξιστική Βιβλιοθήκη

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
————————

[1] Εύπορος αγρότης που χρησιμοποιεί εργάτες.
[2] Θεωρητικά η ισοτιμία του ήταν στα 5 δολάρια.
[3]. Πούτι =16 κιλά.