Marxistbooks> Βιβλιοθήκη> Τρότσκι>Η Προδομένη Επανάσταση_f

Λεόν Τρότσκι

Η ΠΡΟΔΟΜΕΝΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Προηγούμενο: Ο Σοσιαλισμός και το κράτος
Επόμενο: Το Σοβιετικό Θερμιδόρ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙV

Η ΠΑΛΗ ΓΙΑ ΤΗΝ
ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

1.To χρήμα και το Πλάνο

Προσπαθήσαμε να εξετάσουμε το σοβιετικό καθεστώς σε σχέση με το κράτος. Μια παρόμοια εξέταση μπορούμε να κάνουμε σε σχέση με το νόμισμα. Τα δύο αυτά προβλήματα, το κράτος και το χρήμα, έχουν πολλά κοινά χαρακτηριστικά, γιατί και τα δύο ανάγονται, σε τελευταία ανάλυση, στο πρόβλημα των προβλημάτων: την παραγωγικότητα της εργασίας. Ο κρατικός καταναγκασμός όπως και ο χρηματικός καταναγκασμός, είναι μια κληρονομιά από την ταξική κοινωνία, που δεν είναι ικανή να καθορίσει τις σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους παρά μόνο με τη μορφή των φετίχ, θρησκευτικών ή λαϊκών, αφού διορίσει σαν υπερασπιστή τους το πιο τρομερό απ’ όλα τα φετίχ, το κράτος, με ένα μεγάλο μαχαίρι ανάμεσα στα δόντια του. Στην κομμουνιστική κοινωνία, το κράτος και το χρήμα θα εξαφανιστούν. Το βαθμιαίο σβήσιμό τους πρέπει, κατά συνέπεια, να αρχίσει στο σοσιαλισμό. Θα μπορούμε να μιλάμε για τον πραγματικό θρίαμβο του σοσιαλισμού μόνο στην ιστορική εκείνη στιγμή που το κράτος θα έχει μετατραπεί σε ένα μισο-κράτος, και το χρήμα θα αρχίσει να χάνει τη μαγική του δύναμη. Αυτό θα σημαίνει ότι ο σοσιαλισμός, έχοντας απελευθερωθεί από τα καπιταλιστικά φετίχ, θα αρχίσει να δημιουργεί μια πιο καθαρή, ελεύθερη και αξιοπρεπή σχέση ανάμεσα στους ανθρώπους. Τα χαρακτηριστικά αναρχικά αιτήματα όπως η «κατάργηση» του χρήματος, η «κατάργηση» του μισθού, ή η «διάλυση» του κράτους και της οικογένειας, παρουσιάζουν ενδιαφέρον μόνο σαν πρότυπα μηχανιστικής σκέψης. Το χρήμα δεν μπορεί να «καταργηθεί» αυθαίρετα, ούτε το κράτος και η παλιά οικογένεια μπορούν να «διαλυθούν». Πρέπει να εξαντλήσουν την ιστορική τους αποστολή, να εξατμιστούν και να σβήσουν. Το θανατηφόρο χτύπημα στο φετιχισμό του χρήματος δεν θα δοθεί παρά σ’ εκείνο το στάδιο όπου η σταθερή αύξηση του κοινωνικού πλούτου, θα κάνει εμάς τα δίποδα, να ξεχάσουμε τη μίζερη στάση μας απέναντι σε κάθε λεπτό περίσσειας εργασίας, και τον ταπεινωτικό φόβο μας για το μέγεθος της μερίδας μας. Όταν θα χάσει την ικανότητά του να φέρνει ευτυχία ή να πετάει τους ανθρώπους στα σκουπίδια, το χρήμα θα μετατραπεί σε απλό λογιστικό μέσο κατάλληλο για τη στατιστική και για το σχεδιασμό. Σε ένα ακόμα πιο μακρινό μέλλον, κανένα λογιστικό μέσο δεν θα είναι πια αναγκαίο. Αλλά μπορούμε να αφήσουμε αυτό το ζήτημα στους απογόνους μας, που θα είναι πιο ευφυείς από μας.

Η εθνικοποίηση των μέσων παραγωγής και της πίστης, η κοπερατιβοποίηση ή η κρατικοποίηση του εσωτερικού εμπορίου, το μονοπώλιο του εξωτερικού εμπορίου, η κολεχτιβοποίηση της γεωργίας, η νομοθεσία για την κληρονομιά βάζουν αυστηρά όρια στην προσωπική συσσώρευση χρήματος και εμποδίζουν τη μετατροπή του σε ιδιωτικό κεφάλαιο (τοκογλυφικό, εμπορικό και βιομηχανικό). Ωστόσο, αυτές οι λειτουργίες του χρήματος, που είναι δεμένες με την εκμετάλλευση, δεν εξαφανίζονται στην αρχή μιας προλεταριακής επανάστασης, αλλά μεταβιβάζονται με μια τροποποιημένη μορφή στο κράτος, που είναι ο καθολικός έμπορος, πιστωτής και βιομήχανος. Ταυτόχρονα, οι πιο στοιχειώδεις λειτουργίες του χρήματος, σαν μέτρο άξιας, μέσο ανταλλαγής και μέσο πληρωμής, όχι μόνο διατηρούνται, αλλά και αποκτούν ένα πλατύτερο πεδίο δράσης από εκείνο που είχαν μέσα στον καπιταλισμό.

Ο διοικητικός σχεδιασμός έχει αποκαλύψει αρκετά τη δύναμή του –παράλληλα, όμως, και τα όρια της δύναμής του. Ένα από τα πριν καταρτισμένο οικονομικό πλάνο –πάνω απ’ όλα σε μια καθυστερημένη χώρα με πληθυσμό 170 εκατομμύρια και με μια βαθιά αντίφαση ανάμεσα στην πόλη και την ύπαιθρο– δεν είναι ένα αναλλοίωτο ευαγγέλιο, αλλά μια υπόθεση σκληρής και πεισματικής δουλειάς, που πρέπει να επαληθεύεται και να ανοικοδομείται στο προτσές της εκπλήρωσής της. Μπορούμε πραγματικά να διατυπώσουμε έναν κανόνα: όσο πιο «πιστά» εκπληρώνεται ένα διοικητικό καθήκον, τόσο χειρότερη είναι η οικονομική ηγεσία. Για τη ρύθμιση και την εφαρμογή των πλάνων είναι αναγκαίοι δύο μοχλοί: ο πολιτικός μοχλός, με τη μορφή μιας πραγματικής συμμετοχής στην ηγεσία των ίδιων των ενδιαφερόμενων μαζών, πράγμα αδιανόητο χωρίς τη σοβιετική δημοκρατία, και ο οικονομικός μοχλός, με τη μορφή μιας πραγματικής δοκιμασίας των από τα πριν υπολογισμών με τη βοήθεια ενός καθολικού ισοδύναμου, πράγμα αδιανόητο χωρίς ένα σταθερό νομισματικό σύστημα.

Ο ρόλος του χρήματος στη σοβιετική οικονομία όχι μόνο δεν έχει τελειώσει, αλλά και έχει μπροστά του, όπως έχουμε πει, μια μακριά περίοδο ανάπτυξης. Η μεταβατική εποχή ανάμεσα στον καπιταλισμό και το σοσιαλισμό, παρμένη σαν όλο, δεν σημαίνει τη μείωση του εμπορίου, αλλά, αντίθετα, την εξαιρετική επέκτασή του. Όλοι οι κλάδοι της βιομηχανίας μεταμορφώνονται και αναπτύσσονται. Συνέχεια εμφανίζονται νέοι κλάδοι, και είναι όλοι υποχρεωμένοι να καθορίζουν τις μεταξύ τους σχέσεις και ποσοτικά και ποιοτικά. Η εξάλειψη της αγροτικής εκείνης οικονομίας που παράγει για αυτοκατανάλωση, και ταυτόχρονα της κλειστής οικογενειακής ζωής, σημαίνει μια μεταφορά στην σφαίρα της κοινωνικής ανταλλαγής, και, έτσι, στη σφαίρα της νομισματικής κυκλοφορίας, όλης της εργασιακής ενέργειας που προηγούμενα δαπανούνταν μέσα στα στενά όρια της αυλής του αγρότη ή μέσα στους τοίχους της ιδιωτικής κατοικίας του. Για πρώτη φορά στην ιστορία, όλα τα προϊόντα και οι υπηρεσίες αρχίζουν να ανταλλάσσονται μεταξύ τους.

Από την άλλη μεριά, μια επιτυχημένη σοσιαλιστική οικοδόμηση είναι αδιανόητη χωρίς να περιλαμβάνονται μέσα στο σύστημα σχεδιασμού τα άμεσα προσωπικά συμφέροντα, το ενδιαφέρον για το άτομο του παραγωγού και του καταναλωτή –που με τη σειρά τους μπορούν να αποκαλυφθούν καρποφόρα μόνο αν έχουν στην υπηρεσία τους το συνηθισμένο, αξιόπιστο και ευλύγιστο όργανο, το χρήμα. Η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας και η βελτίωση της ποιότητας των προϊόντων της είναι πράγματα εντελώς ανέφικτα χωρίς ένα ακριβές μέτρο που να διεισδύει ελεύθερα σε όλα τα κύτταρα της βιομηχανίας –δηλαδή, χωρίς μια σταθερή νομισματική μονάδα. Έτσι, είναι καθαρό ότι στη μεταβατική οικονομία, όπως και στον καπιταλισμό, το μόνο αυθεντικό χρήμα είναι αυτό που βασίζεται στο χρυσό. Κάθε άλλο χρήμα δεν είναι παρά ένα υποκατάστατο. Είναι αλήθεια, ότι το σοβιετικό κράτος έχει, ταυτόχρονα, στα χέρια του και τη μάζα των εμπορευμάτων και τα μηχανήματα για να τυπώνει χρήμα. Αυτό, όμως, δεν αλλάζει την κατάσταση. Οι διοικητικοί χειρισμοί στη σφαίρα των τιμών των εμπορευμάτων, δεν δημιουργούν, ούτε αναπληρώνουν, μια σταθερή νομισματική μονάδα τόσο για το εσωτερικό όσο και για το εξωτερικό εμπόριο. Στερημένο από μια ανεξάρτητη βάση –δηλαδή, από μια χρυσή βάση– το νομισματικό σύστημα της Σοβιετικής Ένωσης, όπως και τα νομισματικά συστήματα πολλών καπιταλιστικών χωρών, έχει αναγκαστικά, έναν κλειστό χαρακτήρα. Για την παγκόσμια αγορά, το ρούβλι δεν υπάρχει. Αν η Σοβιετική Ένωση μπορεί να υποφέρει τα μειονεκτήματα ενός τέτοιου νομισματικού συστήματος πιο εύκολα απ’ ότι η Γερμανία ή η Ιταλία, αυτό οφείλεται ως ένα μέρος μόνο στο μονοπώλιο του εξωτερικού εμπορίου. Κυρίως οφείλεται στον φυσικό πλούτο της χώρας. Μόνο αυτός ο πλούτος της δίνει τη δυνατότητα να αποφύγει το στραγγαλισμό από τη μέγγενη της αυταρχίας. Το ιστορικό, όμως, καθήκον δεν είναι απλά να αποφύγει το στραγγαλισμό, αλλά να δημιουργήσει, πρόσωπο με πρόσωπο με τα πιο υψηλά επιτεύγματα της παγκόσμιας αγοράς, μια πανίσχυρη οικονομία, πέρα για πέρα ορθολογική, που θα εξασφαλίζει τη μεγαλύτερη εξοικονόμηση χρόνου και, επομένως, τη μεγαλύτερη άνθηση του πολιτισμού.

Η δυναμική σοβιετική οικονομία, καθώς περνάει μέσα από διαρκείς τεχνολογικές επαναστάσεις και μεγάλης κλίμακας πειραματισμούς, χρειάζεται, περισσότερο από κάθε άλλη, μια διαρκή δοκιμασία με τη βοήθεια ενός σταθερού μέτρου της αξίας. Θεωρητικά δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι αν η σοβιετική οικονομία διάθετε ένα χρυσό ρούβλι, τα αποτελέσματα του πεντάχρονου πλάνου θα ήταν ασύγκριτα πιο ευνοϊκά απ’ ότι είναι τώρα. Βέβαια, δεν μπορεί κανείς «να κάνει το αδύνατο δυνατό». Αλλά δεν πρέπει να κάνουμε την ανάγκη φιλοτιμία, γιατί αυτό με τη σειρά του οδηγεί σε πρόσθετα οικονομικά λάθη και ζημιές.

2. Ο «Σοσιαλιστικός» Πληθωρισμός

Η ιστορία του σοβιετικού νομίσματος δεν είναι μονάχα η ιστορία των οικονομικών δυσκολιών, των επιτυχιών και των αποτυχιών, αλλά και η ιστορία των ζικ ζακ της γραφειοκρατικής σκέψης.

Η επαναφορά του ρουβλιού το 1922-24, σε σχέση με το πέρασμα στη ΝΕΠ, ήταν άμεσα δεμένη με την επαναφορά των «κανόνων του αστικού δικαίου» στη διανομή των αντικειμένων κατανάλωσης. Όσο συνεχιζόταν η πορεία προς τον εύπορο αγρότη, το τσερβόνετς ήταν ένα αντικείμενο κυβερνητικής φροντίδας. Αντίθετα, στη διάρκεια της πρώτης περιόδου του πεντάχρονου πλάνου, ανοίχτηκαν όλοι οι υδατοφράχτες του πληθωρισμού. Από 0,7 δισεκατομμύρια ρούβλια στις αρχές του 1925, το συνολικό ποσό του νομίσματος που είχε εκδοθεί στις αρχές του 1928 είχε φτάσει στο συγκριτικά μέτριο ποσό των 1,7 δισεκατομμυρίων, ποσό που σχεδόν πλησιάζει την κυκλοφορία του χαρτονομίσματος της τσαρικής Ρωσίας την παραμονή του πολέμου –αλλά αυτό, βέβαια, χωρίς την παλιά μεταλλική βάση. Η καμπύλη του πληθωρισμού που ακολούθησε προχωράει από χρόνο σε χρόνο με τον παρακάτω πυρετώδη ρυθμό: 2,0 - 2,8 - 4,3 - 5,5 - 8,4! Ο τελευταίος αριθμός των 8,4 δισεκατομμυρίων ρουβλιών ήταν ο αριθμός που έφτασε ο πληθωρισμός στις αρχές του 1933. Μετά απ’ αυτό, ήρθαν τα χρόνια της αναθεώρησης και της υποχώρησης: 6,9 - 7,7 - 7,9 δισεκατομμύρια ρούβλια (1935). Το ρούβλι του 1924, που η επίσημη ισοτιμία του ήταν 13 γαλλικά φράγκα, το Νοέμβρη του 1935, είχε πέσει στα 3 γαλλικά φράγκα –δηλαδή, σε λιγότερο από το ένα τέταρτο της αξίας του, ή σχεδόν όσο είχε πέσει το γαλλικό φράγκο σαν αποτέλεσμα του πολέμου. Και οι δυο ισοτιμίες, και η παλιά και η νέα, έχουν ένα πολύ υποθετικό χαρακτήρα. Η αγοραστική δύναμη του ρουβλιού σε σχέση με τις παγκόσμιες τιμές, φτάνει τώρα μόλις και μετά βίας το 1,5 γαλλικό φράγκο. Παρόλα αυτά, η κλίμακα της υποτίμησης δείχνει την ιλιγγιώδη ταχύτητα με την οποία κατρακυλούσε η ανταλλακτική αξία του σοβιετικού νομίσματος μέχρι το 1934.

Στο ζενίθ του οικονομικού τυχοδιωκτισμού του, ο Στάλιν υποσχέθηκε να στείλει τη ΝΕΠ –δηλαδή, τις σχέσεις αγοράς– «στο διάβολο». Όλος ο Τύπος έγραφε, όπως το 1918, για την τελική αντικατάσταση του έμπορα-πουλητή από την «άμεση σοσιαλιστική διανομή», που το εξωτερικό δείγμα της ήταν το δελτίο στα τρόφιμα. Ταυτόχρονα, ο πληθωρισμός απορρίφτηκε κατηγορηματικά σαν ένα φαινόμενο ασυμβίβαστο με το σοβιετικό σύστημα. «Η σταθερότητα της ανταλλακτικής αξίας του σοβιετικού νομίσματος», έλεγε ο Στάλιν το 1933, «είναι εγγυημένη κυρίως από την τεράστια ποσότητα εμπορευμάτων που βρίσκονται στα χέρια του κράτους και που τα βάζει σε κυκλοφορία σε σταθερές τιμές». Παρά το γεγονός ότι ο αινιγματικός αυτός αφορισμός ούτε αναπτύχθηκε ούτε διασαφηνίστηκε (και ενμέρει γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο), έγινε ένας θεμελιακός νόμος της σοβιετικής θεωρίας του χρήματος –ή, πιο σωστά– του ίδιου εκείνου πληθωρισμού που απόρριπτε. Από κει και ύστερα, το τσερβόνετς αποδείχτηκε ότι ήταν όχι ένα καθολικό ισοδύναμο, αλλά απλά η καθολική σκιά μιας «τεράστιας» ποσότητας εμπορευμάτων. Και όπως όλες οι σκιές, είχε το δικαίωμα να μικραίνει και να μεγαλώνει τον εαυτό της. Αν η παρηγορητική αυτή θεωρία είχε ένα κάποιο νόημα, αυτό δεν ήταν παρά το ακόλουθο: το σοβιετικό χρήμα έχει πάψει να είναι χρήμα. Δεν χρησιμεύει πια σαν μέτρο της αξίας. Οι «σταθερές τιμές» προσδιορίζονται από την κρατική εξουσία. Το τσερβόνετς είναι μονάχα μια συμβατική ετικέτα της σχεδιασμένης οικονομίας –δηλαδή, ένα καθολικό δελτίο διανομής. Με δυο λόγια, ο σοσιαλισμός έχει θριαμβεύσει «τελειωτικά και αμετάκλητα».

Έτσι, οι πιο ουτοπικές απόψεις της περιόδου του πολεμικού κομμουνισμού επαναφέρθηκαν πάνω σε μια νέα οικονομική βάση –λιγάκι ανώτερη, αυτό είναι βέβαιο, αλλά, αλίμονο!, ακόμα ανεπαρκή για την κατάργηση της κυκλοφορίας του χρήματος. Οι κυβερνητικοί κύκλοι κυριαρχούνταν πέρα για πέρα από την αντίληψη πως με μια σχεδιασμένη οικονομία, δεν χρειάζεται να φοβάσαι τον πληθωρισμό. Αυτό σημαίνει περίπου ότι, αν έχεις μια πυξίδα, δεν βρίσκεσαι σε κίνδυνο μέσα σ’ ένα πλοίο που μπάζει νερά. Στην πραγματικότητα, ο νομισματικός πληθωρισμός, που παράγει αναπόφευκτα έναν πιστωτικό πληθωρισμό, έχει σαν συνέπεια την αντικατάσταση των πραγματικών μεγεθών από πλασματικά μεγέθη, και διαβρώνει από τα μέσα τη σχεδιασμένη οικονομία.

Δεν χρειάζεται να πούμε ότι ο πληθωρισμός ήταν ένας τρομερός φόρος πάνω στις εργαζόμενες μάζες. Όσο για τα πλεονεκτήματα του για το σοσιαλισμό, αυτά είναι περισσότερο από αμφίβολα. Είναι βέβαιο ότι η βιομηχανία συνέχισε τη γοργή της ανάπτυξη, αλλά η οικονομική ικανότητα των μεγάλων έργων υπολογιζόταν με στατιστικά και όχι με οικονομικά κριτήρια. Παίρνοντας κάτω από τις διαταγές της το ρούβλι –δίνοντάς του, δηλαδή, αυθαίρετα, διαφορετική αγοραστική δύναμη στα διάφορα στρώματα του πληθυσμού και στους διάφορους τομείς της οικονομίας– η γραφειοκρατία στέρησε τον εαυτό της από το αναγκαίο όργανο μιας αντικειμενικής μέτρησης των επιτυχιών και των αποτυχιών της. Η έλλειψη ενός σωστού υπολογισμού, που στα χαρτιά καλυπτόταν μέσα από διάφορες κομπίνες με το «συμβατικό ρούβλι», οδήγησε στην πραγματικότητα σε μια παρακμή οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος, σε μια χαμηλή παραγωγικότητα, και σε μια ακόμα χαμηλότερη ποιότητα αγαθών.

Στην πορεία του πρώτου πεντάχρονου πλάνου, αυτό το κακό πήρε απειλητικές διαστάσεις. Τον Ιούλη του 1931, ο Στάλιν παρουσίασε τους περιβόητους «έξι όρους» του, που ο κύριος στόχος τους ήταν να μειώσουν το κόστος παραγωγής των βιομηχανικών αγαθών. Αυτοί οι «όροι» (πληρωμή σύμφωνα με την ατομική παραγωγικότητα της εργασίας, υπολογισμός του κόστους παραγωγής κτλ.) δεν περιείχαν τίποτε το καινούριο. Οι «κανόνες του αστικού δικαίου» είχαν προωθηθεί από την αρχή της ΝΕΠ, και είχαν αναπτυχθεί στο Δωδέκατο Συνέδριο του Κόμματος, στις αρχές του 1923. Ο Στάλιν σκόνταψε πάνω τους μόλις το 1931, κάτω από την επίδραση της ολοένα και χαμηλότερης, απόδοσης που είχαν οι επενδύσεις κεφαλαίου. Στη διάρκεια των επόμενων δυο χρόνων, ούτε ένα σχεδόν άρθρο δεν εμφανίστηκε στον σοβιετικό Τύπο που να μην αναφέρεται στη θαυματουργό δύναμη αυτών των «όρων». Στο μεταξύ, αφού ο πληθωρισμός συνεχιζόταν, οι ασθένειες που είχε προκαλέσει, φυσικά δεν γιατρεύονταν. Τα αυστηρά μέτρα καταπίεσης ενάντια στους καταστροφείς και τους σαμποταριστές δεν βοηθήσανε επίσης καθόλου.

Σήμερα φαίνεται σχεδόν απίστευτο το γεγονός ότι η γραφειοκρατία, ενώ ξεκινούσε μια πάλη ενάντια στην «ανωνυμία» και την «εξίσωση» –που σημαίνει ενάντια στην ανώνυμη «μέση» εργασία και την ίδια «μέση» πληρωμή για όλους– ταυτόχρονα έστελνε «στο διάβολο» τη ΝΕΠ, που σημαίνει χρηματική εκτίμηση όλων των αγαθών, κι εδώ περιλαβαίνεται και η εργατική δύναμη. Ενώ με το ένα χέρι επανέφερε τους «αστικούς κανόνες», με το άλλο χέρι κατάστρεφε το μόνο χρήσιμο εργαλείο τους. Με την αντικατάσταση του εμπορίου από τους «κλειστούς διανομείς», και με το πλήρες χάος στις τιμές, κάθε αντιστοιχία ανάμεσα στην ατομική εργασία και τον ατομικό μισθό αναγκαστικά εξαφανίστηκε, και μαζί μ’ αυτήν εξαφανίστηκε και το προσωπικό συμφέρον του εργάτη.

Οι πιο αυστηρές εντολές σ’ ότι αφορά τους οικονομικούς υπολογισμούς, την ποιότητα, το κόστος παραγωγής και την παραγωγικότητα, αφέθηκαν μετέωρες. Αυτό δεν εμπόδιζε τους ηγέτες να δηλώνουν ότι η αιτία όλων των οικονομικών δυσκολιών ήταν το γεγονός ότι από δόλο δεν εκπληρώθηκαν οι έξι συνταγές του Στάλιν. Ακόμα και τις πιο προσεκτικές αναφορές στον πληθωρισμό τις θεωρούσαν σαν έγκλημα ενάντια στο κράτος. Με μια ανάλογη ευσυνειδησία, οι αρχές κατηγόρησαν κατά καιρούς τους δασκάλους γιατί παραβίαζαν τους κανόνες υγιεινής στα σχολεία, ενώ ταυτόχρονα τους είχαν απαγορεύσει να αναφέρουν την έλλειψη σαπουνιού.

Το ζήτημα της μοίρας του τσερβόνετς έχει καταλάβει μια εξέχουσα θέση στην πάλη των φραξιών μέσα στο Κομμουνιστικό Κόμμα. Η πλατφόρμα της Αντιπολίτευσης (1927) απαιτούσε «μια εγγύηση της χωρίς όρους σταθερότητας της νομισματικής μονάδας». Αυτή η απαίτηση έγινε ένα λάιτ-μοτίφ στα επόμενα χρόνια. «Σταματήστε την πορεία του πληθωρισμού με σιδερένιο χέρι», έγραφε το όργανο της Αντιπολίτευσης στο εξωτερικό το 1932, «και επαναφέρετε μια σταθερή νομισματική μονάδα», ακόμα και με το τίμημα «μιας γενναίας περικοπής των επενδύσεων κεφαλαίου». Οι υπερασπιστές του «ρυθμού της χελώνας» και οι υπερ-εκβιομηχανιστές είχαν, φαίνεται, προσωρινά αλλάξει θέσεις. Σε απάντηση στους κομπασμούς ότι θα έστελναν «στο διάβολο» την αγορά, η Αντιπολίτευση πρότεινε να αναρτήσει η Επιτροπή του Κρατικού Σχεδιασμού το εξής σύνθημα: «O πληθωρισμός είναι η σύφιλη της σχεδιασμένης οικονομίας».

* * * *

Στη σφαίρα της γεωργίας, οι συνέπειες του πληθωρισμού δεν ήταν λιγότερο βαριές.

Στην περίοδο που η αγροτική πολιτική ήταν ακόμα προσανατολισμένη προς τον εύπορο αγρότη, θεωρούνταν ότι ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός στη γεωργία, που θα ξεκινούσε πάνω στη βάση της ΝΕΠ, θα ολοκληρωνόταν σε μια πορεία δεκαετιών μέσα από τις κοπερατίβες. Αγκαλιάζοντας τον ένα μετά τον άλλο τους τομείς της αγοράς, της πούλησης και της πίστης, οι κοπερατίβες θα κοινωνικοποιούσαν στο τέλος την ίδια την παραγωγή. Όλα αυτά παρμένα μαζί τα αποκαλούσαν «το πλάνο του Λένιν για τις κοπερατίβες». Η πραγματική εξέλιξη, όπως γνωρίζουμε, ακολούθησε μια εντελώς διαφορετική και σχεδόν αντίθετη πορεία –αποκουλακοποίηση με τη βίαιη και ολοκληρωτική κολεχτιβοποίηση. Δεν ειπώθηκε λέξη πια για τη βαθμιαία κοινωνικοποίηση των ξεχωριστών οικονομικών λειτουργιών, ούτε για την προετοιμασία των υλικών και πολιτιστικών συνθηκών γι’ αυτήν. Η κολεχτιβοποίηση έγινε σαν να ήταν η στιγμιαία πραγματοποίηση του κομμουνιστικού καθεστώτος στη γεωργία.

Αυτό είχε σαν άμεση συνέπεια όχι μονάχα την καταστροφή των μισών περίπου ζώων, αλλά, πράγμα πολύ πιο σημαντικό, μια πλήρη αδιαφορία των μελών των κολχόζ για την κοινωνικοποιημένη ιδιοκτησία και για τα αποτελέσματα της ίδιας τους της δουλειάς. Η κυβέρνηση αναγκάστηκε να κάνει μια άτακτη υποχώρηση. Εφοδίασαν ξανά τους χωρικούς με κοτόπουλα, γουρούνια, πρόβατα και αγελάδες σαν προσωπική τους ιδιοκτησία. Τους έδωσαν ιδιωτικά κομμάτια γης δίπλα στα κολχόζ. Το φιλμ της κολεχτιβοποίησης άρχισε να ξετυλίγεται από την ανάποδη.

Επαναφέροντας μ’ αυτό τον τρόπο τη μικρή ατομική αγροτική ιδιοκτησία, το κράτος υιοθέτησε ένα συμβιβασμό, προσπαθώντας, σαν να λέμε, να εξαγοράσει τις ατομικιστικές τάσεις του αγρότη. Τα κολχόζ διατηρήθηκαν, και, έτσι, από μια πρώτη ματιά, ίσως η υποχώρηση να φαινόταν ότι έχει δευτερεύουσα σημασία. Στην πραγματικότητα, με κανέναν τρόπο δεν θα μπορούσε να υπερεκτιμηθεί η σπουδαιότητά της. Με εξαίρεση την αριστοκρατία του κολχόζ, οι καθημερινές ανάγκες του μέσου αγρότη καλύπτονταν ακόμα στο μεγαλύτερο βαθμό από τη δουλειά του «πάνω στο δικό του», παρά από τη συμμετοχή του στο κολχόζ. Το εισόδημα ενός αγρότη από την ατομική του επιχείρηση, ιδιαίτερα όταν ασχολείται με την τεχνική καλλιέργεια, την καλλιέργεια φρούτων ή την κτηνοτροφία, φτάνει συχνά να είναι τρεις φορές μεγαλύτερο από το εισόδημα του ίδιου αγρότη από το κολχόζ. Αυτό το γεγονός, που έχει πιστοποιηθεί και από τον ίδιο το σοβιετικό Τύπο, αποκαλύπτει πολύ καθαρά, από τη μια μεριά, μια ολότελα βάρβαρη σπατάλη δεκάδων εκατομμυρίων ανθρώπινων δυνάμεων, ιδιαίτερα γυναικών, σε μικροσκοπικές επιχειρήσεις, και, από την άλλη, την ακόμα εξαιρετικά χαμηλή παραγωγικότητα της εργασίας στα κολχόζ.

Για να ανεβάσουν το επίπεδο της μεγάλης κολλεχτιβίστικης γεωργίας, ήταν απαραίτητο να μιλήσουν ξανά στον αγρότη με τη γλώσσα που καταλαβαίνει –δηλαδή, να αναστήσουν τις αγορές και να επιστρέψουν από τους φόρους σε είδος στο εμπόριο– με δυο λόγια, να ζητήσουν από τον Σατανά και να πάρουν πίσω τη ΝΕΠ που του την είχαν στείλει πρόωρα. Έτσι, η μετάβαση σε ένα λίγο ή πολύ σταθερό υπολογισμό σε χρήμα, έγινε ο αναγκαίος όρος για την παραπέρα ανάπτυξη της γεωργίας.

3. Η Αποκατάσταση του Ρουβλιού

Όπως ο καθένας γνωρίζει, η σοφή κουκουβάγια πετάει μετά το ηλιοβασίλεμα. Έτσι, η θεωρία για ένα «σοσιαλιστικό» σύστημα χρήματος και τιμών δεν αναπτύχθηκε παρά μετά το σούρουπο των πληθωριστικών αυταπατών. Αναπτύσσοντας τα πιο πάνω αινιγματικά λόγια του Στάλιν, οι υποτακτικοί προφέσορες κατάφεραν να δημιουργήσουν μια ολόκληρη θεωρία σύμφωνα με την οποία η σοβιετική τιμή, αντίθετα από την τιμή της αγοράς, έχει έναν αποκλειστικό χαρακτήρα: σχεδιάζει ή κατευθύνει. Δηλαδή, δεν είναι μια οικονομική, αλλά μια διοικητική κατηγορία, και, έτσι, εξυπηρετεί καλύτερα την ανακατανομή του λαϊκού εισοδήματος προς το συμφέρον του σοσιαλισμού. Οι προφέσορες ξέχασαν να εξηγήσουν το πώς μπορείς να υπολογίσεις το πραγματικό κόστος αν όλες οι τιμές εκφράζουν τη θέληση μιας γραφειοκρατίας και όχι το ποσό της κοινωνικά αναγκαίας εργασίας που έχει ξοδευτεί. Στην πραγματικότητα, για την ανακατανομή του λαϊκού εισοδήματος, η κυβέρνηση έχει πολύ γερούς μοχλούς στα χέρια της, όπως είναι οι φόροι, ο κρατικός προϋπολογισμός και το πιστωτικό σύστημα. Σύμφωνα με τον προϋπολογισμό των εξόδων για το 1936, πάνω από 37,6 δισεκατομμύρια ρούβλια προορίζονται άμεσα, και πολλά δισεκατομμύρια έμμεσα, για τη χρηματοδότηση των διαφόρων κλάδων της οικονομίας. Ο μηχανισμός του προϋπολογισμού και της πίστης είναι εντελώς επαρκής για να γίνει μια σχεδιασμένη κατανομή του εθνικού εισοδήματος. Όσο για τις τιμές, αυτές θα εξυπηρετήσουν τόσο πιο καλά την υπόθεση του σοσιαλισμού, όσο πιο ειλικρινά αρχίσουν να εκφράζουν τις σημερινές πραγματικές οικονομικές σχέσεις.

Η εμπειρία έχει κατορθώσει να πει την αποφασιστική λέξη της πάνω σ’ αυτό το θέμα. Οι «κατευθυνόμενες» τιμές ήταν λιγότερο εντυπωσιακές στην πραγματική ζωή απ’ ότι στα βιβλία των σοφών μας. Τιμές διαφόρων κατηγοριών εγκαθιδρύθηκαν για ένα και το αυτό εμπόρευμα. Στα μεγάλα κενά που υπήρχαν ανάμεσα σ’ αυτές τις κατηγορίες, βρήκαν το χώρο να εγκατασταθούν όλα τα είδη της κερδοσκοπίας, της ρουσφετολογίας, του παρασιτισμού, και των άλλων ελαττωμάτων, κι αυτό ήταν μάλλον ο κανόνας παρά η εξαίρεση. Την ίδια στιγμή, το τσερβόνετς, που θα έπρεπε να είναι η μόνιμη σκιά των σταθερών τιμών, έγινε στην πραγματικότητα η σκιά του εαυτού του.

Ήταν ξανά αναγκαίο να κάνουν μια απότομη αλλαγή στην πορεία –αυτή τη φορά σαν αποτέλεσμα των δυσκολιών που βγήκαν μέσα από τις οικονομικές επιτυχίες. Το 1935 άνοιξε με την κατάργηση των δελτίων στο ψωμί. Μέχρι τον Οκτώβρη είχαν καταργηθεί τα δελτία και για τα άλλα τρόφιμα. Μέχρι το Γενάρη του 1936 καταργήθηκαν τα δελτία για τα βιομηχανικά προϊόντα γενικής κατανάλωσης. Οι οικονομικές σχέσεις της πόλης και της υπαίθρου με το κράτος, και της πόλης με την ύπαιθρο, μεταφράστηκαν στη γλώσσα του χρήματος. Το ρούβλι είναι ένα όργανο για την επίδραση του πληθυσμού πάνω στα οικονομικά πλάνα, αρχίζοντας από την ποσότητα και την ποιότητα των ειδών κατανάλωσης. Με κανέναν άλλο τρόπο δεν είναι δυνατό να ορθολογικοποιηθεί η σοβιετική οικονομία.

Ο πρόεδρος της Επιτροπής Κρατικού Σχεδιασμού δήλωσε το Δεκέμβρη του 1935: «Το σημερινό σύστημα των αμοιβαίων σχέσεων αvάμεσα στις τράπεζες και τη βιομηχανία πρέπει να αναθεωρηθεί, και οι τράπεζες πρέπει στα σοβαρά να αποκτήσουν τον έλεγχο με το ρούβλι». Έτσι, η δεισιδαιμονία του διοικητικού σχεδίου και η αυταπάτη των διοικητικών τιμών ναυάγησαν. Αν το πλησίασμα στο σοσιαλισμό σημαίνει στη δημοσιονομική σφαίρα το πλησίασμα του ρουβλιού στο δελτίο διανομής, τότε οι μεταρρυθμίσεις του 1935 θα έπρεπε να ειδωθούν σαν μια απομάκρυνση από το σοσιαλισμό. Ωστόσο, στην πραγματικότητα, μια τέτοια εκτίμηση θα ήταν ένα χοντρό λάθος. Η αντικατάσταση του δελτίου από το ρούβλι είναι απλά μια απόρριψη των μύθων, και μια ανοιχτή αναγνώριση της αναγκαιότητας να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις του σοσιαλισμού μέσα από μια επιστροφή στις αστικές μέθοδες διανομής.

Σε μια σύνοδο της Κεντρικής Εκτελεστικής Επιτροπής το Γενάρη του 1936, ο Επίτροπος του Λαού για τα Οικονομικά δήλωσε: «Το σοβιετικό ρούβλι είναι τόσο σταθερό όσο καμιά άλλη ανταλλακτική αξία στον κόσμο». Θα ήταν λάθος να πάρει κανείς αυτή τη δήλωση για παχιά λόγια. Ο κρατικός προϋπολογισμός της Σοβιετικής Ένωσης είναι ισοσκελισμένος με μια ετήσια αύξηση στο εισόδημα σε σχέση με τα έξοδα. Το εξωτερικό εμπόριο, όσο ασήμαντο και αν είναι καθεαυτό, σίγουρα δίνει ένα ενεργητικό ισοζύγιο. Τα αποθεματικά σε χρυσό της Κρατικής Τράπεζας, που το 1926 ανέρχονταν σε 164 εκατομμύρια ρούβλια, είναι τώρα περισσότερο από ένα δισεκατομμύριο. Η παραγωγή χρυσού στην χώρα αυξάνει γοργά. Το 1936, αυτός ο κλάδος της βιομηχανίας υπολογίζεται ότι πήρε την πρώτη θέση στον κόσμο. Η αύξηση της εμπορευματικής κυκλοφορίας, κάτω από την επανεγκαθιδρυμένη αγορά, έχει γίνει πολύ γοργή. Ο πληθωρισμός του χαρτονομίσματος, στην πραγματικότητα, σταμάτησε το 1934. Τα στοιχεία μιας κάποιας σταθεροποίησης του ρουβλιού, υπάρχουν. Παρόλα αυτά, η δήλωση του Επίτροπου του Λαού για τα Οικονομικά πρέπει, σε μεγάλο βαθμό, να εξηγηθεί σαν ένας πληθωρισμός αισιοδοξίας. Αν το σοβιετικό ρούβλι έχει ένα γερό στήριγμα στη γενική ανάπτυξη της βιομηχανίας, η αχίλλεια πτέρνα του είναι ακόμα το ανυπόφορο κόστος παραγωγής. Το ρούβλι θα γίνει το πιο σταθερό νόμισμα μόνο όταν η σοβιετική παραγωγικότητα της εργασίας ξεπεράσει την παραγωγικότητα της εργασίας του υπόλοιπου κόσμου και όταν, κατά συνέπεια, το ίδιο το ρούβλι θα βρίσκεται στις τελευταίες στιγμές του.

Από μια τεχνική δημοσιονομική άποψη, το ρούβλι μπορεί ακόμα λιγότερο να ισχυριστεί ότι υπερέχει. Με χρυσά αποθέματα ένα περίπου δισεκατομμύριο, κυκλοφορούν στη χώρα οχτώ περίπου δισεκατομμύρια σε χαρτονομίσματα. Έτσι, η κάλυψη ανέρχεται στο 12,5% μόνο. Ο χρυσός στην Κρατική Τράπεζα είναι ακόμα πολύ περισσότερο με τη μορφή ενός απαραβίαστου αποθεματικού για τις ανάγκες ενός πολέμου, παρά σαν η βάση ενός νομίσματος. Θεωρητικά, σίγουρα δεν είναι αδύνατο, σε ένα ανώτερο στάδιο ανάπτυξης, τα Σοβιέτ να καταφύγουν σε ένα χρυσό νόμισμα, για να κάνουν ακριβή οικονομικά σχέδια στο εσωτερικό, και για να απλοποιήσουν τις οικονομικές σχέσεις τους με τις χώρες του εξωτερικού. Έτσι, πριν ξεψυχήσει, το νόμισμα μπορεί να λάμψει για άλλη μια φορά με τη μορφή του καθαρού χρυσού. Αλλά αυτό, όπως και νά ’ χει, δεν είναι ένα πρόβλημα του άμεσου μέλλοντος.

Για την ερχόμενη περίοδο, δεν μπορεί να λέει κανείς ότι θα πάει στο στάνταρ χρυσού. Στο βαθμό, ωστόσο, που η κυβέρνηση, αυξάνοντας το χρυσό αποθεματικό, προσπαθεί να αυξήσει το ποσοστό ακόμα και σε ένα καθαρά θεωρητικό κάλυμμα, στο βαθμό που τα όρια των εκδιδόμενων χαρτονομισμάτων καθορίζονται αντικειμενικά και δεν εξαρτώνται από τη θέληση της γραφειοκρατίας, σ’ αυτό το βαθμό το σοβιετικό ρούβλι μπορεί να πετύχει τουλάχιστο μια σχετική σταθερότητα. Αυτό από μόνο του θα ήταν ένα τεράστιο όφελος. Με μια σταθερή απόρριψη του πληθωρισμού στο μέλλον, το νόμισμα, αν και στερημένο από το πλεονέκτημα του στάνταρ χρυσού, θα μπορούσε αναμφίβολα να βοηθήσει να γιατρευτούν τα πολύ βαθιά τραύματα που έχει υποστεί η οικονομία από τον γραφειοκρατικό υποκειμενισμό των προηγούμενων χρόνων.

4. Το Κίνημα Σταχάνοφ

«Κάθε οικονομία», έλεγε ο Μαρξ –κι αυτό σημαίνει κάθε ανθρώπινη πάλη με τη Φύση σε κάθε στάδιο του πολιτισμού– «σε τελευταία ανάλυση, ανάγεται σε οικονομία χρόνου». Ανάγοντας την στην πρωταρχική της βάση, η ιστορία δεν είναι παρά η πάλη για μια οικονομία του εργάσιμου χρόνου, ο σοσιαλισμός δεν θα μπορούσε να δικαιωθεί με την κατάργηση της εκμετάλλευσης και μόνο. Πρέπει να εγγυηθεί στην κοινωνία μια ανώτερη οικονομία χρόνου απ’ αυτήν που εγγυάται ο καπιταλισμός. Χωρίς την πραγματοποίηση αυτού του όρου, η απλή κατάργηση της εκμετάλλευσης δεν θα ήταν τίποτε άλλο από ένα δραματικό επεισόδιο χωρίς κανένα μέλλον. Το πρώτο ιστορικό πείραμα στην εφαρμογή των σοσιαλιστικών μεθόδων έχει αποκαλύψει τις μεγάλες δυνατότητες που περιέχονται σ’ αυτό. Αλλά η σοβιετική οικονομία απέχει πολύ ακόμα από το να γνωρίζει πώς να χρησιμοποιεί το χρόνο, την πιο πολύτιμη αυτή πρώτη ύλη του πολιτισμού. Η εισαγόμενη τεχνική, το κύριο όργανο για την οικονομία του χρόνου, δεν έχει ακόμα καταφέρει να παράγει στο σοβιετικό έδαφος εκείνα τα αποτελέσματα που είναι κανονικά για τις καπιταλιστικές πατρίδες της. Με αυτή την έννοια, την αποφασιστική για όλο τον πολιτισμό, ο σοσιαλισμός δεν έχει ακόμα θριαμβεύσει. Έχει δείξει ότι μπορεί και θα πρέπει να θριαμβεύσει. Αλλά δεν έχει ακόμη θριαμβεύσει. Κάθε ισχυρισμός για το αντίθετο είναι καρπός άγνοιας και τσαρλατανισμού.

Ο Μόλοτοφ, που μερικές φορές –για να μην τον αδικήσουμε– δείχνει κάπως πιο ελευθερωμένος από τις τυπικές εκφράσεις απ’ ότι οι άλλοι σοβιετικοί ηγέτες, δήλωσε το Γενάρη του 1936 σε μια σύνοδο της Κεντρικής Εκτελεστικής Επιτροπής: «Το μέσο επίπεδο παραγωγικότητας της εργασίας μας... είναι ακόμα σημαντικά κατώτερο από αυτό της Αμερικής και της Ευρώπης». Καλό θα ήταν να κάνει κανείς πιο ακριβή αυτή την πρόταση, διατυπώνοντάς την έτσι: τρεις, πέντε και μερικές φορές ακόμα και δέκα φορές κατώτερο απ’ αυτό της Ευρώπης και της Αμερικής, και το κόστος παραγωγής μας είναι αντίστοιχα σημαντικά πιο υψηλό. Στον ίδιο λόγο, ο Μόλοτοφ έκανε μια γενικότερη ομολογία: «Το μέσο πολιτιστικό επίπεδο των εργατών μας βρίσκεται ακόμα πιο κάτω από το αντίστοιχο επίπεδο των εργατών σ’ έναν αριθμό καπιταλιστικών χωρών». Σ’ αυτό θα έπρεπε κανείς να προσθέσει: και το μέσο βιοτικό επίπεδο. Δεν χρειάζεται να εξηγήσει κανείς πόσο ανελέητα τα σοβαρά αυτά λόγια, που ειπώθηκαν παρεμπιπτόντως, διαψεύδουν τις μεγαλόστομες ανακοινώσεις αμέτρητων επίσημων αρχών, και τις μελιστάλακτες κολακείες των ξένων «φίλων»!

Η πάλη για να ανέβει η παραγωγικότητα της εργασίας, μαζί με τη φροντίδα για την άμυνα, είναι το θεμελιακό περιεχόμενο της δραστηριότητας της σοβιετικής κυβέρνησης. Η πάλη αυτή έχει πάρει διάφορες μορφές σε διάφορα στάδια, στην εξέλιξη της Ένωσης. Οι μέθοδες που εφαρμόστηκαν στη διάρκεια του πρώτου πεντάχρονου πλάνου και στις αρχές του δεύτερου, οι μέθοδες των «ταξιαρχιών εφόδου» βασίζονταν πάνω στην αγκιτάτσια, στο προσωπικό παράδειγμα, στη διοικητική πίεση και σε κάθε είδους ενθάρρυνση και προνόμια στις ομάδες. Η απόπειρα να εισαγάγουν ένα είδος πληρωμής με το κομμάτι, στη βάση των «έξι όρων» του 1931, σκόνταψε στον πλασματικό χαρακτήρα του νομίσματος και στην ετερογένεια των τιμών. Το σύστημα της κρατικής διανομής των προϊόντων είχε αντικαταστήσει την ευέλικτη διαφορετική εκτίμηση της εργασίας με ένα δήθεν «σύστημα πριμ», πράγμα που σήμαινε, στην ουσία, με το γραφειοκρατικό καπρίτσιο. Στην προσπάθεια για άφθονα προνόμια, εμφανίστηκε στις γραμμές των ταξιαρχιών εφόδου ένας όλο και μεγαλύτερος αριθμός απατεώνων που είχαν τα μέσα. Τελικά, ολόκληρο το σύστημα ήρθε σε πλήρη αντίθεση με τους ίδιους του τους στόχους.

Μόνο όταν καταργήθηκε το σύστημα των δελτίων, όταν άρχισαν να σταθεροποιούνται και να ενοποιούνται οι τιμές, δημιουργήθηκαν οι όροι για την εφαρμογή της πληρωμής με το κομμάτι. Πάνω σ’ αυτή τη βάση, οι ταξιαρχίες εφόδου αντικαταστάθηκαν από το λεγόμενο Κίνημα Σταχάνοφ. Κυνηγώντας το ρούβλι, που τώρα είχε αποκτήσει ένα πολύ πραγματικό νόημα, οι εργάτες άρχισαν να ενδιαφέρονται περισσότερο για τις μηχανές τους, και να χρησιμοποιούν τον εργάσιμο χρόνο τους πιο προσεκτικά. Το Κίνημα Σταχάνοφ, σε μεγάλο βαθμό, ανάγεται σε μια εντατικοποίηση της εργασίας, κι ακόμα σε ένα μεγάλωμα της εργάσιμης μέρας. Στη διάρκεια του λεγόμενου «μη εργάσιμου» χρόνου, οι σταχανοβικοί ταχτοποιούν τους πάγκους και τα εργαλεία τους και ταξινομούν τις πρώτες ύλες τους, οι επικεφαλής δίνουν οδηγίες στις ταξιαρχίες τους, κτλ. Έτσι, από την επτάωρη εργάσιμη μέρα δεν μένει παρά το όνομα.

Δεν ήταν οι σοβιετικοί διευθυντές εκείνοι που ανακάλυψαν το μυστικό της πληρωμής με το κομμάτι. Αυτό το σύστημα, που τεντώνει στο έπακρο τα νεύρα χωρίς ένα φανερό εξωτερικό εξαναγκασμό, ο Μαρξ το θεωρούσε σαν «το πιο ταιριαστό στις καπιταλιστικές μέθοδες παραγωγής». Οι εργάτες υποδέχτηκαν αυτή την καινοτομία όχι μόνο χωρίς συμπάθεια, αλλά και με εχθρότητα. Θα ήταν αφύσικο να περιμένει κανείς κάτι το διαφορετικό απ’ αυτούς. Η συμμετοχή στο Κίνημα Σταχάνοφ των γνήσιων υποστηρικτών του σοσιαλισμού είναι αναμφισβήτητη. Σε ποιο βαθμό αυτοί ξεπερνούν σε αριθμό τους απλούς καριερίστες και απατεώνες, ιδιαίτερα στη σφαίρα της διοίκησης, αυτό θα είναι δύσκολο να το πει κανείς. Αλλά η κύρια μάζα των εργατών πλησιάζει τον νέο τρόπο πληρωμής από την άποψη του ρουβλιού, και συχνά υποχρεώνεται να διαπιστώσει ότι παίρνει λιγότερα.

Αν και με μια πρώτη ματιά, η επιστροφή της σοβιετικής κυβέρνησης, μετά «τον τελικό και αμετάκλητο θρίαμβο του σοσιαλισμού», στην πληρωμή με το κομμάτι, μπορούσε να φαίνεται σαν μια υποχώρηση σε καπιταλιστικές σχέσεις, στην πραγματικότητα, είναι αναγκαίο να επαναλάβουμε εδώ αυτό που είπαμε και για την αποκατάσταση του ρουβλιού: δεν είναι ένα ζήτημα αποκήρυξης του σοσιαλισμού, αλλά, απλούστατα, εγκατάλειψης χοντροκομμένων αυταπατών. Η μορφή της πληρωμής του μισθού ανταποκρίνεται τώρα καλύτερα στους πραγματικούς πόρους της χώρας. «Ο νόμος δεν μπορεί ποτέ να υψωθεί πάνω από την οικονομική δομή».

Ωστόσο, το κυρίαρχο στρώμα της Σοβιετικής Ένωσης δεν μπορεί ακόμα να κάνει χωρίς μια κοινωνική μεταμφίεση. Σε μια έκθεση προς την Κεντρική Εκτελεστική Επιτροπή, το Γενάρη του 1936, ο πρόεδρος της Επιτροπής Κρατικού Σχεδιασμού, Μέζλαουκ, είπε: «Το ρούβλι γίνεται το μοναδικό πραγματικό μέσο για την πραγματοποίηση μιας σοσιαλιστικής (!) αρχής πληρωμής της εργασίας». Αν και στην παλιά μοναρχία κάθετι, ακόμα και τα δημόσια ουρητήρια, ονομαζόταν βασιλικό, αυτό δεν σημαίνει ότι σ’ ένα εργατικό κράτος κάθετι γίνεται αυτόματα σοσιαλιστικό. Το ρούβλι είναι το «μοναδικό πραγματικό μέσο» για την πραγματοποίηση μιας καπιταλιστικής αρχής πληρωμής της εργασίας, αν και σε μια βάση σοσιαλιστικών μορφών ιδιοκτησίας. Μ’ αυτή την αντίφαση είμαστε ήδη εξοικειωμένοι. Εγκαθιδρύοντας τον καινούριο μύθο μιας «σοσιαλιστικής» πληρωμής με το κομμάτι, ο Μέζλαουκ πρόσθεσε: «Η θεμελιακή αρχή του σοσιαλισμού είναι ότι ο καθένας εργάζεται σύμφωνα με τις ικανότητές του και πληρώνεται σύμφωνα με την εργασία που κάνει». Βέβαια, οι κύριοι αυτοί δεν έχουν κανένα ενδοιασμό όταν πρόκειται να παραποιήσουν τη θεωρία! Όταν ο ρυθμός της εργασίας καθορίζεται από το κυνήγι του ρουβλιού, τότε οι άνθρωποι δεν δουλεύουν «σύμφωνα με την ικανότητά τους» –σύμφωνα, δηλαδή, με την κατάσταση των νεύρων και των μυώνων τους– αλλά παραβιάζοντάς τα. Αυτή η μέθοδος μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο υπό όρους και σε σχέση με σοβαρές ανάγκες. Το να δηλώνεις ότι είναι «η θεμελιακή αρχή του σοσιαλισμού» σημαίνει ότι ποδοπατάς κυνικά την ιδέα ενός νέου και ανώτερου πολιτισμού μέσα στο γνωστό βούρκο του καπιταλισμού.

Ο Στάλιν έχει κάνει ένα ακόμα βήμα σ’ αυτόν το δρόμο, παρουσιάζοντας το κίνημα Σταχάνοφ σαν μια «προετοιμασία των όρων για τη μετάβαση από το σοσιαλισμό στον κομμουνισμό». Ο αναγνώστης βλέπει τώρα πόσο σπουδαίο είναι να δώσουμε έναν επιστημονικό ορισμό σε κείνες τις έννοιες που στη Σοβιετική Ένωση χρησιμοποιούνται σύμφωνα με τις διοικητικές ευκολίες τους. Ο σοσιαλισμός, ή το κατώτερο στάδιο του κομμουνισμού, απαιτεί, βέβαια, έναν αυστηρό έλεγχο της ποσότητας της εργασίας και της ποσότητας της κατανάλωσης, αλλά, σε κάθε περίπτωση, παίρνει πιο ανθρώπινες μορφές ελέγχου από εκείνες που έχει ανακαλύψει η εκμεταλλευτική μεγαλοφυΐα του κεφαλαίου. Στη Σοβιετική Ένωση, ωστόσο, γίνεται τώρα μια ανελέητη προσπάθεια να προσαρμόσουν αυστηρά ένα καθυστερημένο ανθρώπινο υλικό στην τεχνική που δανείστηκαν από τον καπιταλισμό. Στην πάλη τους να φτάσουν τα ευρωπαϊκά και τα αμερικάνικα επίπεδα, χρησιμοποιούν τις κλασικές μέθοδες εκμετάλλευσης, όπως είναι η πληρωμή με το κομμάτι, με τέτοιες γυμνές και χοντροκομμένες μορφές που δεν θα τις επέτρεπαν ούτε τα ρεφορμιστικά συνδικάτα στις αστικές χώρες. Η σκέψη ότι στη Σοβιετική Ένωση οι εργάτες δουλεύουν «για τον εαυτό τους» είναι αληθινή μόνο σε μια ιστορική προοπτική, και μόνο με τον όρο –ας το πούμε προκαταβολικά– ότι οι εργάτες δεν θα υποταχτούν στο μαστίγιο μιας απολυταρχικής γραφειοκρατίας. Όπως και νά ’ χει, η κρατική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής δεν μετατρέπει την κοπριά σε χρυσάφι, και δεν ρίχνει ένα φωτοστέφανο αγίου πάνω στο εργοστάσιο όπου δουλεύει κανείς σκληρά και με μικρό μισθό, που φθείρει την κυριότερη από όλες τις παραγωγικές δυνάμεις: τον άνθρωπο. Όσο για την προετοιμασία μιας «μετάβασης από το σοσιαλισμό στον κομμουνισμό» αυτή θα αρχίσει από το αντίθετο ακριβώς άκρο –όχι με την εγκαθίδρυση της πληρωμής με το κομμάτι, αλλά με την κατάργησή της σαν ένα απομεινάρι βαρβαρότητας.

* * * *

Είναι ακόμα πολύ νωρίς για να κάνουμε έναν απολογισμό του Κινήματος Σταχάνοφ, μπορούμε, όμως, να διακρίνουμε ορισμένα χαρακτηριστικά γνωρίσματα όχι μόνο του κινήματος, αλλά και του καθεστώτος σαν σύνολο. Ορισμένα επιτεύγματα μεμονωμένων εργατών είναι αναμφίβολα εξαιρετικά ενδιαφέροντα σαν ενδείξεις των δυνατοτήτων που ανοίγονται μονάχα στο σοσιαλισμό. Ωστόσο, απ’ αυτές τις δυνατότητες μέχρι την πραγματοποίηση τους στην κλίμακα ολόκληρης της οικονομίας, ο δρόμος είναι μακρύς. Με τη στενή εξάρτηση του ενός παραγωγικού προτσές από το άλλο, μια συνεχής υψηλή παραγωγή δεν μπορεί να είναι το αποτέλεσμα απλών προσωπικών προσπαθειών. Η άνοδος της μέσης παραγωγικότητας δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς, μια αναδιοργάνωση της παραγωγής τόσο σε κάθε εργοστάσιο χωριστά, όσο και στις σχέσεις ανάμεσα στις επιχειρήσεις. Επιπλέον, το να ανεβάσεις τα εκατομμύρια, έστω και σ’ ένα μικρό βαθμό τεχνικής ειδίκευσης, είναι αμέτρητα πιο δύσκολο, από το να κεντρίσεις μερικές χιλιάδες πρωτοπόρους.

Οι ηγέτες οι ίδιοι, όπως το έχουμε ακούσει, παραπονούνται κατά καιρούς ότι οι σοβιετικοί εργάτες δεν είναι ειδικευμένοι. Ωστόσο, αυτό δεν είναι παρά η μισή αλήθεια, και το μικρότερο από τα δυο μισά. Ο ρώσος εργάτης είναι τολμηρός, ευφυής, προικισμένος με ταλέντο. Αν μεταφέραμε εκατό ρώσους εργάτες σε συνθήκες, ας πούμε, της αμερικανικής βιομηχανίας, ύστερα από λίγους μήνες, ή κι ακόμα βδομάδες, δεν θα υστερούσαν πιθανόν από τους αμερικανούς εργάτες της αντίστοιχης κατηγορίας. Η δυσκολία βρίσκεται στη γενική οργάνωση της εργασίας. Το σοβιετικό διοικητικό προσωπικό είναι, κατά γενικό κανόνα, πολύ κατώτερο σε σχέση με τα νέα καθήκοντα της παραγωγής απ’ ότι είναι ο εργάτης.

Με μια νέα τεχνική, η πληρωμή με το κομμάτι θα οδηγούσε αναπόφευκτα σε μια συστηματική άνοδο της πολύ χαμηλής σήμερα παραγωγικότητας της εργασίας. Αλλά η δημιουργία των αναγκαίων στοιχειωδών όρων γι’ αυτό, απαιτεί ένα ανέβασμα του επιπέδου της ίδιας της διοίκησης, από τον επιστάτη στο εργοστάσιο μέχρι τους ηγέτες στο Κρεμλίνο. Το κίνημα Σταχάνοφ μόνο σ’ ένα πολύ μικρό βαθμό εκπληρώνει αυτή την απαίτηση. Η γραφειοκρατία προσπαθεί μοιρολατρικά να πηδήξει πάνω από τις δυσκολίες που δεν μπορεί να ξεπεράσει. Εφόσον η πληρωμή με το κομμάτι, από μόνη της, δεν φέρνει άμεσα τα θαύματα που περίμεναν απ’ αυτήν, μια μανιασμένη διοικητική πίεση, με πριμ και φανφάρες, από τη μια, και τιμωρίες, από την άλλη, τρέχει αμέσως να την βοηθήσει!

Τα πρώτα βήματα του κινήματος σημειώθηκαν με μια μαζική καταπίεση ενάντια στο τεχνικό μηχανολογικό προσωπικό και τους εργάτες που τους κατηγορούσαν για αντίσταση, σαμποτάζ και, σ’ ορισμένες περιπτώσεις, ακόμα και για δολοφονία σταχανοβικών. Τα σκληρά μέτρα της καταπίεσης μαρτυρούν τη δύναμη της αντίστασης. Οι αρχηγοί εξηγούσαν το λεγόμενο αυτό «σαμποτάζ» σαν μια πολιτική αντίθεση. Στην πραγματικότητα, τις πιο πολλές φορές, η ρίζα του βρισκόταν σε τεχνικές, οικονομικές και πολιτιστικές δυσκολίες, που ένα σημαντικό μέρος τους είχε την πηγή του στην ίδία τη γραφειοκρατία. Το «σαμποτάζ» τσακίστηκε, όπως φαίνεται, αμέσως. Τους δυσαρεστημένους τους τρομοκράτησαν, τους διορατικούς τους έκαναν να σωπάσουν. Τηλεγραφήματα άρχισαν να πηγαινοέρχονται για ανήκουστα επιτεύγματα. Στην πραγματικότητα, εφόσον επρόκειτο για μερικά άτομα πρωτοπόρους, οι κατά τόπους διευθυντές, υπάκουοι στις διαταγές, τακτοποιούσαν τη δουλειά τους με εξαιρετική προνοητικότητα, κι ας ήταν σε βάρος των άλλων εργατών στο ορυχείο ή στο εργαστήριο. Αλλά όταν εκατοντάδες και χιλιάδες εργάτες πέρασαν ξαφνικά στους «σταχανοβικούς», τότε η διοίκηση πέφτει σε πλήρη σύγχυση. Χωρίς να γνωρίζει πώς, και χωρίς να είναι αντικειμενικά ικανή, να βάλει το καθεστώς της παραγωγής σε τάξη σε ένα μικρό χρονικό διάστημα, προσπαθεί να παραβιάσει και την εργατική δύναμη και την τεχνική. Όταν το ρολόι άρχισε να πηγαίνει πίσω, σπρώχνει τα μικρά γρανάζια του με ένα καρφί. Σαν αποτέλεσμα των «σταχανοβικών» ημερών και των δεκαήμερων περιόδων, επικράτησε πλήρες χάος σε πολλές επιχειρήσεις. Αυτό εξηγεί το γεγονός, που από πρώτη ματιά φαίνεται εκπληκτικό, ότι μια αύξηση στον αριθμό των σταχανοβικών συνοδεύεται συχνά όχι με μια αύξηση, αλλά με μια ελάττωση της γενικής παραγωγικότητας της επιχείρησης.

Τώρα η «ηρωική» περίοδος του κινήματος προφανώς έχει περάσει. Η καθημερινή τριβή αρχίζει. Είναι αναγκαίο να μάθει κανείς. Εκείνοι ιδιαίτερα που έχουν να μάθουν πολλά, είναι αυτοί που διδάσκουν τους άλλους. Αλλά είναι αυτοί ακριβώς που επιθυμούν λιγότερο από τον καθένα να μάθουν. Το όνομα του κοινωνικού στρώματος που κρατάει πίσω και παραλύει όλους τους τομείς της σοβιετικής οικονομίας είναι: γραφειοκρατία.

Πίσω στα Περιεχόμενα

Πίσω στα Αρχεία Λεόν Τρότσκι
Πίσω στη Μαρξιστική Βιβλιοθήκη