Marxistbooks> Βιβλιοθήκη> Μαρξ>Η Αθλιότητα της Φιλοσοφίας

Καρλ Μαρξ

Η ΑΘΛΙΟΤΗΤΑ
ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ

(ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΜΑΡΞ ΣΤΟΝ κ. ΠΡΟΥΝΤΟΝ)


ΠΡΟΛΟΓΟΣ
ΤΟΥ ΦΡΙΝΤΡΙΧ ΕΓΚΕΛΣ ΣΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
Ο ΠΡΟΥΝΤΟΝ ΚΡΙΝΟΜΕΝΟΣ ΑΠΌ ΤΟΝ ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ


Γράφτηκαν: τον Οκτώβρη του 1884 και το Γενάρη του 1865
Πηγή: Εκδόσεις «Νέοι Στόχοι», 1973
Μετάφραση: Γεωργία Δεληγιάννη-Αναστασιάδη
Σύνταξη: ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΘΩΜΑΔΑΚΗΣ
HTML Markup: Θ. Θωμαδάκης - Γ. Κουκλάκης για τα Μαρξιστικά Βιβλία στο INTERNET, Απρίλης 2005


ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Το έργο αυτό γράφτηκε το χειμώνα του 1846-1847, σε μιαν εποχή που ο Μαρξ είχε πια ξεκαθαρίσει τις αρχές της καινούργιας του ιστορικής κι οικονομικής αντίληψης.[1] «Το Σύστημα των Οικονομικών Αντιφάσεων ή Η Φιλοσοφία της Αθλιότητας», του Προυντόν, που μόλις πριν από λίγο είχε εκδοθεί, του έδωσε την ευκαι­ρία ν’ αναπτύξει τις αρχές του, αντιτάσσοντάς τις στις ιδέες του ανθρώπου που, από τότε, θά ’παιρνε μια ξεχωριστή θέση ανάμεσα στους γάλλους σοσιαλιστές της εποχής του. Από τότε που οι δυο τους είχαν συζητήσει, στο Παρίσι, πλατιά, συ­χνά ολάκερες νύχτες, το σύνολο των οικονομικών προβλημά­των, οι κατευθύνσεις τους ξεμάκραιναν ολοένα και περισσότερο.

Το βιβλίο του Προυντόν έδειχνε πως τους χώριζε κιόλας μια αγεφύρωτη άβυσσος. Ο Μαρξ δεν ήταν δυνατό να σωπάσει. Ο Μαρξ επιβεβαίωσε την αγιάτρευτη τούτη διάσταση στην απάν­τηση που έδωσε στον Προυντόν.

Το σύνολο της κριτικής του Μαρξ για τον Προυντόν, βρίσκε­ται συνοπτικά στο άρθρο που αναδημοσιεύεται σαν παράρτημα στο τέλος του βιβλίου και που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο «Σοσιαλδημοκράτη;» του Βερολίνου, τεύχη 16, 17 και 18. Αυτό στάθηκε το μοναδικό άρθρο που έγραψε ο Μαρξ σ’ αυτό το φύλλο. Μια κι εκδηλώθηκαν σχεδόν ταυτόχρονα οι προσπάθειες του Φον Σβάϊτσερ να τραβήξει την εφημερίδα στα κυβερνητικά και φεουδαρχικά νερά, αναγκαστήκαμε να διακό­ψουμε δημόσια τη συνεργασία μας, μέσα σε λίγες βδομάδες.

Τούτο το έργο, έχει τώρα για τη Γερμανία μια σημασία που ο Μαρξ δεν την πρόβλεψε ποτέ. Πώς θα μπορούσε να ξέρει πως χτυπώντας τον Προυντόν, χτυπούσε ταυτόχρονα το είδωλο των σημερινών Στρέμπερς (αριβιστών), τον Ρόντμπερτους που δεν γνώριζε ούτε καν τ’ όνομά του;

Δεν είναι δω ο τόπος να επεκταθώ πάνω στη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στον Μαρξ και τον Ρόντμπερτους. Θα βρω σύντομα την ευκαιρία να το κάμω. Εδώ φτάνει να ειπώ πως όταν ο Ρόντμπερτους κατηγορεί τον Μαρξ πως τον «έκλεψε» και «τον εκμεταλλεύτηκε πολύ, χωρίς να αναφέρει στο «Κεφάλαιό» του το έργο του: «Συμβολή στη γνώση κλπ.», αφήνεται να παρασυρθεί σε μια συκοφαντία που μπορεί να εξηγηθεί μονάχα από την κακή ψυχική διάθεση που είναι φυσική σε μια παραγνωρι­σμένη μεγαλοφυΐα και από τη χτυπητή άγνοιά του για όσα γί­νονται έξω από την Πρωσία κι ιδιαίτερα στην οικονομική και σοσιαλιστική φιλολογία. Τόσο τούτες οι κατηγορίες όσο και το έργο του Ρόντμπερτους που αναφέραμε, δεν έπεσαν ποτέ στα μά­τια του Μαρξ. Δεν ήξερε τίποτα για το Ρόντμπερτους, εξόν από τις τρεις Sozialen Briefe (σοσιαλιστικές επιστολές) και μάλι­στα, ούτε κι αυτές ακόμα, σε καμιά περίπτωση πριν από τα 1858 ή 1859.

Πιο βάσιμος είναι ο ισχυρισμός του Ρόντμπερτους σε τού­τες τις επιστολές, πως ανακάλυψε τη «συνθετική αξία» του Προυντόν. Μα και πάλι του κάκου κολακεύεται πιστεύοντας πως είναι ο πρώτος που την ανακάλυψε. Όπως και νά ’ναι, το έργο μας τον κριτικάρει μαζί με τον Προυντόν κι αυτό μ’ αναγκάζει να επεκταθώ λίγο πάνω στο «θεμελιακό» συγγραμματάκι του: «Zur Erkenntnis unserer staatsesithschaftichen Zustoende» («Συμβολή στη Γνώση της Οικονομικής μας Κατάστασης»), 1842, τουλάχιστο στο βαθμό που σ’ αυτό προδιαγράφει τον Προυντόν, καθώς και τον κομμουνισμό αλά Βάιτλιγκ, που τον περιέχει κι αυτόν, αν κι ασυνείδητα.

Στο βαθμό που ο σύγχρονος σοσιαλισμός, όποια τάση κι αν έχει, προέρχεται από την αστική πολιτική οικονομία, συνδέεται στενά, σχεδόν αποκλειστικά, με τη θεωρία για την αξία του Ρικάρντο.

Οι δυο προτάσεις που, στα 1817, βάζει ο Ρικάρντο σαν αφετηρία για τις «Αρχές του»: 1ο ότι η αξία που έχει κάθε εμπόρευμα προσδιορίζεται αποκλειστικά και μόνο από την πο­σότητα εργασίας που χρειάζεται για την παραγωγή του και 2ο ότι το προϊόν από το σύνολο της κοινωνικής εργασίας μοιρά­ζεται ανάμεσα στις τρεις τάξεις, τους γαιοχτήμονες (έγγεια πρό­σοδος - γαιοπρόσοδος), τους κεφαλαιοκράτες (κέρδος) και τους εργάτες (μισθός), αυτές οι δυο προτάσεις, από το 1821 κιόλας, έδωσαν, στην Αγγλία, αφορμή για σοσιαλιστικά συμπεράσματα. Μελετήθηκαν με τόσο βάθος και τόση διαύγεια που τούτη η φιλολογία, που είναι σχεδόν τώρα χαμένη και που ο Μαρξ την είχε σε μεγάλο βαθμό ανακαλύψει, δεν μπόρεσε να ξεπεραστεί ως την έκδοση του «Κεφαλαίου». Θα ξαναμιλήσουμε γι’ αυτό μιαν άλλη φορά.

Όταν ο Ρόντμπερτους έβγαζε, στα 1842, από τη δική του πλευρά, συμπεράσματα σοσιαλιστικά απ’ τις προ­τάσεις που αναφέρονται παραπάνω, ήταν σίγουρα τότε, για ένα Γερμανό, ένα σημαντικό βήμα, μα αυτό δεν ήταν ανακάλυψη παρά μονάχα για τη Γερμανία. Ο Μαρξ δείχνει πόσο λίγο νεωτερισμό είχε μια τέτοια εφαρμογή της θεωρίας του Ρικάρντο στον Προυντόν, που κι αυτός υπόφερε από μια παρόμοια φαντασίωση.

Οποιοσδήποτε έχει, έστω και την παραμικρή, σχέση με την κίνηση της πολιτικής οικονομίας στην Αγγλία, δεν μπορεί να μην ξέρει πως όλοι σχεδόν οι σοσιαλιστές αυτής της χώρας, πρότειναν, σε διάφορες εποχές, την εξισωτική (δηλ. σοσιαλιστική) εφαρμογή της θεωρίας του Ρικάρντο. Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε στον Κύριο Προυντόν την «Πολιτική Οικονομία» του Χόπκινς, 1822, την «Έρευνα πάνω στις Αρχές της Κατανομής του Πλούτου ώστε να Συμβάλλει Περισσότερο στην Ανθρώπινη Ευτυχία», του Ουίλιαμ Τόμπσον, στα 1827, την «Πρακτική, Ηθική και Πολιτική Οικονομία», του Τ. Έντμοντ, το 1828, κλπ., κλπ. και θα μπορούσαμε να προσθέσουμε τέσσερεις ακόμα σελίδες κλπ. κλπ. Θ’ αρκεστούμε ν’ αφήσουμε να μιλήσει ένας άγγλος κομμουνιστής, ο Μπρέι, στο αξιόλογο έργο του : «Αδικίες στην Εργασία και Αποκατάσταση της Εργασίας», Λιντς 1839. Και μονάχα τα αποσπάσματα από το έργο του Μπρέι, αποκλείουν, μια και καλή την προτεραιότητα που διεκδικεί ο Ρόντμπερτους.

Εκείνην την εποχή, ο Μαρξ δεν είχε μπει ακόμα στο αναγνωστήριο του «Βρετανικού Μουσείου». Έξω από τις βιβλιοθήκες του Παρισιού και των Βρυξελλών, έξω από τα βιβλία μου και μερικά αποσπάσματά μου, που διάβασε σ’ ένα ταξίδι που κάναμε μαζί στην Αγγλία, το καλοκαίρι του 1845 και που κράτησε έξι βδομάδες, δεν είχε διαβάσει παρά μονάχα τα βιβλία που μπορούσε να προμηθευτεί στο Μάντσεστερ. Η φιλολογία λοιπόν, για την οποία μιλάμε, δεν ήταν καθόλου τόσο απρόσιτη εκείνην την περίοδο, όσο μπορεί νά ’ναι σήμερα. Αν ωστόσο έμεινε άγνωστη στο Ρόντμπερτους, αυτό οφείλεται αποκλειστικά στο ότι ο Ρόντμπερτους ήταν ένας στενοκέφαλος Πρώσος. Είναι ο πραγματικός θεμελιωτής του ειδικά Πρωσικού σοσιαλισμού και σαν τέτοιος καθιερώθηκε.

Ωστόσο, ακόμα και στην πολυαγαπημένη του Πρωσία ο Ρόντμπερτους δεν έμεινε προφυλαγμένος. Στα 1859 εκδόθηκε στο Βερολίνο το πρώτο βιβλίο της «Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας» του Μαρξ. Βρίσκει κανείς εκεί ανάμεσα στις αντιλογίες που πρόβαλαν οι οικονομολόγοι ενάν­τια στο Ρικάρντο, σαν δεύτερη αντιλογία στη σελ. 40:

«Αν η ανταλλακτική αξία που έχει ένα προϊόν, είναι ίση με το χρόνο εργασίας που περιέχεται σ’ αυτό, η ανταλλακτική αξία μιας εργάσιμης μέρας είναι ίση με το προϊόν της εργασίας. Λοιπόν αληθεύει το αντίθετο». Και σε σημείωση: «Τούτη η αντιλογία που προβλήθηκε από τους οικονομολόγους ενάντια στο Ρι­κάρντο, ξαναπροβλήθηκε αργότερα απ’ τους σοσιαλιστές. Μια κι η θεωρητική ακρίβεια της φόρμουλας ήταν υποθετική, η πρακτική κατηγορήθηκε ότι βρίσκεται σ’ αντίφαση με τη θεω­ρία και κάλεσαν την αστική κοινωνία να βγάλει πρακτικά το συμ­πέρασμα που είναι μπλεγμένο στη θεωρητική αρχή. Μερικοί άγγλοι σοσιαλιστές, τουλάχιστο μ’ αυτό το νόημα, έστρεψαν τη φόρμουλα για την ανταλλακτική αξία του Ρικάρντο, ενάντια στην Πολιτική Οικονομία». Μ’ αυτή τη σημείωση ο αναγνώ­στης παραπέμπεται στην «Αθλιότητα της Φιλοσοφίας» του Μαρξ, που τότε βρισκόταν ακόμα παντού στα βιβλιοπωλεία.

Ήταν λοιπόν αρκετά εύκολο στο Ρόντμπερτους, να πειστεί κι ο ίδιος για το καταπόσο ήταν πραγματικά νεωτερισμός οι ανακαλύψεις του στα 1842. Μα αντί γι’ αυτό, δεν παύει να τις διαλαλεί και να τις πιστεύει, τόσο ασύγκριτες, που δεν πάει ούτε για μια στιγμή στο μυαλό του πως κι ο Μαρξ θά μπορούσε να βγάλει ολομόναχος τα συμπεράσματά του από τον Ρικάρντο, τόσο καλά όσο κι ο ίδιος ο Ρόντμπερτους. Αυτό είναι αδύνατο! Ο Μαρξ τον «έκλεψε» –αυτόν που ο ίδιος ο Μαρξ του πρόσφερε κάθε διευκόλυνση να πειστεί πως πολύ πριν απ’ αυτούς, τούτα τα συμπεράσματα, τουλάχιστο με τη χοντροκομμένη μορφή που έχουν ακόμα στο Ρόντμπερτους, είχαν κιόλας διατυπωθεί στην Αγγλία.

Η πιο απλή σοσιαλιστική εφαρμογή της θεωρίας του Ρι­κάρντο, είναι κείνη που δώσαμε παραπάνω. Σε πάρα πολλές περιπτώσεις οδήγησε σε παρατηρήσεις πάνω στην προέλευση και τη φύση της υπεραξίας, που ξεπερνούνε πολύ το Ρικάρντο.

Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και στον Ρόντμπερτους, εξόν που μέσα σε τούτη τη διάταξη ιδεών, δεν δίνει ποτέ τίποτε που να μην ειπώθηκε κιόλας, τουλάχιστο το ίδιο καλά και πριν απ’ αυτόν, η διατύπωση του έχει ακόμα τα ίδια λάθη που είχε και κείνη των προκατόχων του. Δέχεται τις οικονομικές κατηγορίες: ερ­γασία, κεφάλαιο, αξία, στην ανεπεξέργαστη μορφή που του τις μεταδώσανε οι οικονομολόγοι, τη μορφή που προσέχει στην επι­φάνεια τους χωρίς να ερευνάει το περιεχόμενο. Έτσι, όχι μο­νάχα εμποδίζει τον εαυτό του να χρησιμοποιήσει κάθε μέσο για να τις αναπτύξει όσο παίρνει περισσότερο πλέρια –αντί­θετα με τον Μαρξ που για πρώτη φορά έβγαλε κάτι απ’ αυτές τις προτάσεις, που ξαναδημοσιεύτηκαν πολλές φορές εδώ κι εξήντα τέσσερα χρόνια –μα παίρνει το δρόμο που πάει ολόισια στην Ουτοπία, όπως θ’ αποδείξουμε.

Η παλιότερη εφαρμογή της θεωρίας του Ρικάρντο, που δείχνει στους εργάτες πως το σύνολο της κοινωνικής παραγω­γής, που είναι δικό τους δημιούργημα, τους ανήκει γιατί αυτοί είναι οι πραγματικοί δημιουργοί του, οδηγεί ολόισια στον κομ­μουνισμό. Μα κι αυτή, όπως μας κάνει ο Μαρξ να το προσέ­ξουμε, είναι καθαρά λαθεμένη μιλώντας οικονομικά, γιατί είναι μια απλή εφαρμογή της ηθικής στην οικονομία. Σύμφωνα με τους νόμους της αστικής οικονομίας, το μεγαλύτερο μέρος από τα προϊόντα δεν ανήκει στους εργάτες που τα δημιούργησαν. Αν λοιπόν πούμε: αυτό είναι άδικο, αυτό δεν πρέπει να γίνεται, αυτό δεν έχει καμιά σχέση με την οικονομία. Λέμε μονάχα πως αυτό το οικονομικό γεγονός, βρίσκεται σ’ αντίφαση με το ηθικό μας αίσθημα. Να γιατί ο Μαρξ δεν θεμελίωσε ποτέ τις κομμου­νιστικές του διεκδικήσεις πάνω σ’ αυτό, μα πιο πολύ πάνω στην αναγκαστική κατάρρευση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγω­γής, που πραγματοποιείται κάτω απ’ τα μάτια μας κάθε μέρα όλο και πιο πολύ. Αρκείται να πει πως η υπεραξία δημιουργεί­ται από απλήρωτη εργασία: αυτό είναι ένα καθαρό κι απλό γεγονός. Ωστόσο, εκείνο που μπορεί νά ’ναι πέρα για πέρα λαθεμένο από οικονομική άποψη, μπορεί νά ’ναι ακόμα σωστό από την άποψη της παγκόσμιας ιστορίας. Αν το ηθικό αίσθημα της μάζας θεωρεί ένα οικονομικο γεγονός, όπως άλλοτε τη δουλεία και τον εξανδραποδισμό, σαν άδικο, αυτό δείχνει πως αυτό το ίδιο το γεγονός είναι μια επιβίωση: πως άλλα οικονομικά γε­γονότα δημιουργήθηκαν που χάρη σ’ αυτά το πρώτο κατάντησε ανυπόφορο και δεν μπορεί να υποστηριχτεί. Πίσω, λοιπόν, από την τυπική οικονομική ανακρίβεια, μπορεί να κρύβεται ένα πολύ πραγματικό οικονομικό περιεχόμενο. Θά ’ταν άτοπο να επεκταθούμε εδώ παραπέρα πάνω στη σπουδαιότητα και την ιστορία της θεωρίας για την υπεραξία.

Μπορούμε ακόμα να βγάλουμε κι άλλα συμπεράσματα από τη θεωρία για την αξία του Ρικάρντο και το κάνουμε. Η αξία των εμπορευμάτων προσδιορίζεται από την εργασία που απαι­τείται για την παραγωγή τους. Ωστόσο, ανακαλύπτουμε πως σε τούτον τον πονηρό κόσμο τα εμπορεύματα αγοράζονται ή παρα­πάνω ή παρακάτω από την αξία τους και χωρίς να υπάρχει εδώ έστω κι απλή σχέση με τις διακυμάνσεις του συναγωνισμού. Καθώς το ποσοστό κέρδους έχει μιαν ισχυρή τάση να διατηρηθεί στο ίδιο επίπεδο για όλους τους κεφαλαιοκράτες, οι τιμές των εμπορευμάτων τείνουν να ελαττώσουν την αξία εργασίας με την παρέμβαση της προσφοράς και της ζήτησης. Μα το πο­σοστό κέρδους υπολογίζεται σύμφωνα με το συνολικό κεφάλαιο που χρησιμοποιείται σε μια βιομηχανική εκμετάλλευση. Μολα­ταύτα, καθώς μέσα σε δυο διαφορετικούς βιομηχανικούς κλά­δους η ετήσια παραγωγή μπορεί να ενσωματώσει ίσες ποσότη­τες εργασίας, να παρουσιάσει δηλαδή ίσες αξίες κι ο μισθός μπο­ρεί να είναι το ίδιο υψηλός στους δυο αυτούς κλάδους, τα κε­φάλαια που βρίσκονται σε κίνηση μπορούν να γίνουν και συχνά γίνονται διπλάσια ή τριπλάσια στον ένα ή στον άλλον κλάδο, ο νόμος της αξίας του Ρικάρντο, όπως ο ίδιος ο Ρικάρντο το ανακάλυψε κιόλας, βρίσκεται σε αντίφαση με το νόμο ισότητας του ποσοστού κέρδους. Αν τα προϊόντα των δυο βιομηχανικών κλάδων πουληθούν στην αξία τους, τα ποσοστά κέρδους δεν μπορούν νά ’ναι τα ίδια. Μα κι αν ακόμα τα ποσοστά κέρδους είναι ίσα, τα προϊόντα των δυο βιομηχανικών κλάδων δεν που­λιούνται, παντού και πάντα, στην αξία τους. Έχουμε λοιπόν εδώ μιαν αντίφαση, μιαν αντινομία ανάμεσα στους δυο οικονο­μικούς νόμους. Η πρακτική λύση δίνεται σύμφωνα με το Ρικάρντο (κεφ. 1ο, εδάφιο 4 και 5) κανονικά υπέρ του ποσοστού κέρδους, σε βάρος της αξίας.

Ωστόσο, ο προσδιορισμός της αξίας του Ρικάρντο, μ’ όλα τα ολέθρια χαρακτηριστικά του έχει μια πλευρά που τον κάνει αγαπητό στους αγαθούς μας αστούς. Είναι η πλευρά που κάνει, μ’ ακαταμάχητη δύναμη, έκκληση στο αίσθημα δι­καιοσύνης τους. Δικαιοσύνη και ισότητα δικαιωμάτων, να οι δυο κολώνες που, με τη βοήθειά τους, η αστική τάξη του Ι8ου και 19ου αιώνα ήθελε να χτίσει το κοινωνικό της οικοδόμημα πάνω στα ερείπια των αδικιών, των ανισοτήτων και των φεουδαρχικών προνομίων. Όπως απόδειξε ο Μαρξ, τα πραγματικά θεμέλια που πάνω σ’ αυτά οικοδομήθηκε κάθε πολιτική, νομοθετική και φιλοσοφική ιδεολογία της σύγχρονης αστικής τάξης, είναι ο προσδιορισμός της αξίας των εμπορευμάτων απ’ την εργασία και την ελεύτερη ανταλλαγή, που γίνεται σύμφωνα με τούτο το μέτρο αξίας, ανάμεσα σε κα­τόχους με ίσα δικαιώματα. Ο αγαθός αστός, μόλις μάθει πως το μέτρο των εμπορευμάτων είναι η εργασία, νιώθει να πλη­γώνονται βαθιά τα καλά του αισθήματα, από την κακία ενός κόσμου που παραδέχεται τυπικά τούτη την αρχή δικαίου, μα που πραγματικά, σε κάθε στιγμή, την πετάει στην άκρη, χωρίς να σκοτίζεται. Πάνω απ’ όλους ο μικροαστός, που η τίμια ερ­γασία του –τη στιγμή μάλιστα που δεν είναι δική του μα των εργατών ή των παραγιών του– χάνει καθημερινά ολοένα και πιο πολύ την αξία της απ’ το συναγωνισμό της μεγάλης παραγωγής και των μηχανών, πάνω απ’ όλους ο μικροπαραγω­γός, φτάνει να επιθυμεί φλογερά μια κοινωνία, όπου η ανταλ­λαγή των προϊόντων, σύμφωνα με την αξία εργασίας που έχουν, να είναι πραγματικότητα πλέρια και χωρίς εξαίρεση. Μ’ άλλα λόγια, ο μικροπαραγωγός αναγκάζεται να λαχταράει μια κοινωνία όπου να βασιλεύει, αποκλειστικά κι ολοκληρωτικά ένας μο­ναδικός νόμος παραγωγής των εμπορευμάτων, μα που να περιορίζονται οι όροι εκείνοι που κάνουν αποτελεσματικό τούτον τό νόμο, δηλαδή οι άλλοι νόμοι παραγωγής των εμπορευμά­των και πιο σωστά οι νόμοι της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής.

Η ουτοπία τούτη έχει ρίξει πολύ βαθιές ρίζες στη σκέψη του σύγχρονου μικροαστού –πραγματικού η φανταστικού. Αυτό αποδείχνεται κι απ’ το πως: στα 1831 κιόλας, ο Γκρέι ανάπτυξε συστηματικά την παραπάνω ουτοπία, που δοκιμά­στηκε έμπρακτα και διαδόθηκε κείνη την εποχή στην Αγγλία, θεωρήθηκε σαν η πιο πρόσφατη αλήθεια στα 1842 από τον Ρόντμπερτους στη Γερμανία και στα 1846 από τον Προυντόν στη Γαλλία και διακηρύχτηκε, ακόμα στα 1871, από το Ρόντμπερτους σαν λύση στο κοινωνικό ζήτημα και σαν πολιτική του διαθήκη. Ακόμα, στα 1884, στην ίδια ουτοπία προσκολλιέται η ακολουθία όλων εκείνων που προσπαθούν, κάτω από το όνομα του Ρόντμπερτους, να εκμεταλλευτούν το σοσιαλισμό του πρωσικού κράτους.

Η κριτική της ουτοπίας αυτής, έγινε τόσο ολοκληρωμέ­νη από τον Μαρξ, ενάντια στον Προυντόν κι ενάντια στο Γκρέι (κοίτα το Παράρτημα Νο 2 στο τέλος του έργου), που μπορώ να περιοριστώ εδώ σε μερικές παρατηρήσεις πάνω στην ξεχωριστή μορφή που υιοθέτησε ο Ρόντμπερτους για να θεμε­λιώσει και να εκφράσει τούτη την ουτοπία.

Όπως το έχουμε πει: ο Ρόντμπερτους δέχεται τις οικο­νομικές αντιλήψεις της παράδοσης με την πιστή μορφή που του τις μεταδώσανε οι οικονομολόγοι. Δεν κάνει ούτε την πα­ραμικρή προσπάθεια να τις επαληθεύσει. Γι’ αυτόν, η αξία είναι «η ποσοτική εκτίμηση ενός πράγματος σχετικά με άλλα, με μέτρο την εκτίμηση αυτή». Τούτος ο ελάχιστα στέρεος, το λιγότερο, ορισμός μάς δίνει το πολύ πολύ μιαν ιδέα για το τι φαίνεται νά ’ναι πάνω κάτω η αξία, μα δεν λέει απολύτως τίποτα για το τί είναι η αξία. Αλλά, μια και τούτος ο ορισμός είναι όλο κι όλο απ’ όσα μπορεί να μας πει ο Ρόντμπερτους για την αξία, καταλαβαίνουμε πως αναζητάει ένα μέτρο αξίας έξω από την αξία. Αφού γυρίζει στην τύχη, χωρίς τάξη, δίνει στην αξία χρήσης και την ανταλλακτική αξία, εκατό μορφές, με κείνη τη δύναμη αφαίρεσης που θαυμάζει απέραντα ο κ. Άντολφ Βάγκνερ, ο Ρόντμπερτους καταλήγει στο συμπέρασμα πως δεν υπάρχει πραγματικό μέτρο της αξίας και πως πρέπει να περιοριστούμε σ’ ένα μέτρο παραπανιστό (έξω απ’ αυτά που υπάρχουν). Τούτο το μέτρο θα μπορούσε νά ’ναι η εργασία, ωστόσο μονάχα στην περίπτωση που θα γινόταν ανταλλαγή ανάμεσα σε προϊόντα από ίσες ποσότητες εργασίας, είτε η πε­ρίπτωση είναι «τέτοια καθ’ εαυτήν είτε έχουν πάρει τα μέτρα» που την εξασφαλίζουν. Αξία κι εργασία μένουν έτσι χωρίς την παραμικρή πραγματική σχέση, μ’ όλο που ολάκερο το πρώτο κεφάλαιο καταπιάνεται να μας εξηγήσει πως και γιατί τα εμπορεύματα «κοστίζουν εργασία» και μόνο εργασία.

Η εργασία παίρνεται, ακόμα μια φορά, με τη μορφή που τη συναντάμε στους οικονομολόγους. Κι ούτε καν αυτό. Γιατί μ’ όλο που αναφέρονται δυο λόγια για τη διαφορά στην ένταση της εργασίας, η εργασία παρουσιάζεται με πολύ γενικό τρόπο σαν κάτι που «κοστίζει», που είναι δηλαδή μέτρο άξίας, ξοδεύεται δεν ξοδεύεται, σύμφωνα με τον μέσο όρο των ομαλών κοινωνι­κών συνθηκών. Αν οι παραγωγοί ξοδεύουν δέκα μέρες για να φτιάξουν προϊόντα που μπορούν να κατασκευαστούν σε μια μέρα ή ξοδεύουν μονάχα μια για τον ίδιο σκοπό, αν χρησιμοποιούν τα καλύτερα ή τα χειρότερα εργαλεία, αν διαθέτουν το χρόνο της δουλειάς τους για να κατασκευάσουν αντικείμενα απαραί­τητα κοινωνικά ή στην απαιτούμενη κοινωνικά ποσότητα, αν φτιάχνουν αντικείμενα που δεν ζητιούνται καθόλου, είτε αντι­κείμενα που ζητιούνται περισσότερο ή λιγότερο απ’ όσο είναι ανάγκη –για όλα τούτα δεν γίνεται λόγος: η εργασία είναι η εργασία, το προϊόν από μιαν ίση εργασία πρέπει να ανταλλάζε­ται με προϊόν από μιαν άλλη ίση εργασία. Ο Ρόντμπερτους, που σε κάθε άλλη περίπτωση, είτε ξεπίτηδες είτε όχι, είναι πάντα έτοιμος να συνταχτεί με την εθνική άποψη και να εξετάσει τις σχέσεις των απομονωμένων παραγωγών από τη γενική κοινωνική σκοπιά, εδώ τ’ αποφεύγει όλα τούτα με φόβο. Και τ’ αποφεύγει μόνο και μόνο γιατί από την πρώτη αράδα του βιβλίου του, τραβάει ολόισια στην ουτοπία του γραμμάτιου (μπον) εργασίας και γιατί κάθε ανάλυση της εργασίας σαν παράγοντα που δημιουργεί αξία, θά ’σπερνε στο δρόμο του αξεπέραστα εμπόδια. Το ένστικτο του Ρόντμπερτους στάθηκε δω σημαντικά πιο δυνατό από την αφαιρετική του δύναμη, που δεν μπορούμε να την ανακαλύψουμε στον Ρόντμπερτους, γιατί τον χαρακτηρίζει –ας τό πούμε στα πεταχτά– η πιο φανερή φτώχεια ιδεών.

Το πέρασμα, στην ουτοπία γίνεται με μια ταχυδακτυλουρ­γία. Οι «διατάξεις» (Θεσμοί) που καθορίζουν την ανταλλαγή των εμπορευμάτων σύμφωνα με την αξία εργασίας, σαν ν’ ακο­λουθούν έναν απόλυτο κανόνα, δεν παρουσιάζουν καμιά δυ­σκολία. Όλοι οι άλλοι ουτοπιστές αυτής της τάσης, από τον Γκρέι ως τον Προυντόν, βασανίζονται για να επεξεργαστούν τα κοινωνικά μέτρα που πρέπει να πραγματοποιήσουν αυτόν το σκοπό. Προσπαθούν τουλάχιστο να λύσουν το οικονομικό πρό­βλημα από οικονομικούς δρόμους, χάρη στη δράση του κατό­χου εμπορευμάτων που τ’ ανταλλάζει. Για το Ρόντμπερτους, τί­ποτα δεν είναι πιο απλό. Σαν καλός Πρώσος, απευθύνεται στο κράτος. Ένα αναγκαστικό διάταγμα της εξουσίας επιβάλλει τη μεταρρύθμιση.

Έτσι λοιπόν «προσδιορίζεται» πετυχημένα, η αξία, μα όχι κι η προτεραιότητα για τούτον τον προσδιορισμό που διεκδι­κούσε ο Ρόντμπερτους. Αντίθετα, ο Γκρέι καθώς κι ο Μπρέι –ανάμεσα σε πολλούς άλλους– για πολύ διάστημα και συχνά πριν απ’ τον Ρόντμπερτους, έλεγαν και ξανάλεγαν κατά κόρο την ίδια σκέψη: παρακαλούσαν ευλαβικά να παρθούν τα μέτρα εκείνα που, χάρη σ’ αυτά, τα εμπορεύματα θ’ ανταλλά­ζονταν πάντα, παρ’ όλα τα εμπόδια, μόνο σύμφωνα με την αξία εργασίας που αντιπροσωπεύουν.

Μια και το κράτος θεσπίσει έτσι την αξία –τουλάχιστο για ένα μέρος από τα προϊόντα, γιατί ο Ρόντμπερτους είναι μετριόφρονας– βάζει σε κυκλοφορία το γραμμάτιο εργασίας του, son bon de travail, το προκαταβάλλει στους βιομηχά­νους κεφαλαιοκράτες και τούτοι πληρώνουν μ’ αυτά τους εργά­τες. Οι εργάτες αγοράζουν τότε τα προϊόντα με τα γραμμάτια εργασίας που πήραν κι επιτρέπουν έτσι να ξανάρθει το χαρτο­νόμισμα στην αφετηρία του. Πόσο θαυμάσια γίνεται αυτό μας το μαθαίνει ο ίδιος ο Ρόντμπερτους:

«Όσο για τον δεύτερο τούτον όρο, θα πετύχουμε τη διά­ταξη που απαιτεί ώστε η βεβαιωμένη πάνω στο γραμμάτιο αξία, να βρίσκεται πραγματικά σε κυκλοφορία, επιτρέποντας να παίρνει γραμμάτιο μονάχα όποιος παραδίνει αληθινά προϊόν. Πάνω στο γραμμάτιο θά σημειώνεται με ακρίβεια η ποσότητα εργασίας που χρειάστηκε για να γίνει το προϊόν. Όποιος πα­ραδίνει προϊόν, που έχει δυο μέρες δουλειά, παίρνει γραμμάτιο που είναι σημειωμένη “δυο μέρες”. Ο δεύτερος όρος θά πρα­γματοποιηθεί αναγκαστικά με την πιστή τήρηση αυτού του κα­νόνα στην έκδοση. Σύμφωνα με την υπόθεσή μας, η αληθινή αξία των αγαθών βρίσκεται σ’ αναλογία με την ποσότητα εργα­σίας που χρειάστηκε να γίνουν και τούτη η ποσότητα εργασίας έχει σαν μέτρο, τη διαίρεση του χρόνου που χρειάστηκε. Όποιος παραδίνει ένα προϊόν, που για να φτιαχτεί χρειάστηκαν δυο μέρες δουλειά, καταφέρνει να του βεβαιωθεί ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο απ’ αυτό που παρέδωσε πραγματικά. Κι ακόμα καθώς αυτός μονάχα παίρνει μια τέτοια βεβαίωση πως έχει βάλει, πραγματικά ένα προϊόν σε κυκλοφορία, είναι το ίδιο σίγουρο πως η αξία, η καταγραμμένη πάνω στο γραμμάτιο, είναι ικανή να πληρώσει την κοινωνία. Όταν ο κανόνας αυτός εφαρ­μοστεί καλά, όσο κι αν θελήσουν να πλατύνουν τη σφαίρα του καταμερισμού στην εργασία, το ποσό διαθέσιμης αξίας πρέπει νά ’ναι ακριβώς ίσο με το ποσό βεβαιω­μένης αξίας: Και καθώς το ποσό βεβαιωμένης αξίας είναι ακριβώς το ποσό της αναγνωρισμένης για πληρωμή αξίας, η αξία τούτη πρέπει αναγκαστικά ν’ αναλυθεί στη διαθέσιμη αξία. Έτσι όλες οι απαιτήσεις ικανοποιούνται κι η εκκαθάριση είναι σωστή» (σελ. 166, 167).

Αν ως τα τώρα ο Ρόντμπερτους είχε την ευτυχία να φτάσει πολύ αργά με τις ανακαλύψεις του, τούτη τη φορά τουλάχιστο, αξίζει να του αναγνωρίσουμε κάποια πρωτοτυπία: κανείς από τους αντιπάλους του δεν είχε τολμήσει να δώσει στην ανόητη ουτοπία του γραμματίου εργασίας τούτη τη φόρμα, την απλοϊκά παιδιάστικη, την αληθινά πομερανική[2] θά ’λεγα. Μια και για κάθε γραμμάτιο εργασίας παραδίνεται ένα αντικείμενο αντί­στοιχης αξίας και κανένα αντικείμενο αξίας δεν παραδίνεται πια παρά μονάχα μ’ ένα αντίστοιχο γραμμάτιο, αναγκαστικά το ποσό που αντιπροσωπεύουν τα γραμμάτια, καλύπτεται με το ποσό που αντιπροσωπεύουν τα αντικείμενα αξίας. Ο λογαρια­σμός γίνεται χωρίς να μένει το παραμικρό υπόλοιπο, είναι σω­στός ως το δευτερόλεπτο δουλειάς και δεν υπάρχει ανώτερος υπάλληλος στο δημόσιο ταμείο, όσο κι αν ασπρίσανε τα μαλλιά του στη δουλειά, που να μπορεί να βρει σ’ αυτόν το παραμικρό λάθος. Τί να ποθήσουμε πιο πολύ;

Στη σημερινή κεφαλαιοκρατική κοινωνία, κάθε κεφαλαιοκράτης βιομήχανος παράγει σύμφωνα με τη θέλησή του, ό,τι θέλει, όπως θέλει κι όσο θέλει. Η ποσότητα που απαιτείται, κοινωνικά, μένει γι’ αυτόν ένα άγνωστο μέγεθος κι αγνοεί την ποιότητα των αντικειμένων που ζητιούνται όπως και την ποσό­τητα τους. Κείνο που σήμερα δεν μπορεί να δοθεί στην αγορά αρκετά γρήγορα, μπορεί να προσφέρεται αύριο παραπάνω από τη ζήτηση. Ωστόσο, φτάνει να ικανοποιεί, κουτσά στραβά, τη ζήτηση και γενικά η παραγωγή ρυθμίζεται τελικά με βάση τ’ αντικεί­μενα που έχουν ζήτηση. Πώς πραγματοποιείται η συμφιλίωση αυτής της αντίφασης; Με το συναγωνισμό. Και πώς φτάνουμε σε τούτη τη λύση; Απλούστατα. Ρίχνοντας κάτω από την αξία εργασίας τους, τα εμπορεύματα που δεν ξοδεύονται, είτε για την ποιότητά τους είτε για την ποσότητά τους, με την τωρινή κατάσταση ζήτησης από την κοινωνία, κάνοντας με τούτον τον πλάγιο τρόπο τους παραγωγούς να νιώσουν πως έφτιαξαν ολότελα άχρηστα αντικείμενα ή πως έχουν φτιάξει περισσευούμενη άχρηστη ποσότητα απ’ αυτά. Από αυτό βγαίνουν δυο πράγματα:

Πρώτο: πως οι αδιάκοπες εκτροπές στις τιμές των εμπορευμάτων, σε σχέση με την αξία τους, είναι ο απαραίτητος όρος που μόνο απ’ αυτόν η αξία των εμπορευμάτων μπορεί να διατηρείται (να υπάρχει). Μόνο με τις διακυμάνσεις του συναγωνισμού και κατά συνέπεια των τιμών των εμπορευμάτων, πραγματοποιείται ο νόμος της αξίας στην εμπορευματική παραγωγή και γίνεται πραγματικότητα ο προσδιορισμός της αξίας από τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας. Πως η μορφή παράστασης της αξίας, πως η τιμή, έχει, κατά γενικό κανόνα, μια ολότελα διαφορετική όψη, απ’ την όψη που φανερώνει, αυτό είναι ένα τυχαίο περιστατικό και που συμβαίνει με τις πιο πολλές κοινωνικές σχέσεις. Πολύ συχνά, ο βασιλιάς μοιάζει λίγο με τη μοναρχία που αντιπροσωπεύει.

Μέσα σε μια κοινωνία παραγωγών, που ανταλλάζουν τα εμπορεύματά τους, το να θέλουμε να προσδιορίσουμε την αξία από το χρόνο εργασίας, απαγορεύοντας στο συναγωνισμό ν’ αποκαταστήσει αυτόν τον προσδιορισμό της αξίας, στη μοναδική μορ­φή που μπορεί να γίνει, επιδρώντας πάνω στις τιμές, είναι σαν να δείχνουμε πως, τουλάχιστο σ’ αυτόν τον τομέα, επιτρέπετε η συνηθισμένη ουτοπική παραγνώριση των οικονομικών νόμων.

Δεύτερο: Ο συναγωνισμός, πραγματοποιώντας το νόμο της αξίας στην εμπορευματική παραγωγή, σε μια κοινωνία παρα­γωγών που ανταλλάζουν τα εμπορεύματα τους, θεμελιώνει μ’ αυτό, και κάτω από ορισμένους όρους, τη μόνη τάξη και τη μόνη οργάνωση που είναι δυνατές στην κοινωνική παραγωγή. Μόνο από το πέσιμο ή το ανέβασμα στις τιμές των προϊόντων οι απομονωμένοι παραγωγοί εμπορευμάτων μαθαίνουν, στην καμπούρα τους, από ποιά προϊόντα και σε ποιά ποσότητα έχει ανάγκη η κοινωνία. Μολαταύτα, τούτον ίσα ίσα το ρυθμιστή θέλει να καταργήσει η ουτοπία, που το μέρος της παίρνει ο Ρόντμπερτους. Και σαν τον ρωτάμε ποιά εγγύηση έχουμε πως δεν θα παραχθεί παρά η ποσότητα που χρειάζεται από κάθε προϊόν, πώς δεν θα μας λείψει ούτε στάρι ούτε κρέας, ενώ η ζάχαρη από παντζάρια θά περισσεύει και θά πλημμυρίζουμε στο πατατοοινόπνευμα, πώς δεν θά ’χουμε πια έλλειψη από παντελό­νια για να σκεπάσουμε τη γύμνια μας, ενώ θά πληθαίνουν κατά εκατομμύρια τα κουμπιά για σώβρακα –ο Ρόντμπερτους θριαμ­βικά τότε μας δείχνει τον περίφημο λογαριασμό του που σύμ­φωνα μ’ αυτόν όρισε ένα σωστό πιστοποιητικό για κάθε λίτρο ζάχαρη που περισσεύει, για κάθε βαρέλι οινόπνευμα που δεν αγοράζεται, για κάθε αχρησιμοποίητο κουμπί κιλότας, λογα­ριασμός που είναι «σωστός» που «ικανοποιεί όλες τις ανάγκες και που σ’ αυτόν η εκκαθάριση είναι σωστή». Όποιος δεν το πιστεύει, δεν έχει παρά ν’ απευθυνθεί στον κ. Χ.., τον ανώτερο ταμιακό υπάλληλο του δημοσίου χρέους στην Πομερανία, που εξέτασε το λογαριασμό και τον βρήκε σωστό και μπορούμε να τον θεωρούμε πως δε στάθηκε ποτέ υπεύθυνος ούτε για ένα λάθος στους ταμιακούς του λογαριασμούς.

Ας δούμε τώρα λίγο την αφέλεια με την οποία ο Ρόντμπερ­τους θέλει να καταργήσει τις βιομηχανικές κι εμπορικές κρί­σεις, με τη βοήθεια της ουτοπίας του. Από τότε που η εμπο­ρευματική παραγωγή πήρε τις διαστάσεις της παγκόσμιας αγο­ράς, από έναν κατακλυσμό αυτής της αγοράς, από μια εμπο­ρική κρίση, αποκατασταίνεται η ισορροπία ανάμεσα στους απομονωμένους παραγωγούς, που παράγουν για δικό τους λο­γαριασμό, και στην αγορά, για την οποία παράγουν, μα που δεν ξέρουν τη ζήτηση, πάνω-κάτω, σε ποσότητα και ποιότητα[3].

Αν τυχόν εμποδίσουμε το συναγωνισμό να κάμει τους απομονωμένους παραγωγούς να μάθουν την κατάσταση της αγοράς από τ’ ανέβασμα ή το πέσιμο των τιμών, τους στραβώνουμε ολότελα. Να κατευθύνουμε την εμπορευματική παραγωγή έτσι, που οι παραγωγοί να μη μπορούν να ξέρουν τίποτα για την κατάσταση της αγοράς, για την οποία παράγουν, είναι σαν να θέλουμε να γιατρέψουμε τις κρίσεις μ’ ένα τρόπο που κι ο γιατρός Eisenhart θά μπορούσε να ζηλέψει το Ρόντμπερτους.

Καταλαβαίνουμε τώρα γιατί ο Ρόντμπερτους προσδιορίζει την αξία των εμπορευμάτων από την παραγωγή, αν κι ωστόσο αναγνωρίζει διαφορετικούς βαθμούς στην ένταση εργασίας. Αν αναρωτιόταν γιατί και πως η εργασία δημιουργεί αξία και σε συνέχεια την προσδιορίζει και την μετράει, θά ’φτανε στην αναγ­καία κοινωνικά εργασία, αναγκαία για το ξεχωριστό προϊόν, τόσο σε σχέση με τ’ αλλά προϊόντα του ίδιου είδους, όσο και σε σχέση με τη συνολική ποσότητα που απαιτείται κοινωνικά.

Θά ’φτανε στο πρόβλημα: πώς προσαρμόζεται η παραγωγή των απομονωμένων παραγωγών στη συνολική κοινωνική ζήτηση, και τότες ολάκερη η ουτοπία του θα καταντούσε αδύνατη. Τούτη τη φορά πραγματικά προτίμησε να κάνει αφαίρεση: κι έκανε αφαίρεση του προβλήματος που έπρεπε να λύσει.

Ας έρθουμε τέλος στο σημείο που ο Ρόντμπερτους μας προσ­φέρει αληθινά κάτι καινούργιο, στο σημείο που τον ξεχωρίζει απ’ όλους τους πολυάριθμους συναδέλφους του στην οργάνωση της ανταλλαγής με τα γραμμάτια εργασίας. Κάθε παραγωγός πρέπει να παίρνει ολάκερη την αξία εργασίας που έχει το προϊόν του. Πάνω σ’ αυτό όλοι τους είναι σύμφωνοι, απ’ τον Γκρέι ως τον Προυντόν. Καθόλου, λέει αντίθετα ο Ρόντμπερ­τους. Η μισθωτή εργασία κι η εκμετάλλευσή της συνεχίζονται.

Πρώτα πρώτα δεν μπορεί να υπάρχει κοινωνική κατά­σταση που σ’ αυτή να μπορεί ο εργαζόμενος, να παίρνει ολάκερη την αξία που έχει το προϊόν του για τη δική του κατανάλωση. Τα έσοδα που παράγονται πρέπει να βοηθήσουν μια σειρά υπηρεσίες, οικονομικά όχι παραγωγικές μα απαραίτητες. Πρέπει λοιπόν να συντηρηθούν τα πρόσωπα που τις εκτελούν. Αυτό είναι αληθινό για όσο θά κρατήσει ο σημερινός καταμερισμός της εργασίας. Σε μια κοινωνία που γενικά η παραγωγική εργασία θά ’ταν υποχρεωτική, κοινωνία που μπορεί κανένας να την «φανταστεί» η παρατήρηση δε στέ­κεται, Θά ’μενε ακόμα η ανάγκη για ένα συσσωρευμένο κοινω­νικό αποθεματικό κεφάλαιο και τότε οι εργάτες, δηλαδή όλος ο κόσμος, θά ’χαν στην κατοχή και για χρήση τους ολάκερο το προϊόν τους, μα κάθε απομονωμένος εργάτης δεν θ’ απολάβαινε ολάκερο το προϊόν της εργασίας του.

Η συντήρηση των οικονομικά όχι παραγωγικών υπηρεσιών απ’ το προϊόν της εργασίας δεν παραλείφτηκε από τους άλλους ουτοπιστές του γραμματίου εργασίας. Ωστόσο αφήνουν τους εργάτες να πραγματοποιήσουν οι ίδιοι τις κρατήσεις γι’ αυτόν το σκοπό, ακολουθώντας εδώ τη συνηθισμένη δημοκρατική μόδα, ενώ ο Ρόντμπερτους, που ολάκερη η κοινωνική του με­ταρρύθμιση του 1842 είναι κομμένη πάνω στα χνάρια του πρωσικού κράτους εκείνης της εποχής, τ’ αφήνει όλα στην κρίση της γραφειοκρατίας, που καθορίζει ανέκκλητα (κυριαρ­χικά) τη μερίδα του εργάτη πάνω στο προϊόν της ίδιας του της εργασίας και του το αφήνει με τάξη, ευγενικά !

Έπειτα, η έγγεια πρόσοδος και το κέρδος πρέπει να εξακο­λουθήσουν να διατηρούνται. Πραγματικά, οι γαιοκτήμονες κι οι βιομήχανοι κεφαλαιοκράτες εκτελούν ορισμένες λειτουργίες, κοι­νωνικά χρήσιμες και μάλιστα απαραίτητες, αν και σε μεγάλο βαθμό όχι παραγωγικές οικονομικά, και παίρνουν σ’ αντάλλαγμα ένα είδος αντιμισθίας, πρόσοδο και κέρδος –αντίληψη που δεν είναι καθόλου καινούργια, ακόμα και στα 1842. Για να πούμε την αλήθεια, παίρνουν σήμερα πάρα πολλά για το λίγο που κά­νουνε κι αρκετά άσχημα μάλιστα. Μα ο Ρόντμπερτους έχει ανάγκη από μια προνομιούχα τάξη, τουλάχιστο για τα πεντακόσια ερχό­μενα χρόνια, κι ακόμα και το ποσοστό της υπαρξίας, για να εκφραστώ σωστά, πρέπει να διατηρηθεί, μα χωρίς να μπορεί να αυξηθεί. Ο Ρόντμπερτους δέχεται σαν σημερινό ποσοστό της υπαρξίας 200ο]ο. Αυτό θά πει πως, για μια μέρα δουλειάς δώδεκα ωρών, ο εργάτης δεν θα πάρει δελτίο για δώδεκα ώρες, αλλά μονάχα για τέσσερες ώρες, κι ακόμα πως η αξία που παράγεται μέσα στις υπόλοιπες οχτώ ώρες θα πρέπει να μοιρα­στεί ανάμεσα στο γαιοκτήμονα και στον κεφαλαιοκράτη. Τα γραμμάτια εργασίας του Ρόντμπερτους είναι πέρα για πέρα ψεύτικα, μα πρέπει νά ’ναι κανένας φεουδαρχικός ιδιοκτήτης στην Πομερανία για να φανταστεί πως θα βρισκόταν εργατική τάξη που θά συμφωνούσε να δουλεύει δώδεκα ώρες για να παίρνει γραμμάτιο εργασίας για τέσσερεις ώρες. Αν μεταφράσει κα­νείς τις ταχυδακτυλουργίες της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής σε τούτη την απλοϊκή γλώσσα, που παρουσιάζεται σαν ολο­φάνερη κλεψιά, τότε την κάνει αδύνατη. Κάθε γραμμάτιο που δίνει στον εργάτη θά ’ταν μια άμεση πρόκληση για ανταρσία και θα τιμωρούνταν σύμφωνα με την παράγραφο 110 του ποινι­κού κώδικα της γερμανικής αυτοκρατορίας. Δεν πρέπει νά ’χει δει κανείς άλλο προλεταριάτο έξω από κείνο σ’ ένα κτήμα ενός χωριάτη Πομερανού ευπατρίδη, προλεταριάτο μεροκαματιάρηδων, πραγματικά σχεδόν σε δουλεία, που βασιλεύει το ξύλο και το μαστίγιο, που όλα τα όμορφα κορίτσια του χωριού ανήκουν στο χαρέμι του χαριτωμένου τους αφέντη, για να φανταστεί πως μπορεί να κάμει παρόμοιες προσβολές στους εργάτες. Μολα­ταύτα οι συντηρητικοί μας είναι οι πιο μεγάλοι επαναστάτες μας.

Μα αν οι εργάτες είναι αρκετά καλόβολοι για να μείνουν ευχαριστημένοι πως ενώ δούλεψαν σκληρά δώδεκα γιομάτες ώρες, στη πραγματικότητα δούλεψαν μονάχα τέσσερεις, τότε θά τους εγγυηθούν, σαν ανταμοιβή, πως σ’ όλους τους αιώνες το μοιράδι τους από το προϊόν της ίδιας τους της εργασίας δεν θα πέσει κάτω από το ένα τρίτο. Στην πραγματικότητα, αυτό είναι σαν να παίζεις το σκοπό της μελλοντικής κοινωνίας σε μια παιδική τρουμπέτα. Δεν αξίζει τον κόπο να ξοδέψουμε άσκοπα ούτε μια λέξη πια πάνω σε τούτο το ζήτημα. Κατά συνέπεια, όλο όλο το καινούργιο, που προσφέρει ο Ρόντμπερτους στην ουτοπία των γραμματίων εργασίας, είναι παιδιάστικο και πολύ κατώτερο από τα έργα των πολυάριθμων αντιπάλων του, πριν καθώς κι υστέρα απ’ αυτόν.

Για την εποχή που εκδόθηκε το «Zur Erkenntnis κτλ.» του Ρόντμπερτους ήταν βέβαια σημαντικό βιβλίο. Ν’ ακολου­θήσει τη θεωρία του Ρικάρντο σ’ αυτή την κατεύθυνση, ήταν μια αρχή που έδινε υποσχέσεις. Αν και το έργο του Ρόντμπερτους στάθηκε νεωτερισμός μονάχα για τον ίδιο και για τη Γερμανία, ωστόσο φτάνει γενικά στο ίδιο ύψος με κείνο που έφτασαν οι καλύτεροι Άγγλοι πρόδρομοι του. Μα αυτό δεν ήταν παρά μια αρχή –που η θεωρία δεν μπορούσε να ελπίζει πραγματική ωφέλεια παρά από μια κατοπινή, θεμελιακή, κρι­τική εργασία. Ωστόσο, τούτη η εξέλιξη σταματάει εδώ γιατί, από την αρχή, ο Ρόντμπερτους στρέφει την ανάπτυξη του Ρικάρντο σ’ άλλη κατεύθυνση, στην κατεύθυνση της ουτοπίας. Από τούτη τη στιγμή, χάνεται η προϋπόθεση για κάθε κριτική: η ανεξαρτησία. Ο Ρόντμπερτους εργάστηκε από τότε μ’ ένα σκοπό που έβαλε από πριν: έγινε ο οικονομολόγος που ανήκει σε μια ορισμένη τάση. Μια κι αρπάχτηκε από την ουτοπία του, αποκλείει στον εαυτό του κάθε δυνατότητα για επιστημονική πρόοδο. Από τα 1842 ως το θάνατό του, στριφογυρίζει μέσα στον ίδιο κύκλο, αναμασάει τις ίδιες ιδέες που είχε κιόλας εκφράσει είτε υπο­δείξει στα προηγούμενα έργα του. Νιώθει πως τον παραγνώρι­σαν, βρίσκει πως τον λήστεψαν, ενώ δεν υπήρχε τίποτα να του κλέψουν, και στο τέλος, μα όχι χωρίς σκοπό, αρνιέται να παρα­δεχτεί πως στο βάθος δεν είχε ωστόσο ανακαλύψει τίποτα που να μην είχε ανακαλυφθεί κιόλας εδώ και πολύν καιρό.

Είναι σχεδόν ανώφελο να παρατηρήσει κανείς πως σε τούτο το έργο η γλώσσα δεν είναι ανάλογη μ’ εκείνη του «Κεφαλαίου». Ο συγγραφέας μιλάει ακόμα σ’ αυτό για εργασία σαν εμπόρευμα, για αγορά και για πούλημα εργατικής δύναμης.

Σαν συμπλήρωμα (Παράρτημα) προστέθηκε σε τούτη την Έκδοση: 1) Μια περικοπή από το έργο του Μαρξ («Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας», 1859) σχετική με την πρώτη ουτοπία για τα γραμμάτια εργασίας του Τζον Γκρέι και 2) Ο λόγος του Μαρξ για την «Ελεύθερη Ανταλλαγή», λόγος που εκφωνήθηκε γαλλικά στις Βρυξέλλες (1847) και που ανήκει στην ίδια περίοδο εξέλιξης του συγγραφέα όπως κι η «Αθλιότητα».

Λονδίνο, 25 Οκτώβρη 1892
ΦΡΙΝΤΡΙΧ ΕΓΚΕΛΣ



ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Ο ΠΡΟΥΝΤΟΝ ΚΡΙΝΟΜΕΝΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΑΡΞ

Κύριε,

Μου ζητάτε μια λεπτομερειακή κριτική για τα έργα του Προυντόν[4]. Λυπάμαι που δεν μου μένει καιρός ν’ ανταποκριθώ στην επιθυμία σας. Κι ύστερα δεν έχω πρόχειρο κανένα απ’ τα έργα του. Ωστόσο, για να δείξω την καλή μου θέληση, σας στέλνω βιαστικά, αυτές τις λιγοστές σημειώσεις.

Δεν θυμάμαι τα πρώτα δοκίμια του Προυντόν. Το πρωτό­λειό του για την «Παγκόσμια Γλώσσα», μαρτυράει την επιπολαιό­τητα που έδειξε να καταπιαστεί με προβλήματα που για τη λύση τους του έλειπαν οι πιο στοιχειώδικες γνώσεις.

Το πρώτο του έργο, «Τί είναι η ιδιοκτησία;», είναι από τα καλύτερα του. Άφησε εποχή, αν όχι για τα καινούργια πράματα που είπε, τουλάχιστο για τον καινούργιο και τολμηρό τρόπο που λέει το καθετί. Οι Γάλλοι σοσιαλιστές, που γνώριζε τα γραφτά τους, είχανε φυσικά κριτικάρει όχι μονάχα διάφορες απόψεις για την ιδιοκτησία, μα την είχαν ακόμα καταργήσει ουτοπικά. Στο βιβλίο του ο Προυντόν βρίσκεται τόσο κοντά στο Σεν Σιμόν και το Φουριέ όσο βρίσκεται ο Φόιερμπαχ στον Χέγκελ. Σε σύγκριση με τον Χέγκελ ο Φόιερμπαχ είναι πολύ φτωχός. Ωστόσο, υστέρα από τον Χέγκελ, ο Φόιερμπαχ άφησε εποχή, γιατί τόνισε σημεία δυσάρεστα για τη χριστιανική συνείδηση και σημαντικά για την πρόοδο της κριτικής φιλοσοφίας, που όμως ο Χέγκελ τα είχε αφήσει μέσα σ’ ένα μυστικιστικό μισόφωτο.

Το ύφος σε τούτο το σύγγραμμα του Προυντόν είναι ακόμα, μπορώ να πω, πολύ νευρώδες και, κατά τη γνώμη μου, το ύφος είναι κείνο που του δίνει τη μεγάλη αξία. Βλέπουμε πως ακόμα κι όταν αντιγράφει, ο Προυντόν ανακαλύπτει, πως αυτό που λέει είναι καινούργιο γι’ αυτόν και σαν τέτοιο το μεταχειρίζεται.

Η προκλητική τόλμη του όταν βάζει χέρι στο οικονομικό άδυτο, οι πνευματώδικες παραδοξολογίες του όταν κοροϊδεύει τη ρηχή αστική κοινή λογική, η διαβρωτική κριτική του, η τσουχτερή του ειρωνεία, μ’ ένα, εδώ και κει, βαθύ κι αληθινό αίσθημα εξέγερσης, για τις αισχρότητες του συστήματος που ισχύει, το επαναστατικό του πνεύμα, να τί ηλέκτρισε τους αναγνώστες τού «Τι είναι η Ιδιοχτησία;», κι έδωσε μιαν ισχυρή ώθηση στην κυκλοφορία του βιβλίου από την πρώτη στιγμή που εκδό­θηκε. Σε μιαν αυστηρή επιστημονική ιστορία της πολιτικής οικονομίας αυτό το έργο μόλις θ’ άξιζε ν’ αναφερθεί. Μα αυτά τα εντυπωσιακά βιβλία παίζουν ρόλο στις επιστήμες όσο και στη φιλολογία. Πάρτε, σαν παράδειγμα, το «Δοκίμιο για τον Πληθυσμό» του Μάλθους. Η πρώτη έκδοση είναι απλού­στατα ένας «εντυπωσιακός» λίβελος και πάνω στ’ άλλα, μια λογοκλοπή, από δω κι από κει, χωρίς προηγούμενο. Κι ωστόσο, πόσην ώθηση δεν έδωσε τούτη η σάτιρα στο ανθρώπινο γένος!

Αν είχα μπροστά μου το βιβλίο του Προυντόν, θα μου ήταν εύκολο, με μερικά παραδείγματα, να δείξω την πρώτη του μέθο­δο. Στα κεφάλαια που ο ίδιος τα θεωρούσε σαν τα καλύτερα, μιμείται τη μέθοδο αντινομιών του Καντ, του μοναδικού γερμα­νού φιλόσοφου, που γνώριζε τότε από μεταφράσεις, κι αφήνει την ισχυρή εντύπωση, πως γι’ αυτόν, όπως και για τον Καντ, οι αντινομίες λύνονται μονάχα «πέραν» (εκείθεν) από την ανθρώπι­νη νόηση, πως η δική του δηλαδή νόηση είναι ανίκανη να τις λύσει.

Ωστόσο, μ’ όλο που καμώνεται τον εικονοκλάστη, σε τούτο το πρώτο έργο κιόλας, βρίσκουμε αυτή την αντίφαση του Προυντόν, που παρασταίνει την εξελικτική πορεία (proces) της κοινω­νίας από τη μια μεριά από την άποψη και με τα μάτια του γάλ­λου μικροχωρικού (αργότερα του μικροαστού) κι απ’ την άλλη την εφαρμόζει με το πρότυπο που του μεταβιβάσανε οι σοσιαλι­στές. Κι ύστερα, ακόμα κι ο τίτλος του βιβλίου φανέρωνε την ανεπάρκεια του. Το ζήτημα είχε τεθεί με πολύ άσκημο τρόπο για να μπορέσει ν’ απαντήσει κανένας σωστά σ’ αυτό. Η ιδιοκτησία της Ελληνο-Ρωμαϊκής εποχής είχε αντικατασταθεί απ’ τη φεουδαρχική ιδιοκτησία και τούτη πάλι από την αστική ιδιοκτησία. Η ίδια η ιστορία είχε αναλάβει έτσι την κριτική των σχέσεων ιδιοκτησίας του παρελθόντος. Κείνο που λογάριαζε να πραγματευτεί ο κ. Προυντόν, ήταν οι σχέσεις της σύγχρονης αστικής ιδιοκτησίας. Στο ερώτημα ποιές ήταν οι σχέσεις αυτές, δεν μπορούσε κανείς ν’ απαντήσει παρά με μια κριτική ανάλυση της πολιτικής οικονομίας, που ν’ αγκαλιάζει το σύνολο αυτών των σχέσεων ιδιοκτησίας όχι μονάχα στη νομική τους έκφραση εκούσιων σχέσεων, παρά στην πραγματική τους μορφή σχέσεων της υλικής παραγωγής. Καθώς ο Προυντόν υποτάζει το σύνολο των οικονομικών αυτών σχέσεων στη νομική έννοια της ιδιοκτησίας, δεν μπορούσε να προχωρήσει πέρα απ’ την απάντηση που έδωσε κιόλας ο Μπρισό πριν από τα 1789, με τα ίδια λόγια: «Η Ιδιοκτησία είναι Κλεψιά»[5].

Το συμπέρασμα που μπορούμε να βγάλουμε από όλα αυτά είναι πως οι νομικές έννοιες του αστού για την κλεψιά εφαρμόζονται το ίδιο καλά και στα τίμια κέρδη του. Από μιαν άλλη μεριά, καθώς η κλεψιά, σαν παραβίαση της ιδιοκτησίας, προϋποθέτει την ιδιοκτησία, ο Προυντόν μπερδεύεται σε κάθε λογής μπερδεμένες και φανταστικές έννοιες πάνω στην πραγματική αστική ιδιοκτησία.

Όταν έμενα στο Παρίσι, στα 1844, είχα προσωπικές σχέσεις με τον Προυντόν. Θυμάμαι το περιστατικό αυτό, γιατί ως έναν ορισμένο βαθμό είμαι υπεύθυνος για την «sophistication» (νοθεία), λέξη που χρησιμοποιούν οι Εγγλέζοι για να δείξουνε πως ένα εμπόρευμα είναι νοθευμένο. Σε μακρόχρονες συζητήσεις που συχνά κρατούσαν όλη τη νύχτα, μπόλιαζα τον Προυντόν με χεγκελιανισμό, –για μεγάλη του βλάβη αφού, μη γνωρίζοντας τα γερμανικά, δεν μπορούσε να μελετήσει το ζήτημα κατά βάθος. Κείνο που είχα αρχίσει, το συνέχισε ύστερ’ από την απέλαση μου από τη Γαλλία, ο κ. Καρλ Γκριν. Κι ακόμα, καθηγητής αυτός της γερμανικής φιλοσοφίας, είχε πάρα-πάνω από μένα το πλεονέκτημα να μην καταλαβαίνει τίποτα από όσα δίδασκε.

Λίγον καιρό πριν από τη δημοσίευση του δεύτερου σημαντικού του έργου: «Η Φιλοσοφία της Αθλιότητας, κλπ.», ο κ. Προυντόν μού το ανάγγειλε μ’ ένα πολύ λεπτομερειακό γράμμα, όπου, ανάμεσα σ’ άλλα βρίσκονται τούτα τα λόγια: «Περιμένω το βούρδουλα της κριτικής σας». Μα σε λίγο, ο βούρδουλας αυτός έπεσε πάνω του, με το έργο μου «Η Αθλιότητα της Φιλοσοφίας, κλπ.», (Παρίσι, 1847), έτσι που έσπασε για πάντα τη φιλία μας.

Απ’ ό,τι προηγείται, μπορείτε να δείτε πως «Η Φιλοσοφία της Αθλιότητας ή Το Σύστημα των Οικονομικών Αντιφάσεων» έπρεπε τέλος πάντων να δώσει απάντηση στο ερώτημα: «Τί είναι η Ιδιοκτησία;». Πραγματικά, ο κ. Προυντόν δεν είχε αρχίσει τις οικονομικές του σπουδές, παρά ύστερα από την δημοσίευση αυτού του πρώτου βιβλίου του. Είχε ανακαλύψει πως, για να λύσει το πρόβλημα που είχε θέσει ο ίδιος, έπρεπε ν’ απαντήσει όχι με βρισιές, αλλά με μιαν ανάλυση της σύγχρονης πολιτικής οικονομίας. Προσπάθησε ταυτόχρονα να αποδείξει το σύστημα των οικονομικών κατηγοριών με τη διαλεχτική. Η χεγκελιανή αντίφαση έπρεπε ν’ αντικαταστήσει την άλυτη αντινομία του Καντ, σαν μέσο ανάπτυξης

Για την κριτική αυτών των δυο μεγάλων τόμων πρέπει να σας παραπέμψω στην απάντηση μου. Απόδειξα εκεί, ανάμεσα σ’ άλλα, πόσο ελάχιστα είχε μπει στο μυστήριο της επιστημονικής διαλεχτικής ο κ. Προυντόν, πόσο, εξάλλου, μοιράζεται τις αυταπάτες της θεωρητικής φιλοσοφίας: αντί να θεωρήσει τις οικονομικές κατηγορίες σαν θεωρητικές εκφράσεις ιστορικών σχέσεων παραγωγής, που αντιστοιχούνε σ’ ορισμένο βαθμό ανάπτυξης της υλικής παραγωγής, η φαντασία του μετατρέπει τις κατηγορίες τούτες σε αιώνιες ιδέες, που υπήρχανε πριν από κάθε πραγματικότητα, κι έτσι, με μια στροφή, ξαναγυρίζει στην αφετηρία του, την άποψη της αστικής οικονομίας[6].

Αποδείχνω κατόπι πόσο ελαττωματική και στοιχειώδικη είναι η γνώση του για την πολιτική οικονομία, που αναλάβαινε ωστόσο να την κριτικάρει και πως βάλθηκε να βρει μαζί με τους ουτοπιστές μια δήθεν «επιστήμη», που πρέπει να του ξεφουρνίσει ολοέτοιμη μια φόρμουλα για τη «λύση του κοινωνικού ζητήματος» αντί ν’ αντλήσει την επιστήμη του από την κριτική γνώση της ιστορικής κίνησης –κίνησης που πρέπει να δημιουργήσει μόνη της τους υλικούς όρους της κοινωνικής χειραφέτησης. Κείνο που αποδείχνω πάνω απ’ όλα είναι, πως ο Προυντόν έχει μονάχα ατελείς, μπερδεμένες και σφαλερές ιδέες για τη βάση ολάκερης της πολιτικής οικονομίας, για την ανταλλακτική αξία. Αυτό τον κάνει να βλέπει τα θεμέλια μιας νέας επιστήμης σε μιαν ουτοπική ερμηνεία της θεωρίας για την αξία του Ρικάρντο. Τέλος συνοψίζω τη γενική μου κρίση για την άποψη του με τούτα τα λόγια:

«Κάθε οικονομική σχέση έχει μια καλή και μια κακή πλευρά: αυτό είναι το μοναδικό σημείο, όπου ο κ. Προυντόν δεν διαψεύδει τον εαυτό του. Την καλή πλευρά βλέπει να την εκθέτουν οι οικονομολόγοι, την κακή πλευρά βλέπει να την καταγγέλλουν οι σοσιαλιστές. Φορτώνει στην καμπούρα των οικονομολόγων την ανάγκη των αιώνιων σχέσεων, φορτώνει στην καμπούρα των σοσιαλιστών την αυταπάτη να μη βλέπουνε μέσα στην αθλιότητα παρά την αθλιότητα. Είναι σύμφωνος και με τους πρώτους και με τους δεύτερους, θέλοντας να επικαλεστεί γι’ αυτό την αυθεντία της επιστήμης. Η επιστήμη, γι’ αυτόν, περιορίζεται στις ασήμαντες αναλογίες μιας επιστημονικής φόρμουλας. Είναι ο άνθρωπος που αναζητάει φόρμουλες, τύπους. Έτσι, ο κ. Προυντόν κολακεύεται πως κριτικάρισε και την πολιτική οικονομία και τον κομμουνισμό: είναι κατώτερος και από τη μια και από τον άλλο. Κατώτερος από τους οικονομολό­γους, αφού σαν φιλόσοφος, που έχει στο χέρι μια μαγική φόρ­μουλα, νόμισε πως μπορεί ν’ αποφύγει να μπει στις καθαρά οικονομικές λεπτομέρειες. Κατώτερος από τους σοσιαλιστές, αφού δεν έχει ούτε αρκετό θάρρος, ούτε αρκετές γνώσεις για να υψωθεί, ας είναι και θεωρητικά, πάνω από τον αστικό ορίζοντα.

...Θέλει να σταθεί σαν άνθρωπος της επιστήμης πάνω από αστούς και προλετάριους. Δεν είναι παρά ο μικροαστός, που παραδέρνει ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία, ανάμεσα στην πολιτική οικονομία και τον κομμουνισμό».

Όσο σκληρή κι αν φαίνεται η κρίση αυτή, είμαι υποχρεωμένος να την υποστηρίξω ακόμα και σήμερα, λέξη προς λέξη. Μα έχει σημασία να μη λησμονήσω πως τη στιγμή όπου δήλωσα κι απόδειξα θεωρητικά πως το βιβλίο του κ. Προυντόν δεν ήτανε παρά ο κώδικας του μικροαστικού σοσιαλισμού, ο ίδιος αυτός Προυντόν αναθεματίστηκε την ίδια ώρα σαν αρχιεπαναστάτης από τους οικονομολόγους και τους σοσιαλιστές της εποχής εκείνης. Για τούτο, αργότερα, δεν έσμιξα ποτέ τη φωνή μου με τη φωνή εκείνων που διακηρύχνανε κραυγαλέα την «προδοσία» του στην επανάσταση. Δεν έφταιγε αυτός αν, βρίσκοντας κακή κατανόηση, αρχικά από τους άλλους, όπως κι από τον ίδιο τον εαυτό του δεν μπόρεσε ν’ ανταποκριθεί στις ελπίδες που τίποτα δεν δικαιολογούσε.

«Η Φιλοσοφία της Αθλιότητας» εξεταζόμενη σε σχέση με το έργο, «Τί είναι η Ιδιοκτησία;», κάνει να προβάλλουνε πολύ άσχημα όλα τα ελαττώματα του τρόπου έκθεσης του κ. Προυντόν. Το ύφος είναι συχνά, όπως λένε οι Γάλλοι, στομφώδες.[7]. Κάτι ακαταλαβίστικα, φαντασμένα και «θεωρητικά» (speculatif), που περνάνε για γερμανική φιλοσοφία, βρίσκουνται παντού όπου υπάρχει έλλειψη γαλατικής οξυδέρκειας. Κείνο που σου χτυπάει άσχημα στ’ αυτιά, με τόνο σαλτιμπάγκου και φανφαρόνου, είναι τα παινέματά του για τον εαυτό του, μια πληχτική μωρολογία κι αιώνιες ψευτοπαλληκαριές για τη δήθεν επιστήμη του. Στη θέση της αληθινής και φυσικής θέρμης, που φωτίζει το πρώτο του βιβλίο, εδώ, σε πλήθος μέρη, ο Προυντόν κάνει συστηματικούς ρητορισμούς και εξάπτεται εν ψυχρώ. Προσθέσετε σ’ όλα αυτά τον αδέξιο και δυσάρεστο σχολαστικισμό τού αυτοδίδακτου που παρασταίνει τον πολυμαθή, τον άλλοτε εργάτη που έχασε την περηφάνια να γνωρίζει τον εαυτό του ανεξάρτητο και πρωτότυπο στοχαστή και που τώρα, σαν νεόπλουτος της επιστήμης, πιστεύει πως πρέπει να κορδώνεται και να καυχιέται γι’ αυτό που δεν είναι και γι’ αυτό που δεν έχει. Προσθέσετε ύστερα τα αισθήματά του, αισθήματα μικρομπακάλη, που τον σπρώχνουν να χτυπάει μ’ έναν άπρεπο και σκαιό τρόπο, μα που δεν είναι ούτε διεισδυτικός ούτε βαθύς, ούτε καν δίκαιος, έναν άνθρωπο σαν τον Cabet (Καμπέ), άνθρωπο πάντα αξιοσέβαστο εξαιτίας του πολιτικού του ρόλου μέσα στο προλεταριάτο ενώ κάνει τον καλό στον Dunoyer (Ντινουαγιέ) (σύμβουλο του κράτους είν’ αλήθεια), που δεν έχει σημασία παρά επειδή κήρυξε με κωμική σοβαρότητα, μέσα σε τρεις μεγάλους τόμους, ανυπόφορα πληχτικούς, έναν πουριτανισμό (rigotisme) που ο Ελβέτιος τον χαρακτήρισε έτσι: «Θέλουν τέλειους τους δυστυχισμένους».

Πραγματικά, η επανάσταση του Φλεβάρη ήρθε ξαφνικά πολύ άσκημα για τον Προυντόν, που μόλις πριν από λίγες βδομάδες είχε δείξει ίσα - ίσα, με αναντίρρητο τρόπο, πως «η εποχή των επαναστάσεων» είχε περάσει για πάντα. Ωστόσο, η στάση του στην Εθνοσυνέλευση αξίζει μονάχα επαίνους, γιατί δείχνει πόσο λίγο καταλαβαίνει την κατάσταση. Ύστερ’ από την εξέγερση του Ιουνίου η στάση αυτή ήταν μια πράξη μεγάλου θάρρους. Έξω απ’ αυτό, είχε και τούτη την ευχάριστη συνέπεια: ο κ. Thiers (Θιέρσος), στην απάντηση του στις προτάσεις του Προυντόν, που δημοσιεύτηκε αργότερα με τη μορφή βιβλίου, ξεσκέπασε το άθλιο παιδιάστικο υπόβαθρο όπου υψωνότανε τούτος ο πνευματικός στύλος της γαλλικής αστικής τάξης. Παραβαλλόμενος με το Θιέρσο, ο Προυντόν πήρε πραγματικά τις διαστάσεις προκατακλυσμιαίου κολοσσού.

Τα τελευταία οικονομικά έργα κι ανδραγαθήματα του κ. Προυντόν στάθηκαν η ανακάλυψή του για τη «Δωρεάν Πίστη» και την «Τράπεζα του Λάου» που έπρεπε να την πραγματοποιήσει. Στο έργο μου «Zur Kritik der Politischen Oekonomie» («Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας»), Βερολίνο, 1859, (σελ. 59-64), βρίσκει κανείς την απόδειξη πως οι προυντονικές αυτές ιδέες βασίζονται πάνω σε τέλεια άγνοια των βασικών στοιχείων της αστικής πολιτικής οικονομίας: τη σχέση ανάμεσα στο εμπόρευμα και το χρήμα, ενώ η πρακτική τους πραγματοποίηση δεν ήτανε παρά η παρουσίαση σχεδίων πολύ παλαιότερων και πολύ καλύτερα επεξεργασμένων. Δεν υπάρχει αμφιβολία, είναι μάλιστα ολοφάνερο, πως η ανάπτυξη της πίστης, που, στην αρχή του 18ου αιώνα και πιο πρόσφατα, στον αιώνα μας, χρησίμεψε στην Αγγλία για να μεταβιβαστούνε τα πλούτη από μια τάξη σε μιαν άλλη, μπορούσε το ίδιο να χρησιμέψει, κάτω από ορισμένες πολιτικές κι οικονομικές συνθήκες, στο να επιταχύνει τη χειραφέτηση της εργατικής τάξης. Μα να θεωρούμε το τοκοφόρο κεφάλαιο σαν κυριότερη μορφή του κεφαλαίου, μα να θέλουμε να δημιουργήσουμε από μιαν ξεχωριστή εφαρμογή της πίστης, από τη δήθεν κατάργηση του ποσοστού του τόκου, τη βάση του κοινωνικού μετασχηματισμού –να μια φαντασιοπληξία από τις πιο μπα­κάλικες που υπάρχουν, την βρίσκουμε επίσης, φιλοτεχνημένη κιόλας con amore (με αγάπη) από τα γραμμόφωνα της αγγλικής μικροαστικής τάξης του 17ου αιώνα. Η πολεμική του Προυντόν ενάντια στον Bastiat (Μπαστιά) με την ευκαιρία του τοκοφόρου κεφαλαίου (1850) είναι πολύ κατώτερη από τη «Φιλοσοφία της Αθλιότητας». Κατάφερε να ηττηθεί ακόμα κι από τον Μπαστιά και κραυγάζει και χαλάει τον κόσμο με κωμικό τρόπο κάθε φορά που ο αντίπαλός του τού δίνει ένα χτύπημα.

Πριν από μερικά χρόνια, ο Προυντόν έγραψε μια θέση για τους φόρους, που την προκήρυξε νομίζω σε διαγωνισμό η κυβέρ­νηση τού καντονιού τού Βο (Vaud). Εδώ σβήνει η τελευταία αναλαμπή της ιδιοφυΐας: δεν μένει πια παρά μονάχα, ολοκάθαρος, ο μικροαστός.

Τα πολιτικά και φιλοσοφικά έργα του Προυντόν έχουν όλα τον ίδιο διπλό και αντιφατικό χαρακτήρα που βρήκαμε και στα οικονομικά του έργα. Κι ύστερα, έχουνε μονάχα σημασία περιορισμένη τοπικά στη Γαλλία. Πάντα, ωστόσο, οι επιθέσεις του ενάντια στη θρησκεία και την εκκλησία είχαν μεγάλη τοπική αξία σε μιαν εποχή όπου οι Γάλλοι σοσιαλιστές κοκορεύονταν για τα θρησκευτικά τους αισθήματα, σαν για μιαν υπεροχή αντίκρυ στον βολταιρισμό του 18ου αιώνα και τον γερμανικό αθεϊσμό του 19ου αιώνα. Αν ο Μέγας Πέτρος χτύπησε τη ρω­σική βαρβαρότητα με τη βαρβαρότητα, ο Προυντόν έβαλε τα δυνατά του για να κατατροπώσει τη γαλλική φράση με τη φράση.

Κείνα που δεν μπορούμε πια να θεωρούμε μονάχα σαν έργα κακογραμμένα, μα απλούστατα σαν βρωμιές, βρίσκονταν ωστόσο σε τέλεια αρμονία με το μπακαλίστικο αίσθημα –είναι το βιβλίο πάνω στο πραξικόπημα, όπου ο Προυντόν φλερτάρει με τον Λ. Βοναπάρτη και προσπαθεί να τον κάνει ευπρόσεχτο στους Γάλλους εργάτες και το βιβλίο του ενάντια στην Πολωνία, που την μεταχειρίζεται προς τιμή του Τσάρου με ηλίθιο κυνισμό.

Συγκρίνανε συχνά τον Προυντόν με τον Ζαν Ζακ Ρουσό. Τίποτα δεν μπορεί νά ’ναι πιο λαθεμένο. Μοιάζει περισσότερο με τον Nicolas Linguet (Νικόλα Λεγκέ) που άλλωστε το έργο του «La Theorie des Lois Civiles;», («Η Θεωρία των Αστικών Νόμων») είναι έργο μεγαλοφυΐας.

Η φύση του Προυντόν τον οδηγούσε στη διαλεχτική. Μα, αφού ποτέ δεν κατάλαβε την επιστημονική διαλεχτική, κατα­στάλαξε στη σοφιστεία. Πραγματικά, αυτό πήγαζε από τη μι­κροαστική του άποψη. Ο μικροαστός, όπως ο δικός μας ιστορικός Raumer (Ρoμέρ) κλίνει πάντα πότε από τη μια μεριά και πότε από την άλλη. Δυο αντίθετα κι αντιφατικά ρεύματα κυ­ριαρχούν στα υλικά του συμφέροντα και κατά συνέπεια στις θρη­σκευτικές, επιστημονικές και καλλιτεχνικές του απόψεις, στην ηθι­κή του, τέλος σ’ ολάκερο το Είναι του. Είναι η ζωντανή αντίφα­ση. Αν βρεθεί ακόμα ένας πνευματικός άνθρωπος σαν τον κ. Προυντόν, θα μπορέσει σε λίγο να κάνει ταχυδακτυλουργίες με τις ίδιες του τις αντιφάσεις και να τις επεξεργαστεί ανάλογα με τις περιστάσεις σε χτυπητές παραδοξολογίες που θα κάνουνε πάταγο και μερικές φορές θα σπινθηροβολούνε. Επιστημονικός τσαρλατανισμός και πολιτικοί συμβιβασμοί είναι σφιχτοδεμένα με τέτοιαν άποψη. Δεν απομένει παρά ένα μοναδικό κίνητρο, η ματαιοδοξία του ατόμου. Κι όπως μ’ όλους τους ματαιόδοξους, δεν πρόκειται πια παρά για την εντύπωση της στιγμής, για την εφήμερη επιτυχία. Έτσι χάνεται αναγκαστικά η απλή ηθική λεπτότητα που προφύλαξε έναν Ρουσσώ, π. χ., από κάθε συμβιβασμό, ακόμα και φαινομενικό, με τις υπάρχουσες εξουσίες.

Ίσως οι μεταγενέστεροι θα πουν, για να χαρακτηρίσουνε τούτη την πιο κοντινή φάση της γαλλικής ιστορίας, πως ο Λουδοβίκος Βοναπάρτης στάθηκε ο Ναπολέοντας κι ο Προυντόν ο Ρουσό-Βολτέρος.

Ο αφοσιωμένος σας
Καρλ Μαρξ




Πίσω στα Αρχεία Καρλ Μαρξ
Πίσω στη Μαρξιστική Βιβλιοθήκη

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
———————

[1]. «Η Αθλιότητα της Φιλοσοφίας» γράφτηκε στα γαλλικά κι εκδόθηκε στα 1847, στο Παρίσι, από τον Α. Frank, οδός Ρισελιέ 69, και στις Βρυξέλλες από τον C. G. Volger, Μαγδαληνής 2. Μεταφράστηκε στα Γερμανικά από τον Α. Μπέρνσταϊν και τον Καρλ Κάουτσκι και εκδόθηκε στα 1885 από το βιβλιοπωλείο του Σοσιαλ-Δημοκρατικού Κόμματος της Γερμανίας με τούτον τον πρόλογο του Έγκελς. Ύστερα από το 1847 βγήκε στα γαλλικά μια δεύτερη έκδοση στα 1898 και μια τρίτη στα 1908, στο Παρίσι, από τον εκδοτικό οίκο Giard και Briera. Μια τέταρτη έκδοση έγινε απ’ τον Marcel Giard. Το αντίτυπο της «Αθλιότητας της Φιλοσοφίας» του Μαρξ, που δόθηκε, μαζί με άλλα βιβλία του, από τις δυο κόρες του, τη Λάουρα Λαφάργκ και την Ελεονόρα Aveling στο Γερμανικό Σοσιαλιστικό Kόμμα, για ν’ αποτελέσει μαζί με τα βιβλία του Έγκελς, τη βάση για μια βιβλιο­θήκη του Κόμματος, έχει μερικές διορθώσεις με το χέρι του συγγραφέα. Αυτές οι διορθώσεις έγιναν στην τελευταία γαλλική έκδοση από την οποία έγινε η γερμανική μετάφραση.

[2]. Από την Πομερία –περιοχή της Γερμανίας απ’ όπου κατάγεται ο Ρόντμπερτους, (–Θ.Θ.)

[3]. Τουλάχιστο αύτη ήταν η κατάσταση ως τα τελευταία τούτα χρόνια. Από τότε που η Αγγλία χάνει ολοένα και περισσότερο το μο­νοπώλιο στην παγκόσμια αγορά, από τη συμμετοχή της Γαλλίας, της Γερμανίας και προπάντων της Αμερικής, στο διεθνές εμπόριο, ένας καινούργιος τρόπος ισορροπίας φαίνεται πως πάει ν’ αποκατασταθεί. Η περίοδος της γενικής ευημερίας που παρουσιάζεται πριν από τις κρίσεις δεν θα παρουσιάζεται για πάντα. Κι αν αυτή έλειπε, μια χρόνια στασιμότητα μ’ ελαφρές διακυμάνσεις, θά ’ταν η κανονική κατάσταση της σύγχρονης βιομηχανίας. (Σημ. του Έγκελς).

[4]. Απόσπασμα από τον «Σοσιαλδημοκράτη» της 16, 17 και 18 του Γενάρη 1865.

[5]. Σημ. Συγγρ. Brissot de Warville: «Recherches sur le droit de propriete et sur le vol, etc.», («Έρευνες πάνω στην Ιδιοκτησία και την Κλοπή)», Βερολίνο 1782. (Στον 6ο τόμο της «Φιλοσοφικής Βιβλιοθήκης του Nομοθέτου», υπό Μπρισό ντε Βαρβίλ).

[6]. «Λέγοντας πώς οι τωρινές σχέσεις –σχέσεις της αστικής παρα­γωγής– είναι φυσικές, οι οικονομολόγοι αφήνουν να εννοηθεί πως είναι σχέσεις όπου δημιουργείται ό πλούτος κι αναπτύσσονται οι παραγωγικές δυνάμεις, σύμφωνα με φυσικούς νόμους ανεξάρτητους από την επίδραση του χρόνου. Είναι αιώνιοι νόμοι που πρέπει να ρυθμίζουνε πάντα την κοι­νωνία. Έτσι υπήρξε σ’ αυτές τις σχέσεις ιστορία, μα δεν υπάρχει πια», («H Αθλιότητα της Φιλοσοφίας»).

[7]. Στον ολιγόλογο Πρόλογό του στην «Αθλιότητα της Φιλοσοφίας» ο Μαρξ τονίζει:
«Ο κ. Προυντόν έχει την ατυχία να είναι ιδιαίτερα παραγνωρισμένος στην Ευρώπη. Στη Γαλλία έχει το δικαίωμα να είναι κακός οικονομολόγος, γιατί περνάει για καλός Γερμανός φιλοσοφος. Στη Γερμανία, έχει το δικαίωμα να είναι κακός φιλόσοφος γιατί περνάει σαν ένας από τους πιο γερούς Γάλλους οικονομολόγους. Εμείς, με την ιδιότητά μας να είμαστε ταυτόχρονα Γερμανός και οικονομολόγος, θελήσαμε να διαμαρτυρηθούμε ενάντια σ’ αυτό το διπλό λάθος. Ο αναγνώστης θα καταλάβει, πως, μέσα σε τούτη την άχαρη δουλειά χρειάστηκε συχνά να παρατήσουμε την κριτική του κ. Προυντόν, για να κάνουμε κριτική της γερμανικής φιλοσοφίας και να δώσουμε ταυτόχρονα απόψεις πάνω στην πολιτική οικονομίά. Βρυξέλες, 15 Ιούνη 1847. ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ», (–Θ.Θ.).