Η ΠΡΟΔΟΜΕΝΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ
Ο ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ
Είναι αλήθεια, όπως διαβεβαιώνουν οι επίσημες αρχές, ότι ο σοσιαλισμός έχει ήδη πραγματοποιηθεί στη Σοβιετική Ένωση; Και αν αυτό δεν συμβαίνει, οι μέχρι τώρα επιτυχίες έχουν εξασφαλίσει την πραγματοποίησή του μέσα στα εθνικά σύνορα, ανεξάρτητα από την πορεία των γεγονότων στον υπόλοιπο κόσμο; Η προηγούμενη κριτική εκτίμηση για τους κύριους δείχτες της σοβιετικής οικονομίας θα πρέπει να μας δώσει την αφετηρία για μια σωστή απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα, αλλά θα χρειαστούμε επίσης να αναφέρουμε προκαταρκτικά ορισμένα θεωρητικά σημεία.
Ο Μαρξισμός ξεκινά από την ανάπτυξη της τεχνικής σαν το θεμελιακό ελατήριο της προόδου, και οικοδομεί το κομμουνιστικό πρόγραμμα πάνω στο δυναμισμό των παραγωγικών δυνάμεων. Αν πιστεύεις πως κάποια κοσμική καταστροφή πρόκειται να συντρίψει τον πλανήτη μας σ’ ένα αρκετά κοντινό μέλλον, τότε, βέβαια, πρέπει να απορρίψεις την κομμουνιστική προοπτική μαζί με πολλά άλλα πράγματα. Ωστόσο, πέρα από αυτόν τον πολύ αμφίβολο ακόμα κίνδυνο, δεν υπάρχει το παραμικρό επιστημονικό έδαφος για να βάλει κανείς, από τα πριν, οποιοδήποτε όριο στις τεχνικές, παραγωγικές και πολιτιστικές δυνατότητές μας. Ο Μαρξισμός είναι διαποτισμένος από την αισιοδοξία της προόδου, κι αυτό από μόνο του, ας το πούμε παρεκβατικά, τον φέρνει σε ασυμβίβαστη αντίθεση με τη θρησκεία.
Η υλική προϋπόθεση του κομμουνισμού θα πρέπει να είναι μια τόσο μεγάλη ανάπτυξη των οικονομικών δυνάμεων του ανθρώπου, που η παραγωγική εργασία, έχοντας πάψει να είναι ένα βάρος, δεν θα χρειάζεται κανένα κίνητρο, και η διανομή των αγαθών, που θα υπάρχουν πάντα σε αφθονία, δεν θα απαιτεί –όπως δεν απαιτεί τώρα σε μια εύπορη οικογένεια ή σε ένα «καθώς πρέπει» παρθεναγωγείο– κανέναν έλεγχο πέρα από τον έλεγχο που θα απορρέει από τη μόρφωση, από τη συνήθεια και από την κοινή γνώμη. Για να μιλήσουμε καθαρά, πιστεύω πως θα ήταν πολύ ηλίθιο να θεωρήσει κανείς μια τέτοια, πραγματικά μετριοπαθή, προοπτική σαν «ουτοπική».
Ο καπιταλισμός προετοίμασε τους όρους και τις δυνάμεις για μια κοινωνική επανάσταση: την τεχνική, την επιστήμη και το προλεταριάτο. Η κομμουνιστική δομή δεν μπορεί, ωστόσο, να αντικαταστήσει άμεσα την αστική κοινωνία. Η υλική και πολιτιστική κληρονομιά από το παρελθόν είναι εντελώς ανεπαρκής για κάτι τέτοιο. Στα πρώτα του βήματα το εργατικό κράτος δεν μπορεί ακόμα να επιτρέψει σε κανέναν να εργάζεται «σύμφωνα με τις ικανότητές του» –δηλαδή, τόσο, όσο μπορεί και επιθυμεί– ούτε μπορεί να αμείβει κάθε έναν «σύμφωνα με τις ανάγκες του», ανεξάρτητα από τη δουλειά που κάνει. Για να αναπτύξει τις παραγωγικές δυνάμεις, είναι αναγκαίο να καταφύγει στους συνηθισμένους κανόνες πληρωμής μισθών –δηλαδή, στη διανομή των αγαθών ανάλογα με την ποσότητα και την ποιότητα της ατομικής εργασίας.
Ο Μαρξ ονόμασε το πρώτο αυτό στάδιο της νέας κοινωνίας, «κατώτερο στάδιο του κομμουνισμού», σε διάκριση με το ανώτερο, όπου, μαζί με τα τελευταία φαντάσματα της ανάγκης, θα εξαφανιστεί και η υλική ανισότητα. Μ’ αυτήν την έννοια, ο σοσιαλισμός και ο κομμουνισμός συχνά αντιπαρατίθενται σαν το κατώτερο και το ανώτερο στάδιο της νέας κοινωνίας. «Δεν βρισκόμαστε ακόμα, βέβαια, στον πλήρη κομμουνισμό», λέει η τωρινή επίσημη σοβιετική διδασκαλία, «αλλά έχουμε ήδη φτάσει στο σοσιαλισμό –δηλαδή, στο κατώτερο στάδιο του κομμουνισμού». Σαν απόδειξη γι’ αυτό, προβάλλουν την κυριαρχία των κρατικών τραστ στη βιομηχανία, των κολχόζ και των σοβχόζ στη γεωργία, των κρατικών επιχειρήσεων και των κοπερατίβων στο εμπόριο. Σε μια πρώτη ματιά, αυτό φαίνεται να αντιστοιχεί πλήρως με το απριόρι –και, έτσι, υποθετικό– σχήμα του Μαρξ. Αλλά ακριβώς για έναν μαρξιστή, το ζήτημα αυτό δεν εξαντλείται με μια εξέταση των μορφών ιδιοκτησίας, ανεξάρτητα από την παραγωγικότητα της εργασίας. Όταν ο Μαρξ μιλούσε για το κατώτερο στάδιο του κομμουνισμού, εννοούσε, έτσι κι αλλιώς, μια κοινωνία, που από την αρχή αρχή βρίσκεται υψηλότερα, σε ότι αφορά την οικονομική της ανάπτυξη, απ’ ότι ο πιο προχωρημένος καπιταλισμός. Θεωρητικά, μια τέτοια αντίληψη είναι άψογη, γιατί, αν πάρουμε τον κομμουνισμό σε παγκόσμια κλίμακα, ακόμα και στα πρώτα στάδια της εμφάνισής του, σημαίνει ένα ανώτερο επίπεδο ανάπτυξης από εκείνο της αστικής κοινωνίας. Επιπλέον, ο Μαρξ περίμενε ότι ο Γάλλος θα άρχιζε την κοινωνική επανάσταση, ο Γερμανός θα την συνέχιζε και ο Άγγλος θα την τελείωνε. Όσο για το Ρώσο, ο Μαρξ τον άφηνε πίσω πίσω, στο τέλος. Αλλά τα γεγονότα ανάτρεψαν την ιδεατή αυτή σειρά. Όποιος προσπαθήσει τώρα μηχανικά να εφαρμόσει την καθολική ιστορική αντίληψη του Μαρξ στην ιδιαίτερη περίπτωση της Σοβιετικής Ένωσης στο δοσμένο στάδιο της ανάπτυξής της, αμέσως θα εμπλακεί σε αξεδιάλυτες αντιφάσεις.
Η Ρωσία δεν ήταν ο πιο δυνατός, αλλά ο πιο αδύνατος κρίκος στην αλυσίδα του καπιταλισμού. Η σημερινή Σοβιετική Ένωση δεν στέκεται πάνω από το παγκόσμιο επίπεδο της οικονομίας, αλλά απλά προσπαθεί να φτάσει τις καπιταλιστικές χώρες. Αν ο Μαρξ ονόμαζε την κοινωνία που επρόκειτο να σχηματιστεί πάνω στη βάση μιας κοινωνικοποίησης των παραγωγικών δυνάμεων του πιο προχωρημένου καπιταλισμού της εποχής του, κατώτερο στάδιο του κομμουνισμού, τότε είναι φανερό ότι αυτός ο ορισμός δεν ισχύει για τη Σοβιετική Ένωση, που είναι ακόμα σήμερα σημαντικά φτωχότερη, σε ότι αφορά την τεχνική, τον πολιτισμό και τα διάφορα αγαθά της ζωής, από τις καπιταλιστικές χώρες. Θα ήταν ορθότερο, λοιπόν, να ονομάσουμε το σημερινό σοβιετικό καθεστώς με όλη την αντιφατικότητά του, όχι σοσιαλιστικό καθεστώς, αλλά προπαρασκευαστικό καθεστώς, μεταβατικό από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό.
Δεν υπάρχει ίχνος σχολαστικισμού σ’ αυτή τη φροντίδα για μια σωστή ορολογία. Η δύναμη και η σταθερότητα των καθεστώτων, καθορίζεται, σε τελευταία ανάλυση, από τη σχετική παραγωγικότητα της εργασίας τους. Μια σοσιαλιστική οικονομία που έχει μια τεχνική ανώτερη από την τεχνική του καπιταλισμού θα είχε πραγματικά εγγυημένη τη σοσιαλιστική της ανάπτυξη –σαν να λέμε, αυτόματα– πράγμα που, δυστυχώς, είναι αδύνατο να πούμε ακόμα για τη σοβιετική οικονομία.
Οι περισσότεροι από τους χυδαίους υπερασπιστές της Σοβιετικής Ένωσης έτσι όπως είναι, έχουν την τάση να σκέφτονται περίπου έτσι: Ακόμα κι αν παραδεχτείς ότι το σημερινό σοβιετικό καθεστώς δεν είναι ακόμα σοσιαλιστικό, μια παραπέρα ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων πάνω στα τωρινά θεμέλια, πρέπει αργά ή γρήγορα να οδηγήσει στον πλήρη θρίαμβο του σοσιαλισμού. Άρα, μόνο ο παράγοντας του χρόνου είναι αβέβαιος. Και αξίζει τον κόπο να κάνεις τόση φασαρία γι’ αυτό: Όσο αποστομωτικό κι αν φαίνεται, από πρώτη ματιά, ένα τέτοιο επιχείρημα, στην πραγματικότητα είναι εξαιρετικά επιπόλαιο. Ο χρόνος, όταν πρόκειται για ιστορικά προτσές, δεν είναι με κανέναν τρόπο ένας δευτερεύων παράγοντας. Είναι πολύ πιο επικίνδυνο να μπερδεύουμε τον ενεστώτα και τον μέλλοντα στην πολιτική απ’ ότι στη γραμματική. Η εξέλιξη δεν είναι καθόλου, όπως φαντάζονται οι χυδαίοι εξελικτικοί σαν τους Ουέμπ, μια σταθερή συσσώρευση και μια συνεχή «βελτίωση» αυτού που υπάρχει. Έχει τις μεταβάσεις της ποσότητας σε ποιότητα, τις κρίσεις, τα άλματα και τα πισωγυρίσματά της. Επειδή ακριβώς η Σοβιετική Ένωση βρίσκεται μακριά ακόμα από το να έχει φτάσει στο πρώτο στάδιο του σοσιαλισμού, σαν ένα ισορροπημένο σύστημα παραγωγής και διανομής, η ανάπτυξή της δεν προχωράει αρμονικά, αλλά με αντιφάσεις. Οι οικονομικές αντιφάσεις παράγουν κοινωνικούς ανταγωνισμούς, που, με τη σειρά τους, αναπτύσσουν τη δική τους λογική, χωρίς να περιμένουν την παραπέρα ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Μόλις είδαμε πόσο αληθινό ήταν αυτό στην περίπτωση του κουλάκου που δεν επιθυμούσε να «ενσωματωθεί» εξελικτικά στο σοσιαλισμό, και που, εκπλήσσοντας τη γραφειοκρατία και τους ιδεολόγους της, απαίτησε μια νέα και συμπληρωματική επανάσταση. Η ίδια η γραφειοκρατία, που στα χέρια της είναι συγκεντρωμένα η εξουσία και ο πλούτος, θα επιθυμούσε να ενσωματωθεί ειρηνικά στο σοσιαλισμό; Όσο γι’ αυτό, οι αμφιβολίες είναι σίγουρα επιτρεπτές. Όπως και νά ’χει, δεν θα ήταν συνετό να εμπιστευτεί κανείς το λόγο τιμής της γραφειοκρατίας γι’ αυτό. Είναι αδύνατο, αυτή τη στιγμή, να δώσουμε μια τελική και αμετάκλητη απάντηση στο ερώτημα προς ποια κατεύθυνση θα αναπτυχθούν οι οικονομικές αντιφάσεις και οι κοινωνικοί ανταγωνισμοί της σοβιετικής κοινωνίας, στα επόμενα τρία, πέντε ή δέκα χρόνια. Το αποτέλεσμα εξαρτάται από την πάλη των ζωντανών κοινωνικών δυνάμεων όχι σε μια εθνική, αλλά σε μια διεθνή κλίμακα. Σε κάθε νέο στάδιο, λοιπόν, είναι αναγκαία μια συγκεκριμένη ανάλυση των πραγματικών σχέσεων και τάσεων στην αμοιβαία τους σύνδεση και συνεχή αλληλεπίδραση. Θα δούμε τώρα τη σπουδαιότητα μιας τέτοιας ανάλυσης στην περίπτωση του κράτους.
Ο Λένιν, ακολουθώντας τον Μαρξ και τον Έγκελς, έβλεπε το πρώτο διακριτικό γνώρισμα της προλεταριακής επανάστασης στο γεγονός ότι, απαλλοτριώνοντας τους εκμεταλλευτές, θα καταργούσε την αναγκαιότητα ενός γραφειοκρατικού μηχανισμού, υψωμένου πάνω από την κοινωνία –και πάνω απ’ όλα, της αστυνομίας και του μόνιμου στρατού. «Το προλεταριάτο χρειάζεται ένα κράτος –αυτό μπορούν να σου το πουν όλοι οι οπορτουνιστές», έγραφε ο Λένιν το 1917, δυο μήνες πριν από την κατάληψη της εξουσίας, «αλλά αυτοί, οι οπορτουνιστές, ξεχνούν να προσθέσουν ότι το προλεταριάτο χρειάζεται ένα κράτος που να σβήνει –δηλαδή, ένα κράτος φτιαγμένο με τέτοιο τρόπο ώστε αμέσως να αρχίσει να σβήνει και να μην μπορεί να κάνει αλλιώς παρά να σβήνει», (Ν.Λένιν: Κράτος και Επανάσταση). Αυτή η κριτική κατευθυνόταν τότε ενάντια στους ρεφορμιστές σοσιαλιστές του τύπου των ρώσων μενσεβίκων, των βρετανών φαβιανών κτλ. Σήμερα, επιτίθεται, με διπλάσια δύναμη, ενάντια στους σοβιετικούς ειδωλολάτρες, που λατρεύουν ένα γραφειοκρατικό κράτος που δεν έχει την παραμικρή πρόθεση να «σβήσει».
Η κοινωνική απαίτηση για μια γραφειοκρατία γεννιέται σε όλες εκείνες τις καταστάσεις όπου οι οξυμένοι ανταγωνισμοί χρειάζεται να «μαλακώσουν», να «προσαρμοστούν», να «ρυθμιστούν» (πάντα προς το συμφέρον των προνομιούχων, αυτών που κατέχουν, και πάντα προς όφελος της ίδιας της γραφειοκρατίας). Σε όλες τις αστικές επαναστάσεις, λοιπόν, όσο δημοκρατικές κι αν ήταν, υπήρξε μια ενίσχυση και μια τελειοποίηση του γραφειοκρατικού μηχανισμού. «Η υπαλληλία και ο μόνιμος στρατός, γράφει ο Λένιν, είναι ένα “παράσιτο” πάνω στο σώμα της αστικής κοινωνίας, ένα παράσιτο που έχει δημιουργηθεί από τις εσωτερικές αντιφάσεις που ξεσκίζουν αυτή την κοινωνία, τίποτε άλλο πέρα από ένα παράσιτο που κλείνει τους ζωντανούς πόρους».
Από το 1917 –δηλαδή, από τη στιγμή που το Κόμμα αντιμετώπισε την κατάληψη της εξουσίας σαν ένα πρακτικό πρόβλημα– τον Λένιν τον απασχολούσε συνεχώς η σκέψη της συντριβής αυτού του «παράσιτου». Μετά την ανατροπή των εκμεταλλευτριών τάξεων –επαναλαμβάνει και εξηγεί ο Λένιν σε κάθε κεφάλαιο στο Κράτος και Επανάσταση– το προλεταριάτο θα συντρίψει την παλιά γραφειοκρατική μηχανή και θα δημιουργήσει το δικό του μηχανισμό, από υπαλλήλους και εργάτες. Και θα πάρει μέτρα για να τους εμποδίσει να μετατραπούν σε γραφειοκράτες –«μέτρα που αναλύθηκαν λεπτομερειακά από τον Μαρξ και τον Έγκελς: 1) Όχι μόνο εκλογή, αλλά και ανάκληση οποιαδήποτε στιγμή. 2) Πληρωμή όχι ανώτερη από το μισθό ενός εργάτη. 3) Άμεση μετάβαση σ’ ένα καθεστώς όπου όλοι θα εκπληρώνουν τις λειτουργίες του έλεγχου και της εποπτείας, έτσι που όλοι θα μπορούν για μια περίοδο να γίνουν “γραφειοκράτες”, και επομένως κανείς δεν θα μπορεί να γίνει γραφειοκράτης». Δεν πρέπει να νομίσετε ότι ο Λένιν μιλούσε για τα προβλήματα μιας δεκαετίας. Όχι, αυτό ήταν το πρώτο βήμα με το οποίο «θα έπρεπε και πρέπει να αρχίσουμε μόλις κάνουμε μια προλεταριακή επανάσταση».
Η ίδια αυτή τολμηρή αντίληψη για το κράτος σε μια προλεταριακή δικτατορία βρήκε την τελειωμένη της έκφραση ενάμιση χρόνο μετά την κατάληψη της εξουσίας στο πρόγραμμα του Μπολσεβίκικου Κόμματος, μαζί και στο τμήμα του που αναφέρεται στο στρατό. Ένα δυνατό κράτος, αλλά χωρίς μανδαρίνους. Ένοπλη δύναμη, αλλά χωρίς σαμουράι! Δεν είναι τα καθήκοντα της άμυνας που δημιουργούν μια στρατιωτική και κρατική γραφειοκρατία, αλλά η ταξική δομή της κοινωνίας που μεταφέρεται στην οργάνωση της άμυνας. Ο στρατός είναι μονάχα ένα αντίγραφο των κοινωνικών σχέσεων. Η πάλη ενάντια στον εξωτερικό κίνδυνο, απαιτεί, βέβαια, μια ειδικευμένη στρατιωτική-τεχνική οργάνωση, για το εργατικό κράτος, όπως και για τα άλλα, αλλά σε καμιά περίπτωση μια προνομιούχα κάστα αξιωματικών. Το πρόγραμμα του Κόμματος απαιτεί την αντικατάσταση του μόνιμου στρατού από τον ένοπλο λαό.
Έτσι, το καθεστώς της προλεταριακής δικτατορίας από την πρώτη στιγμή του παύει να είναι ένα «κράτος» με την παλιά έννοια του όρου –ένας ειδικός μηχανισμός, δηλαδή, που θα κρατάει σε υποταγή την πλειοψηφία του λαού. Η υλική δύναμη, μαζί με τα όπλα, περνάει άμεσα και κατευθείαν στα χέρια εργατικών οργανώσεων όπως είναι τα Σοβιέτ. Το κράτος σαν γραφειοκρατικός μηχανισμός αρχίζει να σβήνει από την πρώτη μέρα της προλεταριακής δικτατορίας. Αυτή είναι η φωνή του προγράμματος του Κόμματος –που δεν έχει ακυρωθεί μέχρι σήμερα. Παράξενο: αυτό ηχεί σαν η φωνή ενός φαντάσματος από το μαυσωλείο.
Όπως και να ερμηνεύετε τη φύση του σημερινού σοβιετικού κράτους, ένα πράγμα είναι αδιαμφισβήτητο: στο τέλος της δεύτερης δεκαετίας της ύπαρξής του, όχι μόνο δεν έχει σβήσει, αλλά ούτε καν έχει αρχίσει να «σβήνει». Ακόμα χειρότερα, έχει μεγαλώσει κι έχει γίνει ένας ανήκουστος μέχρι τώρα μηχανισμός καταπίεσης. Η γραφειοκρατία όχι μόνο δεν έχει εξαφανιστεί, δίνοντας τη θέση της στις μάζες, αλλά και έχει μετατραπεί σε μια ανεξέλεγκτη δύναμη που κυριαρχεί πάνω στις μάζες. Ο στρατός όχι μόνο δεν έχει αντικατασταθεί από τον ένοπλο λαό, αλλά και έχει γεννήσει μια προνομιούχα κάστα αξιωματικών, με επικεφαλής στρατάρχες, ενώ στο λαό, «στον ένοπλο φορέα της δικτατορίας», απαγορεύεται στη Σοβιετική Ένωση να φέρει ακόμα και ένα μη πυροβόλο όπλο. Ακόμα και η πιο αχαλίνωτη φαντασία, θα δυσκολευόταν να συλλάβει ένα κοντράστ πιο χτυπητό από αυτό που υπάρχει ανάμεσα στο σχήμα του εργατικού κράτους που έχει δοθεί από τον Μαρξ, τον Έγκελς και τον Λένιν, και το πραγματικό κράτος στο οποίο ηγείται σήμερα ο Στάλιν. Ενώ συνεχίζουν να εκδίδουν τα έργα του Λένιν (σίγουρα, με περικοπές και διαστρεβλώσεις από τη λογοκρισία), οι σημερινοί ηγέτες της Σοβιετικής Ένωσης και οι ιδεολογικοί εκπρόσωποί τους, δεν βάζουν καν το ζήτημα των αιτίων μιας τέτοιας κραυγαλέας διάστασης ανάμεσα στο πρόγραμμα και την πραγματικότητα. Θα προσπαθήσουμε να το κάνουμε εμείς γι’ αυτούς.
Η προλεταριακή δικτατορία είναι μια γέφυρα ανάμεσα στην αστική και τη σοσιαλιστική κοινωνία. Γι8217 αυτό, από την ίδια της την ουσία, έχει ένα μεταβατικό χαρακτήρα. Ένα συμπτωματικό, αλλά πολύ ουσιαστικό καθήκον του κράτους που πραγματοποιεί τη δικτατορία είναι να προετοιμαστεί για τη δικιά του διάλυση. Ο βαθμός πραγματοποίησης του «συμπληρωματικού» αυτού καθήκοντος είναι, ως ένα σημείο, το μέτρο της επιτυχίας του στην εκπλήρωση της θεμελιακής του αποστολής: την οικοδόμηση μιας κοινωνίας χωρίς τάξεις και χωρίς υλικές αντιφάσεις. Η γραφειοκρατία και η κοινωνική αρμονία είναι αντιστρόφως ανάλογα μεταξύ τους.
Στην περίφημη πολεμική του ενάντια στον Ντίριγκ, ο Έγκελς έγραφε: «Όταν, μαζί με την ταξική κυριαρχία και την πάλη για την ατομική ύπαρξη, που δημιουργείται από τη σημερινή αναρχία στην παραγωγή, αυτές οι συγκρούσεις και οι υπερβολές, που είναι αποτέλεσμα αυτής της πάλης, εξαφανιστούν, από τότε κι ύστερα δεν θα υπάρχει τίποτε να καταπιέσει κανείς, και δεν θα υπάρχει η ανάγκη για ένα ειδικό όργανο καταπίεσης, το κράτος». Ο φιλισταίος θεωρεί το χωροφύλακα σαν ένα αιώνιο θεσμό. Στην πραγματικότητα, ο χωροφύλακας θα χαλιναγωγεί την ανθρωπότητα μονάχα μέχρι τη στιγμή που ο άνθρωπος θα χαλιναγωγήσει ολοκληρωτικά τη Φύση. Για να εξαφανιστεί το κράτος, πρέπει να εξαφανιστεί «η ταξική κυριαρχία και η πάλη για την ατομική ύπαρξη». Ο Έγκελς συνδέει τους δυο αυτούς όρους, γιατί στην προοπτική της αλλαγής των κοινωνικών καθεστώτων μερικές δεκαετίες δεν μετράνε καθόλου. Αλλά το πράγμα παρουσιάζεται διαφορετικά σε εκείνες τις γενιές που σηκώνουν το βάρος μιας επανάστασης. Είναι αλήθεια ότι η καπιταλιστική αναρχία δημιουργεί την πάλη του κάθε ατόμου ενάντια σε όλους, το κακό, όμως, είναι ότι η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής δεν παραμερίζει ακόμα αυτόματα την «πάλη για την ατομική ύπαρξη». Αυτό είναι η ουσία του ζητήματος!
Ένα σοσιαλιστικό κράτος, ακόμα και στην Αμερική, πάνω στη βάση του πιο προχωρημένου καπιταλισμού, δεν θα μπορούσε άμεσα να προμηθεύει στον καθένα όλα όσα χρειάζεται, και έτσι θα ήταν υποχρεωμένο να σπρώχνει τον καθένα να παράγει όσο το δυνατό περισσότερα. Το καθήκον του παρακινητή, κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες, πέφτει, φυσικά, στο κράτος, που, με τη σειρά του, δεν μπορεί παρά να καταφύγει, με διάφορες αλλαγές και ελαφρύνσεις, στη μέθοδο της πληρωμής της εργασίας που έχει επεξεργαστεί ο καπιταλισμός. Μ’ αυτήν την έννοια, έγραφε ο Μαρξ το 1875: «Ο αστικός νόμος... είναι αναπόφευκτος στην πρώτη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας, με τη μορφή που την γέννησε, ύστερα από μακριά κοιλοπονήματα, η αστική κοινωνία. Ο νόμος δεν μπορεί ποτέ να υψωθεί πάνω από την οικονομική δομή και την πολιτιστική ανάπτυξη της κοινωνίας που καθορίζεται από αυτή τη δομή».
Ο Λένιν, εξηγώντας τις αξιοσημείωτες αυτές γραμμές, προσθέτει: «Ο αστικός νόμος σε σχέση με τη διανομή των ειδών κατανάλωσης προϋποθέτει, βέβαια, αναπόφευκτα ένα αστικό κράτος, γιατί ο νόμος δεν είναι τίποτε χωρίς ένα μηχανισμό ικανό να επιβάλει την υπακοή στους κανόνες του. Απ’ αυτό βγαίνει (παραθέτουμε ακόμα από τον Λένιν) ότι στον Κομμουνισμό όχι μόνο θα επιβιώσει ο αστικός νόμος για ένα ορισμένο διάστημα, αλλά ακόμα και ένα αστικό κράτος χωρίς την αστική τάξη!». Αυτό το εξαιρετικά σημαντικό συμπέρασμα, που αγνοείται εντελώς από τους σημερινούς επίσημους θεωρητικούς, έχει αποφασιστική σημασία για την κατανόηση της φύσης του σοβιετικού κράτους –ή, πιο σωστά, για μια πρώτη προσέγγιση σε μια τέτοια κατανόηση. Στο βαθμό που το κράτος, που αναλαμβάνει το καθήκον του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού, είναι αναγκασμένο να υπερασπίζεται την ανισότητα –δηλαδή τα υλικά προνόμια μιας μειοψηφίας– με μέθοδες καταναγκασμού, σ’ αυτό το βαθμό παραμένει επίσης ένα «αστικό» κράτος, ακόμα και χωρίς μια αστική τάξη. Αυτά τα λόγια δεν είναι ούτε για έπαινο ούτε για μομφή, απλά λένε τα πράγματα με το αληθινό τους όνομα.
Οι αστικοί κανόνες διανομής, επιταχύνοντας την αύξηση της υλικής δύναμης, πρέπει να υπηρετούν σοσιαλιστικούς σκοπούς –αλλά μόνο σε τελευταία ανάλυση. Το κράτος αποκτά άμεσα και από την αρχή αρχή ένα διπλό χαρακτήρα: σοσιαλιστικό, στο βαθμό που υπερασπίζεται την κοινωνική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, αστικό, στο βαθμό που η διανομή των αγαθών γίνεται με ένα καπιταλιστικό μέτρο αξίας και με όλες τις συνέπειες που πηγάζουν από αυτό. Ένας τέτοιος αντιφατικός χαρακτηρισμός μπορεί να τρομάξει τους δογματικούς και τους σχολαστικούς. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε, είναι να τους στείλουμε τα συλλυπητήριά μας.
Η τελική φυσιογνωμία του εργατικού κράτους πρέπει να καθορίζεται από τις μεταβαλλόμενες σχέσεις ανάμεσα στις αστικές και τις σοσιαλιστικές τάσεις του. Ο θρίαμβος των δεύτερων θα πρέπει από μόνος του να σημαίνει την τελική εξάλειψη του χωροφύλακα –δηλαδή, τη διάλυση του κράτους σε μια αυτοδιοικούμενη κοινωνία. Απ’ αυτό και μόνο γίνεται αρκετά καθαρό πόσο αμέτρητα σημαντικό είναι το πρόβλημα του σοβιετικού γραφειοκρατισμού, τόσο καθεαυτό όσο και σαν ένα σύμπτωμα!
Επειδή ο Λένιν, σύμφωνα με όλο το πνευματικό ταμπεραμέντο του, έδωσε μια εξαιρετικά οξυμένη έκφραση στην αντίληψη του Μαρξ, αποκάλυψε την πηγή των μελλοντικών δυσκολιών, μαζί και των δικών του δυσκολιών, αν και ο ίδιος δεν κατάφερε να προχωρήσει την ανάλυσή του μέχρι το τέλος. «Ένα αστικό κράτος χωρίς την αστική τάξη» αποδείχτηκε ασυμβίβαστο με μια γνήσια σοβιετική δημοκρατία. Η διπλή λειτουργία του κράτους δεν μπορούσε παρά να επηρεάσει τη δομή του. Η εμπειρία αποκάλυψε αυτό που η θεωρία δεν ήταν ικανή να προβλέψει καθαρά. Αν για την υπεράσπιση της κοινωνικοποιημένης ιδιοκτησίας ενάντια στην αστική αντεπανάσταση ένα «κράτος ένοπλων εργατών» ήταν πέρα για πέρα αρκετό, το πράγμα ήταν πολύ διαφορετικό όταν έπρεπε να ρυθμιστούν οι ανισότητες στη σφαίρα της κατανάλωσης. Εκείνοι που δεν έχουν ιδιοκτησία δεν έχουν την τάση να την δημιουργούν και να την υπερασπίζονται. Η πλειοψηφία δεν μπορεί να φροντίζει για τα προνόμια της μειοψηφίας. Για την υπεράσπιση του «αστικού νόμου», το εργατικό κράτος ήταν αναγκασμένο να δημιουργήσει ένα όργανο «αστικού» τύπου –δηλαδή, τον παλιό γνωστό χωροφύλακα, αν και με μια νέα στολή.
Έτσι, έχουμε κάνει το πρώτο βήμα για να κατανοήσουμε τη θεμελιακή αντίφαση ανάμεσα στο μπολσεβίκικο πρόγραμμα και τη σοβιετική πραγματικότητα. Αν το κράτος δεν σβήνει, αλλά γίνεται ολοένα και πιο δεσποτικό, αν οι πληρεξούσιοι της εργατικής τάξης γραφειοκρατικοποιούνται, και η γραφειοκρατία υψώνεται πάνω από τη νέα κοινωνία, αυτό δεν οφείλεται σε κάποιους δευτερεύοντες λόγους, όπως τα ψυχολογικά υπολείμματα του παρελθόντος κτλ., αλλά είναι το αποτέλεσμα μιας αδήριτης αναγκαιότητας να γεννηθεί και να στηριχτεί μια προνομιούχα μειοψηφία, για όσο διάστημα είναι αδύνατο να υπάρξει μια γνήσια ισότητα.
Οι τάσεις του γραφειοκρατισμού, που στραγγαλίζουν το εργατικό κίνημα στις καπιταλιστικές χώρες, θα πρέπει να εμφανιστούν παντού, ακόμα και ύστερα από μια προλεταριακή επανάσταση. Και είναι ολοφάνερο ότι όσο πιο φτωχή είναι η κοινωνία που βγαίνει από μια επανάσταση, τόσο πιο σκληρή και πιο γυμνή θα είναι η έκφραση αυτού του «νόμου», τόσο πιο ωμές θα είναι οι μορφές που θα πάρει ο γραφειοκρατισμός, και τόσο πιο επικίνδυνος θα γίνει για την σοσιαλιστική ανάπτυξη. Το σοβιετικό κράτος εμποδίζεται όχι μόνο να σβήσει, αλλά ακόμα και να απελευθερωθεί από τα γραφειοκρατικά παράσιτα, όχι από τα «υπολείμματα» των πρώην κυρίαρχων τάξεων, όπως διακηρύσσει το γυμνό αστυνομικό δόγμα του Στάλιν, γιατί αυτά τα υπολείμματα είναι καθεαυτά αδύναμα. Εμποδίζεται από αμέτρητα πιο ισχυρούς παράγοντες, όπως είναι η υλική ανάγκη, η πολιτιστική καθυστέρηση και, κατά συνέπεια, η κυριαρχία του «αστικού νόμου» σε ότι αγγίζει πιο άμεσα και με οξύτητα κάθε ανθρώπινο ον, την προσπάθεια να εξασφαλίσει την ατομική του ύπαρξη.
Δυο χρόνια πριν το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, ο νεαρός Μαρξ έγραφε: «Μια ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων είναι η απόλυτα αναγκαία πρακτική προϋπόθεση (του Κομμουνισμού), γιατί χωρίς αυτήν, η έλλειψη αγαθών γενικεύεται, και με την έλλειψη αγαθών η πάλη αρχίζει ξανά για την επιβίωση, και αυτό σημαίνει ότι ξαναζωντανεύει όλος ο παλιός κυκεώνας». Αυτή τη σκέψη, ο Μαρξ δεν την ανάπτυξε ποτέ άμεσα, και ο λόγος δεν ήταν τυχαίος: δεν είχε ποτέ προβλέψει μια προλεταριακή επανάσταση σε μια καθυστερημένη χώρα. Ο Λένιν επίσης ποτέ δεν επέμεινε πάνω σ’ αυτό, κι αυτό επίσης δεν ήταν τυχαίο. Δεν πρόβλεψε μια τόσο παρατεταμένη απομόνωση του σοβιετικού κράτους. Παρόλα αυτά, το απόσπασμα, ένα αφηρημένο μόνο σχήμα στον Μαρξ, ένα συμπέρασμα από το αντίθετό του, προσφέρει το απαραίτητο θεωρητικό κλειδί για τις εντελώς συγκεκριμένες δυσκολίες και ασθένειες του σοβιετικού καθεστώτος. Πάνω στην ιστορική βάση της ένδειας, που επιδεινώθηκε από τις καταστροφές του ιμπεριαλιστικού και του εμφυλίου πολέμου, η «πάλη για την ατομική ύπαρξη» όχι μόνο δεν εξαφανίστηκε την επόμενη της ανατροπής της μπουρζουαζίας, όχι μόνο δεν ελαττώθηκε τα επόμενα χρόνια, αλλά, αντίθετα, πήρε κατά καιρούς μια ανήκουστη αγριότητα. Χρειάζεται μήπως να θυμίσουμε ότι ορισμένες περιοχές της χώρας έχουν δυο φορές φτάσει στο σημείο του κανιβαλισμού;
Μονάχα τώρα μπορεί πραγματικά να εκτιμηθεί η απόσταση που χώριζε την τσαρική Ρωσία από τη Δύση. Ακόμα και στις πιο ευνοϊκές συνθήκες –δηλαδή, αν έλλειπαν οι εσωτερικές διαταραχές και οι εξωτερικές καταστροφές– η Σοβιετική Ένωση θα χρειαζόταν αρκετές πεντάχρονες περίοδες πριν μπορέσει να αφομοιώσει πλήρως τα οικονομικά και εκπαιδευτικά εκείνα επιτεύγματα που τα πρώτα πρώτα έθνη του καπιταλιστικού πολιτισμού, κατάκτησαν μέσα από αιώνες. Η εφαρμογή σοσιαλιστικών μεθόδων για τη λύση προσοσιαλιστικών προβλημάτων –αυτή είναι όλη η ουσία της σημερινής οικονομικής και πολιτιστικής δουλειάς στη Σοβιετική Ένωση.
Είναι βέβαιο ότι η Σοβιετική Ένωση ακόμα και τώρα ξεπερνάει, σ’ ότι αφορά τις παραγωγικές δυνάμεις, τις περισσότερες από τις αναπτυγμένες χώρες της εποχής του Μαρξ. Αλλά, πρώτο, στον ιστορικό ανταγωνισμό των δύο καθεστώτων, δεν είναι τόσο το ζήτημα των απόλυτων, αλλά των σχετικών επιπέδων. Η σοβιετική οικονομία είναι αντιμέτωπη με τον καπιταλισμό του Χίτλερ, του Μπόλντουιν και του Ρούζβελτ, και όχι του Βίσμαρκ, του Πάλμερστον ή του Αβραάμ Λίνκολν. Και, δεύτερο, ο ίδιος ο ορίζοντας των ανθρώπινων αναγκών αλλάζει θεμελιακά με την ανάπτυξη της παγκόσμιας τεχνικής. Οι σύγχρονοι του Μαρξ δεν γνώριζαν τίποτε από αυτοκίνητα, ραδιόφωνα, κινηματογράφους, αεροπλάνα. Μια σοσιαλιστική κοινωνία, ωστόσο, είναι αδιανόητη χωρίς την ελεύθερη απόλαυση αυτών των αγαθών.
»Το κατώτερο στάδιο του Κομμουνισμού», για να χρησιμοποιήσουμε τον όρο του Μαρξ, αρχίζει από εκείνο το επίπεδο στο οποίο έχει φτάσει ο πιο αναπτυγμένος καπιταλισμός. Ωστόσο, το πραγματικό πρόγραμμα του ερχόμενου σοβιετικού πεντάχρονου πλάνου, είναι «να φτάσουμε την Ευρώπη και την Αμερική». Η κατασκευή ενός διχτύου δρόμων και ασφαλτωμένων αυτοκινητόδρομων στον αχανή χώρο της Σοβιετικής Ένωσης, θα απαιτήσει πολύ περισσότερο χρόνο και υλικό απ’ ότι να μεταφυτευτούν εργοστάσια αυτοκινήτων από την Αμερική, ή ακόμα και να αποκτήσουμε την τεχνική τους. Πόσα χρόνια χρειάζονται για να μπορεί κάθε σοβιετικός πολίτης να χρησιμοποιεί ένα αυτοκίνητο σε όποια κατεύθυνση του αρέσει, και να ξαναγεμίζει το ντεπόζιτο της βενζίνης του χωρίς δυσκολία στο δρόμο; Στην κοινωνία της βαρβαρότητας ο καβαλάρης και ο πεζός αποτελούσαν δυο τάξεις. Το αυτοκίνητο δεν διαφοροποιεί την κοινωνία λιγότερο απ’ ότι το σελωμένο άλογο. Όσο, ακόμα και ένα φτηνό «φορτάκι» παραμένει το προνόμιο μιας μειοψηφίας, σ’ αυτό επιβιώνουν όλες οι σχέσεις και οι συνήθειες που χαρακτηρίζουν την αστική κοινωνία. Και μαζί μ’ αυτές, παραμένει ο φύλακας της ανισότητας, το κράτος.
Ενώ βασιζόταν εξολοκλήρου πάνω στη μαρξιστική θεωρία της δικτατορίας του προλεταριάτου, ο Λένιν δεν μπόρεσε, όπως είπαμε, ούτε στο κύριο έργο του που είναι αφιερωμένο σ’ αυτό το ζήτημα (Κράτος και Επανάσταση), ούτε στο πρόγραμμα του Κόμματος, να βγάλει όλα τα αναγκαία συμπεράσματα σ’ ότι αφορά το χαρακτήρα του κράτους μέσα στην οικονομική καθυστέρηση και την απομόνωση της χώρας. Εξηγώντας την αναβίωση του γραφειοκρατισμού με το γεγονός ότι οι μάζες δεν ήταν εξοικειωμένες με τα διοικητικά ζητήματα, και με τις ιδιαίτερες δυσκολίες που πηγάζανε από τον πόλεμο, το πρόγραμμα καθορίζει μόνο πολιτικά μέτρα για το ξεπέρασμα των «γραφειοκρατικών διαστρεβλώσεων»: εκλογή και ανάκληση κάθε στιγμή, όλων των πληρεξούσιων, κατάργηση των υλικών προνομίων, ενεργητικό έλεγχο από τις μάζες κτλ. Θεωρούνταν ότι, ακολουθώντας αυτό το δρόμο, ο γραφειοκράτης, από αφεντικό, θα μετατρεπόταν σε έναν απλό και επιπλέον προσωρινό τεχνικό πράκτορα, και το κράτος βαθμιαία και ανεπαίσθητα θα εξαφανιζόταν από το προσκήνιο.
Η ολοφάνερη αυτή υποτίμηση των επικείμενων δυσκολιών εξηγείται από το γεγονός ότι το πρόγραμμα βασιζόταν ολοκληρωτικά πάνω σε μια διεθνή προοπτική. «Η Οκτωβριανή Επανάσταση στη Ρωσία έχει πραγματοποιήσει τη δικτατορία του προλεταριάτου... Η εποχή της παγκόσμιας προλεταριακής κομμουνιστικής επανάστασης έχει αρχίσει». Αυτές ήταν οι πρώτες γραμμές του προγράμματος. Οι συγγραφείς τους όχι μόνο δεν έθεσαν στον εαυτό τους το στόχο της οικοδόμησης του «σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα» –αυτή η ιδέα δεν περνούσε από το κεφάλι κανενός τότε, και πολύ λιγότερο από το κεφάλι του Στάλιν– αλλά και δεν άγγιξαν το ζήτημα του χαρακτήρα που θα έπαιρνε το σοβιετικό κράτος, αν ήταν αναγκασμένο, απομονωμένο για δυο δεκαετίες, να λύσει εκείνα τα οικονομικά και πολιτιστικά προβλήματα που ο αναπτυγμένος καπιταλισμός είχε λύσει πολύ καιρό πριν.
Η μεταπολεμική επαναστατική κρίση δεν οδήγησε στη νίκη του σοσιαλισμού στην Ευρώπη. Οι σοσιαλδημοκράτες σώσανε την μπουρζουαζία. Εκείνη η περίοδος, που στον Λένιν και στους συντρόφους του φαινόταν σαν ένα σύντομο «σταμάτημα», έχει επεκταθεί κι έχει γίνει μια ολόκληρη ιστορική εποχή. Η αντιφατική κοινωνική δομή της Σοβιετικής Ένωσης, και ο υπεργραφειοκρατικός χαρακτήρας του κράτους της, είναι οι άμεσες συνέπειες αυτής της μοναδικής και «απρόβλεπτης» ιστορικής παύσης, που, ταυτόχρονα, έχει οδηγήσει στις καπιταλιστικές χώρες στο φασισμό ή την προφασιστική αντίδραση.
Ενώ η πρώτη απόπειρα να δημιουργήσουμε ένα κράτος απαλλαγμένο από το γραφειοκρατισμό ήρθε σε σύγκρουση, πρώτα πρώτα, με την άγνοια των μαζών σε ότι αφορά την αυτοδιοίκηση, με την έλλειψη ειδικευμένων εργατών αφοσιωμένων στο σοσιαλισμό κτλ., πολύ γρήγορα, μετά από αυτές τις άμεσες δυσκολίες, συνάντησε άλλες πιο βαθιές. Ο περιορισμός του κράτους σε λειτουργίες «λογιστικών και ελέγχου», με μια διαρκή ελάττωση της λειτουργίας του καταναγκασμού, που απαιτούσε το πρόγραμμα του Κόμματος, προϋπόθετε τουλάχιστο μια σχετική κατάσταση γενικής ευημερίας. Αυτή ακριβώς η αναγκαία προϋπόθεση έλλειπε. Καμιά βοήθεια δεν ήρθε από τη Δύση. Η εξουσία των δημοκρατικών Σοβιέτ αποδειχνόταν βασανιστική και ακόμα ανυπόφορη, όταν το καθημερινό καθήκον ήταν να διευκολύνουν εκείνες τις προνομιούχες ομάδες που η ύπαρξή τους ήταν αναγκαία για την άμυνα, για τη βιομηχανία, για την τεχνική και την επιστήμη. Στην αποφασιστικά μη «σοσιαλιστική» αυτή επιχείρηση, να παίρνεις από δέκα και να δίνεις σε έναν, αποκρυσταλλώθηκε και αναπτύχθηκε μια πανίσχυρη κάστα από ειδικούς στη διανομή.
Πώς και γιατί, ωστόσο, οι τεράστιες αυτές οικονομικές επιτυχίες της τελευταίας περιόδου δεν έχουν οδηγήσει σε ένα μετριασμό, αλλά, αντίθετα, σε μια όξυνση των ανισοτήτων, και ταυτόχρονα σε ένα παραπέρα μεγάλωμα του γραφειοκρατισμού, που από μια «διαστρέβλωση» έχει γίνει τώρα ένα σύστημα διοίκησης; Πριν δοκιμάσουμε να απαντήσουμε σ’ αυτό το ερώτημα, ας ακούσουμε πώς βλέπουν το δικό τους καθεστώς οι επίσημοι ηγέτες της σοβιετικής γραφειοκρατίας.
Τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει αρκετές διακηρύξεις για τον «πλήρη θρίαμβο» του σοσιαλισμού στη Σοβιετική Ένωση –διακηρύξεις που παίρνουν μορφές ιδιαίτερα κατηγορηματικές σε σύνδεση με την «εξάλειψη των κουλάκων σαν τάξη». Στις 30 του Γενάρη 1931, η «Πράβντα», ερμηνεύοντας μια ομιλία του Στάλιν, έγραφε: «Στη διάρκεια της δεύτερης πεντάχρονης περιόδου, τα τελευταία υπολείμματα των καπιταλιστικών στοιχείων στην οικονομία μας θα εξαλειφθούν», (η υπογράμμιση είναι δική μας –Λ.Τ.). Από την άποψη αυτής της προοπτικής, το κράτος θα έπρεπε αναμφίβολα να σβήσει στη διάρκεια της ίδιας περιόδου, γιατί εκεί που τα «τελευταία υπολείμματα» του καπιταλισμού έχουν εξαλειφτεί, το κράτος δεν έχει τίποτε να κάνει. «Η σοβιετική εξουσία», λέει το πρόγραμμα του Μπολσεβίκικου Κόμματος πάνω σ’ αυτό το ζήτημα, «αναγνωρίζει ανοιχτά τον αναπόφευκτο ταξικό χαρακτήρα κάθε κράτους, όσο η διαίρεση της κοινωνίας σε τάξεις, και έτσι κάθε κρατική εξουσία, δεν έχει πλήρως εξαφανιστεί». Ωστόσο, όταν μερικοί άμυαλοι μοσχοβίτες θεωρητικοί προσπάθησαν, παίρνοντας τοις μετρητοίς την εξάλειψη αυτή των «τελευταίων υπολειμμάτων» του καπιταλισμού, να βγάλουν σαν συμπέρασμα το σβήσιμο του κράτους, η γραφειοκρατία αμέσως διακήρυξε ότι αυτές οι θεωρίες είναι «αντεπαναστατικές».
Πού βρίσκεται το θεωρητικό λάθος της γραφειοκρατίας –στη βασική προϋπόθεση ή στο συμπέρασμα; Και στο ένα, και στο άλλο. Στις πρώτες δηλώσεις για τον «πλήρη θρίαμβο», η Αριστερή Αντιπολίτευση απάντησε: Δεν πρέπει να περιορίζεστε στην κοινωνικο-νομική μορφή των σχέσεων που είναι ανώριμες, αντιφατικές, στη γεωργία ακόμα πολύ ασταθείς, κάνοντας αφαίρεση του θεμελιακού κριτηρίου: του επίπεδου των παραγωγικών δυνάμεων. Οι ίδιες οι νομικές μορφές έχουν ένα ουσιαστικά διαφορετικό κοινωνικό περιεχόμενο ανάλογα με το ύψος του τεχνικού επιπέδου. «Ο νόμος δεν μπορεί ποτέ να υψωθεί πάνω από την οικονομική δομή και το πολιτιστικό επίπεδο που καθορίζεται από αυτή τη δομή» (Μαρξ). Οι σοβιετικές μορφές ιδιοκτησίας πάνω στη βάση των πιο σύγχρονων επιτευγμάτων της αμερικάνικης τεχνικής μεταφυτευμένων σε όλους τους κλάδους της οικονομικής ζωής –αυτό θα ήταν πραγματικά το πρώτο στάδιο του σοσιαλισμού. Οι σοβιετικές μορφές με μια χαμηλή παραγωγικότητα εργασίας δεν σημαίνουν παρά ένα μεταβατικό καθεστώς που η ιστορία δεν έχει αποφασίσει ακόμα τελικά το πεπρωμένο του.
«Δεν είναι τερατώδες;» –γράφαμε το Μάρτη του 1932. «Η χώρα δεν μπορεί να βγει από μια μεγάλη έλλειψη αγαθών. Σε κάθε βήμα σταματούν οι προμήθειες. Τα παιδιά δεν έχουν γάλα. Αλλά τα επίσημα φερέφωνα διακηρύσσουν: “Η χώρα έχει μπει στην περίοδο του σοσιαλισμού!”. Θα μπορούσε κανείς να εκθέσει με χειρότερο τρόπο το όνομα του σοσιαλισμού;». Ο Καρλ Ράντεκ, τώρα επιφανής δημοσιογράφος[1] των κυβερνητικών σοβιετικών κύκλων, αντέκρουσε αυτές τις παρατηρήσεις στη γερμανική φιλελεύθερη εφημερίδα «Berliner Tageblatt», σε μια ειδική έκδοση αφιερωμένη στη Σοβιετική Ένωση (Μάης 1932), με τα παρακάτω λόγια που αξίζει να μείνουν αθάνατα: «Το γάλα είναι προϊόν των αγελάδων και όχι του σοσιαλισμού, και θα έπρεπε πραγματικά να μπερδεύει κανείς το σοσιαλισμό με την εικόνα μιας χώρας όπου στα ποτάμια της κυλάει γάλα, για να μην καταλαβαίνει ότι μια χώρα μπορεί για μια περίοδο να υψωθεί σε ανώτερο επίπεδο ανάπτυξης χωρίς καμιά σημαντική άνοδο στην υλική κατάσταση των λαϊκών μαζών». Αυτές οι γραμμές γράφτηκαν τη στιγμή που ένας φοβερός λιμός μαίνονταν στη χώρα.
Ο σοσιαλισμός είναι μια δομή σχεδιασμένης παραγωγής με σκοπό την καλύτερη ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών. Αλλιώς δεν αξίζει το όνομα σοσιαλισμός. Αν οι αγελάδες έχουν κοινωνικοποιηθεί, αλλά είναι πολύ λίγες, ή έχουν πολύ φτωχούς μαστούς, τότε ξεσπούν συγκρούσεις λόγω της ανεπάρκειας του γάλακτος –συγκρούσεις ανάμεσα στην πόλη και την ύπαιθρο, ανάμεσα στα κολχόζ και τους μεμονωμένους αγρότες, ανάμεσα σε διάφορα στρώματα του προλεταριάτου, ανάμεσα σ’ ολόκληρη την εργαζόμενη μάζα και τη γραφειοκρατία. Στην πραγματικότητα, ήταν η κοινωνικοποίηση των αγελάδων που οδήγησε στη μαζική σφαγή τους από τους αγρότες. Οι κοινωνικές συγκρούσεις που γεννιούνται από την ανάγκη, μπορούν, με τη σειρά τους, να οδηγήσουν σε ένα ξαναζωντάνεμα «όλου του παλιού κυκεώνα». Αυτή ήταν, ουσιαστικά, η απάντησή μας.
Το Έβδομο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς, στην απόφασή του της 20 του Αυγούστου 1935, διαβεβαίωνε πανηγυρικά ότι στο σύνολο των επιτυχιών των εθνικοποιημένων βιομηχανιών, στην πραγματοποίηση της κολεχτιβοποίησης, στο ξερίζωμα των καπιταλιστικών στοιχείων και στην εξάλειψη των κουλάκων σαν τάξη, έχει επιτευχθεί στη Σοβιετική Ένωση «ο τελικός και αμετάκλητος θρίαμβος του σοσιαλισμού και η ολόπλευρη ενίσχυση του κράτους της προλεταριακής δικτατορίας». Μ’ όλο τον κατηγορηματικό τόνο της, αυτή η μαρτυρία της Κομμουνιστικής Διεθνούς, είναι πέρα για πέρα αντιφατική. Αν ο σοσιαλισμός έχει «τελικά και αμετάκλητα» θριαμβεύσει, όχι σαν μια αρχή, αλλά σαν ένα ζωντανό κοινωνικό καθεστώς, τότε μια ανανεωμένη «ενίσχυση» της δικτατορίας, είναι φανερή ανοησία. Και, αντίθετα, αν η ενίσχυση της δικτατορίας προκλήθηκε από τις πραγματικές ανάγκες του καθεστώτος, αυτό σημαίνει ότι ο θρίαμβος του σοσιαλισμού είναι ακόμα πολύ μακριά. Όχι μονάχα ένας μαρξιστής, αλλά οποιοσδήποτε ρεαλιστής πολιτικός στοχαστής, θα έπρεπε να καταλαβαίνει πως η ίδια η αναγκαιότητα να «ενισχυθεί» η δικτατορία –δηλαδή, η κυβερνητική καταπίεση– δεν δείχνει το θρίαμβο μιας αταξικής αρμονίας, αλλά την ανάπτυξη νέων κοινωνικών ανταγωνισμών. Τι βρίσκεται πίσω από όλα αυτά; Η έλλειψη μέσων συντήρησης που είναι αποτέλεσμα της χαμηλής παραγωγικότητας της εργασίας.
Ο Λένιν χαρακτήρισε κάποτε το σοσιαλισμό σαν «σοβιετική εξουσία συν εξηλεκτρισμό». Η επιγραμματική αυτή διατύπωση, που ήταν μονόπλευρη λόγω του ότι υπηρετούσε τους προπαγανδιστικούς σκοπούς της στιγμής, έπαιρνε τουλάχιστον σαν μίνιμουμ αφετηρία το καπιταλιστικό επίπεδο εξηλεκτρισμού. Τώρα στη Σοβιετική Ένωση, η κατά κεφαλή παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας είναι το ένα τρίτο των αναπτυγμένων χωρών. Αν πάρετε υπόψη ότι, στο μεταξύ, τα Σοβιέτ έχουν παραχωρήσει τη θέση τους σε μια πολιτική μηχανή που είναι ανεξάρτητη από τις μάζες, δεν μένει τίποτε άλλο στην Κομμουνιστική Διεθνή παρά να διακηρύξει ότι ο σοσιαλισμός είναι η γραφειοκρατική εξουσία συν το ένα τρίτο του καπιταλιστικού εξηλεκτρισμού. Ένας τέτοιος ορισμός θα ήταν ακριβής σαν φωτογραφία, αλλά για το σοσιαλισμό είναι εντελώς ανεπαρκής! Σε μια ομιλία του στους σταχανοβικούς, το Νοέμβρη του 1935, ο Στάλιν, υποταγμένος στους εμπειρικούς στόχους της Συνδιάσκεψης, διακήρυξε απροσδόκητα: «Γιατί μπορεί και θα πρέπει να νικήσει, και αναγκαστικά θα νικήσει, ο σοσιαλισμός το καπιταλιστικό σύστημα οικονομίας; Γιατί μπορεί να δώσει... μια υψηλότερη παραγωγικότητα εργασίας». Απορρίπτοντας, παρεμπιπτόντως, την απόφαση της Κομμουνιστικής Διεθνούς που υιοθετήθηκε τρεις μήνες πριν πάνω στο ίδιο ζήτημα, όπως και τις δικές του επανειλημμένες διακηρύξεις, ο Στάλιν μιλάει εδώ στον μέλλοντα για το «θρίαμβο» του σοσιαλισμού. Ο σοσιαλισμός θα νικήσει, λέει, το καπιταλιστικό σύστημα, όταν το ξεπεράσει στην παραγωγικότητα της εργασίας. Όχι μονάχα οι χρόνοι των ρημάτων, αλλά και τα κοινωνικά κριτήρια αλλάζουν, όπως βλέπουμε, από τη μια στιγμή στην άλλη. Είναι σίγουρο ότι δεν είναι εύκολο στον σοβιετικό πολίτη να παρακολουθεί τη «γενική γραμμή».
Τέλος, την 1η του Μάρτη 1936, σε μια συνομιλία με τον Ρόι Χάουαρντ, ο Στάλιν μας πρόσφερε ένα νέο ορισμό για το σοβιετικό καθεστώς: «Ο κοινωνικός αυτός οργανισμός που έχουμε δημιουργήσει μπορεί να ονομαστεί σοβιετικός σοσιαλιστικός οργανισμός, ακόμα όχι εντελώς ολοκληρωμένος, αλλά στη ρίζα του ένας σοσιαλιστικός οργανισμός της κοινωνίας». Στον σκόπιμα ασαφή αυτό ορισμό, υπάρχουν σχεδόν τόσες αντιφάσεις όσες είναι και οι λέξεις. Ο κοινωνικός οργανισμός ονομάζεται «σοβιετικός σοσιαλιστικός», αλλά τα Σοβιέτ είναι μια μορφή κράτους, και ο σοσιαλισμός είναι ένα κοινωνικό καθεστώς. Αυτοί οι προσδιορισμοί όχι μόνο δεν είναι ταυτόσημοι, αλλά, από τη σκοπιά που μας ενδιαφέρει, είναι και ανταγωνιστικοί. Στο βαθμό που ο κοινωνικός οργανισμός έχει γίνει σοσιαλιστικός, τα Σοβιέτ θα έπρεπε να έχουν πάψει να υπάρχουν, όπως φεύγει η σκαλωσιά αφού τελειώσει ένα κτίριο. Ο Στάλιν κάνει μια διόρθωση: Ο σοσιαλισμός δεν είναι ακόμα εντελώς ολοκληρωμένος. Τι σημαίνει το «όχι εντελώς»; Το 5% ή το 75%; Αυτό δεν μας το λένε, όπως ακριβώς δεν μας λένε τι εννοούν όταν μιλάνε για ένα οργανισμό της κοινωνίας που είναι «σοσιαλιστικός στη ρίζα του». Εννοούν τις μορφές ιδιοκτησίας ή την τεχνική; Ωστόσο, το ίδιο το γεγονός ότι ο προσδιορισμός είναι ομιχλώδης, σημαίνει μια υποχώρηση από την αμέτρητα πιο κατηγορηματική φόρμουλα του 1931-35. Ένα βήμα παραπέρα στον ίδιο δρόμο είναι η αναγνώριση ότι η «ρίζα» κάθε κοινωνικού οργανισμού είναι οι παραγωγικές δυνάμεις, και ότι αυτό ακριβώς που δεν είναι αρκετά δυνατό για το σοσιαλιστικό κορμό και για το φύλλωμά του είναι η σοβιετική αυτή ρίζα: η ευημερία του ανθρώπου.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
————————
[1] Γράφτηκε πριν από τη σύλληψη του Καρλ Ράντεκ, τον Αύγουστο του 1936, με την κατηγορία της τρομοκρατικής συνωμοσίας ενάντια στους σοβιετικούς ηγέτες –(σ.τ.μ.).