Γράφτηκε: το Δεκέμβρη του 1982. Είναι εργασία συλλογική και ψηφίστηκε Ομόφωνα από την Κ.Ε. της Εργατικής Διεθνιστικής Ένωσης στις 14/12
Δημοσιεύτηκε: ως Εσωτερικό Κείμενο σε ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ γιατί προοριζόταν «Μόνο για Μέλη» και δίνεται για πρώτη φορά στη δημοσιότητα
Επιμέλεια - Σύνταξη: ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΘΩΜΑΔΑΚΗΣ
HTML Markup: Θ. Θωμαδάκης - Ι. Κουκλάκης για τα Μαρξιστικά Βιβλία στο INTERNET, 2 Νοέμβρη 2009
1. Ένα χρόνο μετά την εκλογική ήττα του αντιδραστικού καθεστώτος της Ν.Δ. στην Ελλάδα, οι εργάτες και οι αγρότες δόσανε άλλο ένα συντριπτικό πλήγμα στη Δεξιά, στις Δημοτικές Εκλογές του ’82. Η παράταξη που κυβερνούσε για δεκαετίες τη χώρα σαρώθηκε από τις περισσότερες κοινότητες και όλους τους κύριους Δήμους.
Οι πολιτικές συνέπειες της νέας νίκης των μαζών είταν άμεσες: επιδεινώθηκε η κρίση στην άρχουσα τάξη, στο αστικό κράτος και στις σχέσεις του με τον ιμπεριαλισμό. Στη Ν.Δ., μετά την ήττα, κορυφώθηκαν οι διαλυτικές τάσεις και η μάχη για τη διαδοχή του Αβέρωφ στην ηγεσία. Μέσα στον κρατικό μηχανισμό, το Στρατό και τα Σώματα Ασφαλείας φούντωσαν οι διασπάσεις και οι συνωμοσίες (επεισόδια στην Ευελπίδων, παραιτήσεις του Αστυνομικού Διοικητή Θεσσαλονίκης και του Αρχηγού του Λιμενικού Σώματος, κλπ.). Επιδεινώθηκε απότομα η κρίση στη Ν.Α. πτέρυγα του NATO, με τη διένεξη για τη Λήμνο, τη ματαίωση της νατοϊκής άσκησης APEX ’82 από την ελληνική κυβέρνηση και τη νέα ένταση στο Αιγαίο. Ακόμα παραπέρα, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ αντίκρισε τις μάζες, που την υποστήριξαν και την υποστηρίζουν, να κατεβαίνουν με ανανεωμένη αυτοπεποίθηση, σε γιγάντιες διαδηλώσεις, στην 9η επέτειο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου και να απαιτούν άμεση απελευθέρωση από το NATO και τις Βάσεις σ’ οξεία αντίθεση με την συμβιβαστική κυβερνητική πολιτική. Η ριζοσπαστικοποίηση των μαζών βάθυνε τις αντιθέσεις μέσα στο ίδιο το ΠΑΣΟΚ, όπως έδειξε η επίθεση του Παπανδρέου στα στελέχη του κινήματός του, αμέσως μετά την πορεία του Πολυτεχνείου. Ταυτόχρονα οξύνει τόσο τις σχέσεις του ΠΑΣΟΚ με το ΚΚΕ, όσο και την κρίση μέσα στο σταλινικό κόμμα.
Η στροφή των εργατών και αγροτών προς τα αριστερά στην Ελλάδα έχει την πηγή της στο βάθεμα της παγκόσμιας οικονομικής και πολιτικής κρίσης του παρακμασμένου καπιταλισμού, καθώς βουλιάζει στην αποτελμάτωση και τη χρηματιστική καταστροφή, δέχεται αλλεπάλληλα πλήγματα από την παγκόσμια επανάσταση και ετοιμάζει την αντεπανάσταση και τον πυρηνικό πόλεμο. Η παγκόσμια κρίση, σ’ αυτό το προχωρημένο στάδιο, γεννά και αλληλεπιδρά με πρωτοφανή επαναστατικά μαζικά κινήματα στη διεθνή αρένα, που εκδηλώνεται με την Ιρανική Επανάσταση, την Πολιτική Επανάσταση στην Πολωνία, την επική αντίσταση του PLO στο Λίβανο και την κατεχόμενη Παλαιστίνη, την ήττα της Δεξιάς στη Γαλλία, στην Ελλάδα και πρόσφατα στην Ισπανία.
Η ορμητική είσοδος των μαζών στο προσκήνιο της παγκόσμιας σοσιαλιστικής επανάστασης, η επαπειλούμενη κατάρρευση των διεθνών τραπεζών και η θανάσιμη κρίση του διεθνούς σταλινισμού, μετά την Πολωνία και τώρα το θάνατο του Μπρέζνιεφ, δημιουργούν χωρίς προηγούμενο ευνοϊκές συνθήκες για την οικοδόμηση του Παγκόσμιου Κόμματος, της Διεθνούς Επιτροπής της Τέταρτης Διεθνούς και των τμημάτων της.
Το ελληνικό τμήμα της Διεθνούς Επιτροπής επέμβηκε ενεργητικά στην τελευταία εκλογική μάχη στην Ελλάδα, με ανεξάρτητους υποψήφιους στον Δήμο της Αθήνας και κέρδισε σημαντική υποστήριξη. Η ανεξάρτητη, όμως, αυτή επέμβαση συνδυάστηκε μ’ ένα κάλεσμα προς τις μάζες για απόχή, σ’ όσες περιπτώσεις οι μόνοι αντίπαλοι είταν το ΠΑΣΟΚ και η Δεξιά. Η σεχταριστική αυτή πολιτική αποχής ήρθε σε οξεία αντίθεση με την ζωντανή πάλη των εργατών και αγροτών. Υπονόμευσε τα κέρδη του κόμματος από την επέμβασή του και έφερε σε κίνδυνο το κύρος της Διεθνούς Επιτροπής. Προκάλεσε σύγχυση στο κόμμα και οι διαφωνίες που προέκυψαν αντιμετωπίστηκαν από την ηγεσία με πανικό και διοικητικά μέτρα.
Η στάση «ουδετερότητας» ανάμεσα στη Δεξιά και το ΠΑΣΟΚ, με το σαθρό επιχείρημα ότι και τα δύο είναι αστικά κόμματα, αποτελούσε απόπειρα συγκράτησης των μαζών τη στιγμή της μάχης και αντικειμενική πριμοδότηση της αντίδρασης. Το κόμμα, διατηρώντας την πολιτική του ανεξαρτησία και κριτικάροντας αυστηρά το ρόλο και την πολιτική του ΠΑΣΟΚ έπρεπε να καλέσει στην υπερψήφισή του όπου αντιμετώπιζε μόνο του τη Δεξιά. Με ένα τέτοιο κάλεσμα θα χτυπούσαμε τη Δεξιά, μαζί με τις μάζες που ψήφισαν ΠΑΣΟΚ, προχωρώντας χώρια από το ΠΑΣΟΚ με τη δική μας ανεξάρτητη πολιτική και οργάνωση. Θα είταν ένα ενιαίο μέτωπο με τους εργάτες κι αγρότες που ακολουθούν το ΠΑΣΟΚ ενάντια στη Δεξιά και την άρχουσα τάξη και όχι ένα Λαϊκό Μέτωπο με την άρχουσα τάξη, στην οποία είναι εξαρτημένο το ΠΑΣΟΚ.
Η ανάλυση και διόρθωση του σοβαρότατου αυτού λάθους είναι τώρα το πιο επείγον καθήκον για το ελληνικό τμήμα, για τον επαναστατικό επαναπροσανατολισμό του και την οικοδόμηση μιας τροτσκιστικής ηγεσίας για την επερχόμενη επανάσταση.
2. Η αντιδραστική αυτή πολιτική αντιπαράθεσης στην πάλη των μαζών ενάντια στη Δεξιά, είναι το προϊόν της υποκειμενικής ιδεαλιστικής μεθόδου, που κυριαρχεί στους προπαγανδιστικούς κύκλους και που παλεύτηκε αμείλιχτα από τη Διεθνή Επιτροπή. Στο 8ο και 9ο Παγκόσμιο Συνέδριο, σε αλλεπάλληλες συνόδους και Διεθνή Σχολεία, η Διεθνής Επιτροπή προειδοποίησε για τους ολέθριους κινδύνους του ιδεαλισμού και πάλεψε για την εκπαίδευση τροτσκιστικών στελεχών, που θα στρέψουν τα τμήματά μας προς τους κινητοποιούμενους εργάτες και αγρότες και την πάλη για εξουσία. Το ελατήριο της στροφής προς τις μάζες και την παγκόσμια επανάσταση είναι η ανάπτυξη της επιστημονικής κοσμοθεωρίας και μεθόδου του Μαρξισμού.
Η εμμονή στις χρεοκοπημένες ιδεαλιστικές μέθοδες του προπαγανδιστικού παρελθόντος, η προσκόλληση σε ερασιτεχνικούς αυτοσχεδιασμούς στην οικοδόμηση του κόμματος σε στενά εθνικά πλαίσια αντί για συλλογική ανάπτυξη της διαλεχτικής υλιστικής μεθόδου γνώσης και πράξης οικοδόμησης του Παγκόσμιου Κόμματος, οδηγούν, στις σημερινές συνθήκες της παγκόσμιας αποτελμάτωσης και επαναστατικής έκρηξης, σε πολιτικές καταστροφές –όπως στις πρόσφατες ελληνικές εκλογές– στο λιγκβινταρισμό του τροτσκισμού μέσα στο ρεβιζιονιστικό βάλτο και την προδοσία.
Η Διεθνής Επιτροπή προειδοποίησε ότι «δεν μπορεί και δεν θα επιτρέψει στις ηγεσίες των τμημάτων», όπως ο Τρότσκι προειδοποίησε τον Μπάρναμ και τον Σάχτμαν το 1940, «να παίζουν το κρυφτούλι με το Μαρξισμό», (Απόφαση για τη συνέχεια της δουλειάς του Διεθνούς Σχολείου Στελεχών, Νοέμβρης-Δεκέμβρης 1981). Εμμονή σε μια αντιδραστική τάση, σαν αυτή που κυριάρχησε στην ηγεσία του ελληνικού τμήματος, ισοδυναμεί με σχίσμα.
3. Η υλική πηγή της πολιτικής σύγκρουσης στη Διεθνή Επιτροπή και το ελληνικό τμήμα βρίσκεται στις τεράστιες αλλαγές που συντελούνται στην αντικειμενική κατάσταση. Όπως η κατάρρευση της δικτατορίας στην Ελλάδα και την Πορτογαλία και η νίκη της Ινδοκινέζικης Επανάστασης δημιούργησαν τους όρους να ξεσκεπαστεί και να πολεμηθεί ο ρεβιζιονισμός του Σκλάβου, έτσι και το νέο άλμα στην παγκόσμια κατάσταση, μετά το Ιράν, την Πολωνία, το Λίβανο, τις ελληνικές εκλογές έχουν συσσωρεύσει τους όρους για τη ρήξη με κάθε μορφή, σεχταριστική και οπορτουνιστική, του ιδεαλιστικού προπαγανδισμού και την οικοδόμηση μαζικών επαναστατικών κομμάτων.
Το Διεθνές Σχολείο στελεχών του Νοέμβρη-Δεκέμβρη 1981 έδοσε ιδιαίτερη προσοχή να προετοιμάσει τα στελέχη της Διεθνούς Επιτροπής για τις νέες επαναστατικές εξελίξεις. Έβαλε σαν θεμέλιο της εκπαίδευσής τους το Όλο του Τροτσκισμού που περιλαμβάνει την τροτσκιστική αντίληψη της φύσης της εποχής, την οικοδόμηση της Τέταρτης Διεθνούς και των τμημάτων της για να λυθεί η κρίση ηγεσίας της εργατικής τάξης και την ανάπτυξη του διαλεχτικού υλισμού σαν του φιλοσοφικού θεμέλιου και μεθόδου του επιστημονικού σοσιαλισμού.
Η ηγεσία του ελληνικού τμήματος, ανάλαβε και αύτη την ευθύνη να θεμελιώσει στο Όλο του Τροτσκισμού την ανάπτυξη της διαλεχτικής θεωρίας σαν οδηγό στην πράξη του Kόμματος. Συνεχίζει, όμως, μετά την επιστροφή της αντιπροσωπίας να χωρίζει ιδεαλιστικά τη θεωρία από την πράξη ή να διαλύει τη θεωρία στην καθημερινή πράξη. Η θεωρητική δουλειά αποκόβεται από την κριτική εξέταση της πράξης του κόμματος σ’ όλα τα επίπεδα, και μετατρέπεται σε κλειστό σύστημα ενασχόλησης με αφηρημένες κενές λεκτικές μορφές. Άλλοτε, η πιο σωστά ταυτόχρονα, η θεωρητική δουλειά υποβιβάζεται σε υποκειμενικές εικασίες για τα καθημερινά πρακτικά προβλήματα του Κόμματος, σε σχολιασμό και εκλογίκευση της καθημερινής ρουτίνας. Μέσα στη ριζικά αλλαγμένη κατάσταση, με αυτές τις μέθοδες, το Κόμμα αφοπλίζεται μπροστά στο αναπτυσσόμενο αυθόρμητο κίνημα. Γι’ αυτό και οι αγώνες που δόθηκαν σποραδικά μετά την επιστροφή από το Διεθνές Σχολείο ιδιαίτερα στην εφημερίδα και στο επανασυγκλημένο συνέδριο ενάντια στη σεχταριστική αντιμετώπιση ή την οπορτουνιστική προσαρμογή στη νέα κυβέρνηση, κατέληξαν τελικά στην αριστερίστικη περιχαράκωση τον καιρό των εκλογών. Κυριάρχησε η μικροαστική ανυπομονησία απέναντι στην αντιφατική πορεία ανάπτυξης του κινήματος και της συνείδησης των μαζών συνδυασμένη μ’ έναν επαναστατικό φαταλισμό που αγνοούσε τις διαλεκτικές σχέσεις οικονομίας και πολιτικής και περίμενε παθητικά την αυτόματη κατάρρευση του παγκόσμιου καπιταλισμού και την αυθόρμητη χειραφέτηση των μαζών από την αρπάγη του σταλινισμού και του ρεφορμισμού. Βλέποντας με απελπισία, ότι οι αυταπάτες των μαζών δεν καταρρέουν αυτόματα με την αυθόρμητη ανάπτυξη της κρίσης και της ταξικής πάλης, η μικροαστική αυτή τάση κηρύσσει την αποχή από την ταξική πάλη και την αναβολή της σύγκρουσης με την αντίδραση μέχρι τη φανταστική στιγμή που θα εξαφανιστούν ως δια μαγείας οι ιδεαλιστικές αυταπάτες.
Η θεωρητική αμηχανία μπροστά στα μεγάλα γεγονότα και η τάση πολιτικής αποχής αναπαράγουν τα χαρακτηριστικά που ο Τρότσκι διάκρινε στην μικροαστική αντιπολίτευση των Μπάρναμ και Σάχτμαν στο ΣΕΚ, όταν έγραφε: «Το πρώτο γενικό χαρακτηριστικό της είναι η απουσία μιας ενιαίας αντίληψης. Οι ηγέτες της αντιπολίτευσης ξεχωρίζουν την κοινωνιολογία από το διαλεκτικό υλισμό. Ξεχωρίζουν την πολιτική από την κοινωνιολογία... Η ιστορία μετατρέπεται σε μια σειρά εξαιρετικών περιστατικών, η πολιτική μετατρέπεται σε μια σειρά αυτοσχεδιασμών. Εδώ έχουμε την απoσύνθεση του μαρξισμού, μ’ όλη τη σημασία του όρου, την αποσύνθεση της θεωρητικής σκέψης, την αποσύνθεση της πολιτικής στα συστατικά της στοιχεία. Ο εμπειρισμός και ο θετός αδελφός του, ο ιμπρεσιονισμός, κυριαρχούν από πάνω μέχρι κάτω... Μέσα στις ταλαντεύσεις και τους σπασμούς της αντιπολίτευσης, υπάρχει ένα δεύτερο γενικό χαρακτηριστικό πολύ στενά δεμένο με το πρώτο, δηλαδή μια τάση να απέχει από την ενεργητική συμμετοχή, μια τάση προς την αυτο-εξαφάνιση, προς την αποχή, κάτω φυσικά από το κάλυμμα υπερριζοσπαστικών φράσεων», (Λεόν Τρότσκι: Στην Υπεράσπιση του Μαρξισμού, σελ. 143).
4. Η σεχταριστική στάση απέναντι στις μάζες που ακολουθούν και ψηφίζουν το ΠΑΣΟΚ έχει όλους τους χαραχτήρες της «μικροαστικής επαναστατικότητας» και του μικροαστικού ατομικισμού που αναλύει ο Λένιν στον «Αριστερισμό»: αστάθεια, στειρότητα, ιδιότητα να μετατρέπεται γρήγορα σε υποταγή, σε απάθεια σε φαντασιοπληξία, ακόμα και σε «μανιασμένο» ενθουσιασμό για τούτο ή για κείνο το αστικό ρεύμα της μόδας.
Απηχεί τις δυσαρέσκειες, το σκεπτικισμό και τον αποπροσανατολισμό ενός τμήματος των μικροαστών, που βλέπει να διαψεύδονται οι ελπίδες τους ότι το ΠΑΣΟΚ θα δόσει λύση στην κρίση και νοιώθει παγιδευμένο σ’ ένα αδιέξοδο, χωρίς να έχει καμιά εμπιστοσύνη στον επαναστατικό ρόλο της εργατικής τάξης. Αυτός ο αποπροσανατολισμός χαρακτηρίζει τον πεσιμισμό διαφόρων περιθωριακών ομάδων και διαλυόμενων ρεβιζιονιστικών κύκλων που διατυμπανίζουν σ’ όλους τους τόνους ότι «τίποτε δεν άλλαξε με την πτώση της κυβέρνησης της Δεξιάς» και προπαντός ότι τίποτε δεν μπορεί να αλλάξει. Επίσης χρησιμοποιείται κατά κόρον τους τελευταίους μήνες από τη σταλινική γραφειοκρατία του ΚΚΕ, ιδιαίτερα από την ομάδα Φαράκου-Τσολάκη, ενόψει του 11ου Συνεδρίου τους, για να καναλιζάρει τις ογκούμενες δυσαρέσκειες μέσα στο εργατικό και συνδικαλιστικό κίνημα απέναντι στην καπιταλιστική πολιτική της κυβέρνησης. Τελείως κυνικά, οι σταλινικοί με τη χρεοκοπημένη ρεφορμιστική πολιτική τους εκμεταλλεύονται τη σύγχυση, την κρίση και το αδιέξοδο στο όποιο έχει βρεθεί το συνδικαλιστικό κίνημα καθώς η αποτελμάτωση οδηγεί σε χρεοκοπία τις παραδοσιακές συνδικαλιστικές μέθοδες πάλης για υπεράσπιση των μισθών και του βιοτικού επιπέδου.
Με τα συνθήματα «τίποτε δεν άλλαξε», «τί ΠΑΣΟΚ, τί Δεξιά», «ο αγώνας συνεχίζεται», οι σταλινικοί επιχειρούν να ασκήσουν πιέσεις στην κυβέρνηση να δεχτεί μια λαϊκομετωπική συνεργασία για την υπεράσπιση του καπιταλισμού και την προάσπιση των συμφερόντων της σοβιετικής εξωτερικής πολιτικής στην περιοχή. Σ’ ορισμένες περιπτώσεις, δε διστάζουν να προχωρούν ανοιχτά σε συνεργασία με τη Δεξιά ή με νόθα κεντροδεξιά σχήματα ενάντια στην κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ ή ακόμα και να δηλώνουν την πρόθεσή τους να την «αποσταθεροποιήσουν» και να την αντικαταστήσουν με μια «δημοκρατική κυβέρνηση πλατιάς συνεργασίας» με άλλες αστικές πολιτικές δυνάμεις.
Στις πιέσεις αυτών των δυνάμεων προσαρμόστηκε η δική μας αριστερίστικη τάση. Πίσω από την εξτρεμιστική φρασεολογία βρίσκεται ένα δεξιό περιεχόμενο μενσεβικικού τύπου. Στο όνομα της «ταξικής καθαρότητας» διεκδικείται η θέση μιας «αριστερής νομιμόφρονης αντιπολίτευσης» στην κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ. Ο ρόλος που αποδίδεται στο κόμμα δεν είναι διαφορετικός από εκείνο που πρόβλεπαν οι μενσεβίκοι στη Ρωσία ή η ομάδα του Πεγκ Σου Τσε στην Κίνα: να «κριτικάρει» και να «δυσφημεί» την αστική κυβέρνηση, χωρίς να παλεύει με τις μάζες για την προώθηση μιας επαναστατικής εναλλακτικής λύσης.
Ο σεχταρισμός και ο οπορτουνισμός δεν είναι αλληλο-αποκλειόμενα αντίθετα, άλλα αλληλένδετες αντίθετες πλευρές του ίδιου φαινόμενου, που εναλλάσσονται συχνά πολύ γρήγορα.
Η μικροαστική ανυπομονησία απέναντι στον αντιφατικό τρόπο ανάπτυξης του επαναστατικού κινήματος των μαζών και της συνείδησής τους δεν προκαλεί, ούτε μένει μόνο σε σεχταριστικές αντιδράσεις. Όπως παρατηρούσε ο Λεόν Τρότσκι, είναι και το βασικό χαρακτηριστικό του οπορτουνισμού: «...Ο οπορτουνισμός, επειδή τον κατατρώγει η ανυπομονησία, κοιτάζει γύρω του για “νέους” τρόπους και μέσα για να γίνει ό,τι η ιστορία δεν είναι ακόμα έτοιμη να βάλει σε πράξη. Κουρασμένος και από τη δική του ανεπάρκεια και αναξιοπιστία πηγαίνει σε αναζήτηση συμμάχων... Ο οπορτουνισμός χτίζει πάνω σε σχέσεις που δεν είναι ακόμα ώριμες. Θέλει άμεση “επιτυχία”. Όταν οι σύμμαχοι της αντιπολίτευσης δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν, τρέχει στην κυβέρνηση, παρακαλά, επιχειρηματολογεί, απειλεί. Στο τέλος βρίσκει μια θέση για τον εαυτό του μέσα στην κυβέρνηση (αυτό ονομάστηκε μινιστεριαλισμός), μη πετυχαίνοντας τίποτε έξω από το να δείξει ότι η ιστορία δεν μπορεί να ξεπεραστεί με διοικητικά μέτρα, ούτε μόνο με τη θεωρία. Ο οπορτουνισμός δεν ξέρει να περιμένει. Και γι’ αυτό ακριβώς τα μεγάλα γεγονότα πάντα τον αιφνιδιάζουν», (Λ. Τρότσκι: «1905», εκδ. Πενγκουίν, σελ. 315).
Ο σεχταρισμός και ο οπορτουνισμός ενώνονται στην κοινή τους απόρριψη της διαλεχτικής υλιστικής μεθόδου της γνώσης.
Κι ο σεχταριστής και ο οπορτουνιστής αρνούνται να πάρουν σαν άμεσα δοσμένο τον αντικειμενικό υλικό κόσμο, που υπάρχει ανεξάρτητα και πριν από τα αισθήματα και τις σκέψεις. Ο σεχταριστής με τον φορμαλιστικό ορθολογισμό του παίρνει σαν αφετηρία τις «αρχές», χωρίς να τις αφαιρεί από τη Φύση και την ανθρώπινη ιστορία. Ο οπορτουνιστής, με τον αντιθεωρητικό εμπειρισμό του, απορρίπτει τις αρχές, παίρνει σαν άμεσα δοσμένο το αίσθημα, αρνείται να εξετάσει την υλική πηγή του, και ταυτίζει την πραγματικότητα με την αισθητηριακή του εντύπωση. Και οι δύο καταλήγουν στο στρατόπεδο του υποκειμενικού ιδεαλισμού.
5. Το αντικειμενικό περιεχόμενο που εκδηλώνεται με τη μορφή της μετακίνησης εκατομμυρίων εργαζομένων προς το ΠΑΣΟΚ ενάντια στη Δεξιά είναι η παγκόσμια κρίση που στην αλληλεπίδρασή της με την καθυστερημένη Ελλάδα σπρώχνει τις μάζες προς την επανάσταση. Αντιμετωπίζοντας με σκεπτικισμό το ίδιο το περιεχόμενο, δεν αναγνωρίσαμε την αντιφατική μορφή εμφάνισής του, ταυτίσαμε ορισμένες πλευρές της μορφής με το ίδιο το περιεχόμενο και εξαφανίσαμε την αντίφαση ανάμεσα τους και απορρίψαμε τον ίδιο τον επαναστατικό δυναμισμό του περιεχομένου.
Όλες οι σοφιστείες της τυπικής λογικής επιστρατεύτηκαν γι’ αυτό το σκοπό. «Το ΠΑΣΟΚ είναι αστικό κόμμα, η Ν.Δ. είναι αστικό κόμμα, άρα είναι το ίδιο πράγμα». Στο όνομα μιας αφηρημένης ταυτότητας εξαφανίζεται κάθε ουσιαστική διαφορά και αντίφαση.
«...“Η σκέψη της αντίφασης είναι η ουσιαστική στιγμή της Έννοιας. Η τυπική σκέψη στην πραγματικότητα σκέπτεται την αντίφαση, άλλα την ίδια στιγμή γυρίζει την πλάτη της σ’ αυτή και επικαλούμενη αυτή την αρχή” (την αρχή ότι η αντίφαση είναι αδιανόητη) “περνά στην αφηρημένη άρνηση”», (Ν. Λένιν: Φιλοσοφικά Τετράδια, σελ. 123, Εκδόσεις «Ρινόκερως»).
Η τυπική λογική προσπαθεί να παρακάμψει τις αντιφάσεις με δυο τρόπους, (που έχουν και την ξεχωριστή τους έκφραση στην πολιτική θεωρία και πράξη): είτε πνίγοντας το συγκεκριμένο στο αφηρημένο (σεχταρισμός) είτε απορρίπτοντας την αφαίρεση –και την επιστήμη– στο όνομα των «συγκεκριμένων ζητημάτων» (οπορτουνισμός).
Στην περίπτωση της στάσης μας απέναντι στο ΠΑΣΟΚ, η διάλυση του συγκεκριμένου σε μια αφηρημένη, ατελή, τυπική αλήθεια, (το ΠΑΣΟΚ είναι ένα αστικό κόμμα) οδηγεί σε μια φανταστική-φραστική εξάλειψη των εκρηχτικών κοινωνικών αντιφάσεων που αντανακλούνται στη σύγκρουση του ΠΑΣΟΚ με τη Δεξιά. Οι αντιφάσεις «λύνονται» όχι με την ανακάλυψη των συνδετικών κρίκων άλλα υποτάσσοντας κατευθείαν και προσαρμόζοντας άμεσα το συγκεκριμένο στο αφηρημένο. Αυτό επιπλέον γίνεται με μια φραστική φαντασίωση, αλλάζοντας τα ονόματα των πραγμάτων. «Αυτές είναι πραγματικά “λογομαχίες”, είναι μόνο στα λόγια, γιατί οι πραγματικές αντιφάσεις αντί να λυθούν μ’ ένα πραγματικό τρόπο, λύνονται με φράσεις», (Καρλ Μαρξ: «Θεωρίες της Υπεραξίας», μέρος 3, σελ. 87-88).
Λύνοντας με μια φράση –«τόσο το ΠΑΣΟΚ όσο και η Ν.Δ. είναι αστικά κόμματα»– την ουσιαστική ΔΙΑΦΟΡΑ, την ΑΝΤΙΦΑΣΗ που εκδήλωνε η σύγκρουσή τους, είπαμε στις μάζες ότι έχουν μπροστά τους μόνο μια ποικιλία αστικών κομμάτων με κάποιες διαφορές αδιάφορες για το μέλλον τους. Οι μάζες, όμως, είδαν την ουσιαστική ΔΙΑΦΟΡΑ στην αντίφαση Δεξιάς και ΠΑΣΟΚ και κινητοποιήθηκαν, υποστηρίζοντας το πρώτο.
Αυτή η φορμαλιστική τύφλα, που μάς φέρνει πίσω από / ή ενάντια στις μαχόμενες μάζες, ανίκανη να δει τις διαλεκτικές σχέσεις ανάμεσα στη μορφή και το περιεχόμενο, οδηγεί τόσο τον δεξιό όσο και τον «αριστερό» οπορτουνισμό: Ο δεξιός δογματισμός επιμένει στην αναγνώριση μόνο των παλιών μορφών, και χρεοκόπησε πέρα για πέρα, γιατί δεν είδε το νέο περιεχόμενο. Ο αριστερός δογματισμός επιμένει στην κατηγορηματική άρνηση των καθορισμένων παλιών μορφών, χωρίς να βλέπει ότι το νέο περιεχόμενο ανοίγει το δρόμο του μέσα απ’ όλες και τις κάθε λογής μορφές...», (Ν. Λένιν: «Αριστερισμός»).
6. Στην υποστήριξη του ΠΑΣΟΚ από τις μάζες η σεχταριστική τάση βλέπει μόνο αυταπάτες στην αστική δημοκρατία. Έκρινε κι απόρριψε τη μάχη που έδιναν οι μάζες ενάντια στη Δεξιά στις εκλογές ξεκινώντας από την υποκειμενική γνώμη της για το ποια είναι η συνείδηση των μαζών που δίνανε τη μάχη. Μαζί μ’ όλο το στρατόπεδο του ιδεαλισμού, αρνείται να δει την πρωταρχικότητα του υλικού κόσμου που καθορίζει τη συνείδηση.
«Όπως η γνώμη μας για ένα άτομο δεν βασίζεται στο τί σκέφτεται για τον εαυτό του, έτσι δεν μπορούμε να κρίνουμε μια περίοδο μεταμόρφωσης από τη δική της συνείδηση. Αντίθετα, αυτή η συνείδηση πρέπει να εξηγηθεί από τις αντιφάσεις της υλικής ζωής, από την υπάρχουσα σύγκρουση ανάμεσα στις κοινωνικές παραγωγικές δυνάμεις και τις σχέσεις παραγωγής», (Ν. Λένιν: «Άπαντα», τόμ. 1ος, σελ. 139).
Συνεχίζοντας το θεμελιακό ιδεαλιστικό λάθος που είχε εκδηλωθεί καθαρά, ήδη πριν τις εκλογές του 1981, στην ηγεσία, όταν ταύτιζε τη σκέψη με την ύλη, απορρίφτηκε η αφετηρία του φιλοσοφικού υλισμού: το υλικό Είναι υπάρχει ανεξάρτητα και καθορίζει τη συνείδηση. Ταυτόχρονα απορρίφτηκε η θεμελιακή αντίληψη του ιστορικού υλισμού ότι το Κοινωνικό Είναι υπάρχει ανεξάρτητα από την κοινωνική συνείδηση και την καθορίζει.
Έτσι αντί να αναλυθεί η υλική πηγή της πολιτικής σύγκρουσης των μαζών μέσα από το ΠΑΣΟΚ με τη Δεξιά, αναλύοντας τις αντιφάσεις της υλικής ζωής, οι τελευταίες διαγράφτηκαν με μια μονοκοντυλιά, στο όνομα των «αστικών αυταπατών».
Εδώ έχουμε την επανάληψη του ίδιου ιστορικού υποκειμενισμού που πάλεψε ο Λένιν όταν τόνιζε ότι οι υποκειμενιστές, ενώ δέχονται «ότι τα ιστορικά φαινόμενα υπακούουν σε νόμους, είναι ανίκανοι να δουν την εξέλιξη τους σαν ένα προτσές φυσικής ιστορίας, ακριβώς γιατί σταματούσαν μπροστά στις κοινωνικές ιδέες και στόχους του άνθρωπου και είταν ανίκανοι να τις αναγάγουν στις υλικές κοινωνικές σχέσεις», (Ν. Λένιν: «Άπαντα», τόμ. 1ος, σελ. 141).
Ο ιδεαλισμός των υποκειμενιστών και η μεταφυσική-τυπική σκέψη, που καθοδηγεί την πράξη τους, μπαίνουν φραγμός στο να μπει η σύγχρονη σοσιαλιστική συνείδηση μέσα στο αυθόρμητο κίνημα, σε σύγκρουση με την αστική ιδεολογία που γεμίζει την αυθόρμητη συνείδηση. Προσκρούοντας σ’ ένα τείχος που οι ίδιοι οικοδομούν, θεωρούν την ίδια τη μαρξιστική θεωρία σαν εμπόδιο της στροφής προς τις μάζες, καταλήγουν σε μυστικιστικές ευχές για «αλληλο-διείσδυση» του Μαρξισμού με το αυθόρμητο και κάποια λίγο-πολύ βαθμιαία μετεξέλιξη του αυθόρμητου με το μηχανικό του ανακάτεμα με μαρξιστικές φράσεις. Η πάλη για θεωρία εγκαταλείπεται κι αντικαθίσταται με τον εργατισμό, τον «προλεταριακό προσανατολισμό» και τη διάλυση στο συνδικαλισμό.
Η εργατική τάξη –και η πολιτική της ανεξαρτησία– μετατρέπεται σε μια καθαρή αφαίρεση που υπάρχει μόνο μέσα από και μέσα στο κεφάλι του άτομου. Σαν ιδεατή οντότητα έχει μόνο ανάγκη από αυτο-επιβεβαίωση. Δεν της χρειάζεται να συσπειρώσει τα άλλα καταπιεσμένα στρώματα, ιδιαίτερα τη φτωχή αγροτιά και να παλέψει σαν ο ηγέτης του καταπιεσμένου έθνους. Ιδανικό του εργατιστή γίνεται η θέση του γραμματέα του σωματείου και όχι ο ρόλος του κήρυκα του λαού, που ξεσηκώνει τις μάζες ενάντια σε κάθε μορφή καταπίεσης στην πάλη για εξουσία.
Αντικειμενοποιώντας την εργατική τάξη και την ταξική πάλη σαν αφαιρέσεις, δεν διαχωρίζουμε μόνο την εργατική τάξη από τους άλλους καταπιεσμένους συμμάχους της, άλλα και το κόμμα από την τάξη. Χωρίζοντας το υποκείμενο από το αντικείμενο στο όνομα μιας στατικής σύγκρουσης τους, καταλήγουμε στην εξίσωση τους με τον τρόπο όλων των θετικιστών.
7. Μέσα σ’ αυτήν τη φυλακή των αυτοκατασκευαζόμενων αφηρημένων εικόνων που κλείστηκαν οι υποκειμενιστές, δεν υπάρχει καμιά προοπτική για την ανάπτυξη μιας στρατηγικής και ταχτικής στο φως της θεωρίας της Διαρκούς Επανάστασης.
Παρόλη την επίμονη υπόδειξη της Διεθνούς Επιτροπής, χρόνια τώρα, η ηγεσία του ελληνικού τμήματος δεν έχει επεξεργαστεί μέχρι τώρα, με τη διαλεκτική μέθοδο, τις προοπτικές και την στρατηγική της επερχόμενης επανάστασης στην Ελλάδα, μέσα από μια δημιουργική ανάπτυξη της θεωρίας της Διαρκούς Επανάστασης. Αντίθετα, διαιώνισε ένα ιδεαλιστικό σύστημα σχημάτων, κληρονομημένο από τη μηχανική αντιπαράθεση που έκανε το 1934 ο Πουλιόπουλος ανάμεσα στη δημοκρατική και τη σοσιαλιστική επανάσταση στην Ελλάδα. Αυτό το σύστημα, ριζωμένο με μια μακρόχρονη πράξη, και κωδικοποιημένο, σε μεγάλο βαθμό, στις προοπτικές του 10ου Συνεδρίου της ΕΔΕ καθοδήγησε και τη σεχταριστική πολιτική στις εκλογές.
Σύμφωνα με αυτή την ιδεαλιστική προοπτική, ο παγκόσμιος καπιταλισμός και η κρίση του βλέπονται σαν φαινόμενα που κυριαρχούν κι εκδηλώνονται λίγο-πολύ ομοιόμορφα σ’ όλες τις χώρες. Οι νόμοι της ανισόμερης και συνδυασμένης ανάπτυξης αγνοούνται ή αναγνωρίζονται μόνο τυπικά. Έτσι, οι διαλεκτικές σχέσεις ανάμεσα στο όλο της παγκόσμιας οικονομίας και στα αντιφατικά του μέρη εξαφανίζονται και μαζί τους οι εθνικές ιδιομορφίες της υπανάπτυκτης Ελλάδας σαν ο πρωτότυπος συνδυασμός των βασικών χαρακτηριστικών του παγκόσμιου προτσές.
Σβήνοντας τις αντιφάσεις και τις μεταβάσεις μέσα στην καθολική αλληλο-σύνδεση της παγκόσμιας οικονομίας, η τελευταία μετατρέπεται σε μια αφηρημένη γενικότητα, το κοινό χαρακτηριστικό ανάμεσα στα μέρη σε ισορροπία. Από κει και πέρα ο δρόμος στις θεωρίες της «εθνικής εξαίρεσης» είναι ανοιχτός.
Απορρίπτοντας μαζί με τη φύση της ιμπεριαλιστικής εποχής ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της που προσδιόρισε ο Λένιν, τον χωρισμό ανάμεσα σε καταπιεστικά και καταπιεζόμενα έθνη, η ηγεσία του ελληνικού τμήματος δεν έδοσε σημασία στο γεγονός ότι η ιστορικά καθυστερημένη Ελλάδα, όπου η δημοκρατική επανάσταση έμεινε ανολοκλήρωτη, ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Μια τέτοια υποτίμηση γυρνάει την πλάτη στα σημαντικότερα μαθήματα της Ιστορίας, ιδιαίτερα της ελληνικής επανάστασης του 1941-49, και σε όλους τους σκληρούς αγώνες που διεξήγαγαν και διεξάγουν οι ελληνικές μάζες ενάντια στην ιμπεριαλιστική καταπίεση κι εξάρτηση.
Ενώ η βασική αντίφαση ανάμεσα σε καταπιεστικά και καταπιεζόμενα έθνη υποβιβαζόταν σε τελείως δευτερεύουσα, αναγορεύονταν σε πρωτεύουσα η διαφορά εκείνη ανάμεσα στην Ελλάδα και τις άλλες υπανάπτυκτες χώρες αποικιακού η μισοαποικιακού τύπου. Ο υψηλότερος βαθμός καπιταλιστικής ανάπτυξης μιας καταπιεσμένης ευρωπαϊκής χώρας σαν την Ελλάδα σε σχέση με τις αποικίες, θεωρούνταν ότι απόκλειε την ανάγκη ή και τη δυνατότητα μιας πάλης για εθνική απελευθέρωση από τον ιμπεριαλισμό.
Ο Λένιν όμως τόνιζε: «Το μεγαλύτερο μέρος των εξαρτημένων εθνών στην Ευρώπη είναι καπιταλιστικά πιο αναπτυγμένα από τις αποικίες... Αλλά αυτό ακριβώς γεννά μεγαλύτερη αντίσταση στην εθνική καταπίεση και τις προσαρτήσεις!...Επαναστατικά κινήματα κάθε είδους –συμπεριλαμβανομένων και εθνικών κινημάτων– είναι πιο πιθανά, πιο κατορθωτά, πιο πεισματικά, πιο συνειδητά και πιο δύσκολα να ηττηθούν στην Ευρώπη απ’ ότι στις αποικίες», (Ν. Λένιν: «Σύνοψη της Συζήτησης για την Αυτοδιάθεση», σελ. 129).
Σύμφωνα με τη δική μας «θεωρία», η ελληνική μπουρζουαζία ανάγονταν σε μοναδική εθνική εξαίρεση, χωρίς να μοιάζει με καμιά άλλη αστική τάξη στις καταπιεσμένες ή στις ιμπεριαλιστικές χώρες. Από τη μια γινόταν παραδεκτό ότι είταν η αστική τάξη μιας καταπιεσμένης από τον ιμπεριαλισμό υπανάπτυκτης χώρας. Από την άλλη απορρίπτονταν ότι είχε ή έχει την παραμικρή αντίφαση με τον επικυρίαρχο ιμπεριαλισμό. Συστηματικά ο ρόλος και η φύση της ελληνικής μπουρζουαζίας διαχωρίστηκε από το ρόλο και τη φύση της αστικής τάξης στις άλλες υπανάπτυκτες χώρες.
Πάνω σ’ αυτή τη βάση το ΠΑΣΟΚ θεωρήθηκε «απλώς» σαν ένα ακόμα αστικό κόμμα. Μηχανικά διαχωρίστηκε από άλλα ανάλογα κόμματα που είχαν εμφανιστεί άλλοτε στα Βαλκάνια, όπως το Αγροτικό Κόμμα του Σταμπουλίσκι στη Βουλγαρία ή του Ράντιτς στην Κροατία, κι εξίσου μηχανικά ταυτίστηκε με τα φιλελεύθερα κόμματα της ιμπεριαλιστικής Δύσης ή με το Ριζοσπαστικό Κόμμα του Κλεμανσό στη Γαλλία.
Το ΠΑΣΟΚ είναι ένα λαϊκίστικο κίνημα που αναπτύχθηκε στη βάση των βαθιών οικονομικών και πολιτικών ανακατατάξεων που έγιναν στη δεκαετία 1963-73, τον καιρό της μαζικής εισβολής των πολυεθνικών εταιριών, της άναρχης εκβιομηχάνισης και της εντατικοποίησης της πολιτικής και ιμπεριαλιστικής καταπίεσης κάτω από τη χούντα. Ένα φρέσκο και δυναμικό βιομηχανικό προλεταριάτο εμφανίστηκε και κυριάρχησε με το ειδικό του βάρος. Εντατικοποιήθηκε η καταστροφή και η προλεταριοποίηση των παλιών μικροαστικών στρωμάτων (μικρογεωργοί, βιοτέχνες, μικρέμποροι) και η ανάπτυξη μιας νέας μικροαστικής τάξης, της τεχνικής ιντελιγκέντσιας. Μπροστά στη χρεοκοπία του παραδοσιακού αστικού πολιτικού κόσμου, στα Ιουλιανά, τον καιρό της δικτατορίας, και μετά την μεταπολίτευση, και στην παρατεινόμενη κρίση ηγεσίας της εργατικής τάξης και των προδοσιών του σταλινισμού, οι ριζοσπαστικοποιημένες αυτές μάζες, στράφηκαν στο νέο κίνημα του Ανδρέα Παπανδρέου, του ηγέτη της προδικτατορικής κεντροαριστεράς. Σε ελάχιστο χρόνο το ΠΑΣΟΚ συσπείρωσε πλατύτερες μάζες, μ’ ένα πρόγραμμα αντιιμπεριαλιστικών στόχων, οικονομικών και θεσμικών παραχωρήσεων, στην αγροτιά, στην παλιά μικροαστική τάξη των πόλεων και της υπαίθρου και στην ιντελιγκέντσια, δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων κι ενός τελείως ασαφούς «σοσιαλισμού». Επιτέθηκε συνειδητά και συστηματικά στον επαναστατικό και πρωτοπόρο ρόλο της εργατικής τάξης στο όνομα μιας λαϊκίστικης συμμαχίας «όλων των μη προνομιούχων». Εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο την κρίση επαναστατικής ηγεσίας και τα εγκλήματα του σταλινισμού για να παρουσιάσει τελικά, ιδιαίτερα αφού έγινε κυβέρνηση, κάποιον «τρίτο δρόμο» σ’ έναν «σοσιαλισμό» όπου δεν καταργείται η καπιταλιστική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής.
Προβάλλοντας μονόπλευρα το γεγονός ότι το ΠΑΣΟΚ δεν μπορεί να είναι ένα κόμμα ταξικά ανεξάρτητο κι από την εργατική τάξη κι από τη μπουρζουαζία, περιοριστήκαμε σε μια αρνητική στάση απέναντι στο κίνημα του Α. Παπανδρέου, γυρνώντας την πλάτη στις μάζες που το ακολουθούν. Γυρίσαμε ουσιαστικά την πλάτη στα ανεκπλήρωτα δημοκρατικά καθήκοντα της επανάστασης, στις δημοκρατικές διεκδικήσεις των καταπιεσμένων μικροαστικών στρωμάτων και προπαντός στο αγροτικό πρόβλημα. Με αυτή την πολιτική αποχής εγκαταλείφτηκε η πάλη για τη χειραφέτηση των μικροαστικών μαζών από την επιρροή των λαϊκιστών και φιλελεύθερων αστών δημαγωγών, για τη σφυρηλάτηση της εργατοαγροτικής συμμαχίας και την πάλη για τη δικτατορία του προλεταριάτου τη στηριγμένη στη συμμαχία της αγροτιάς και της φτωχολογιάς των πόλεων.
Ο Τρότσκι είχε προειδοποιήσει τους έλληνες τροτσκιστές, στη συζήτηση μαζί τους το 1932, για τη σεχταριστική τους στάση απέναντι στο αγροτικό πρόβλημα, το αγροτικό κίνημα και το Αγροτικό Κόμμα –ένα κόμμα που εμφανίστηκε τον μεσοπόλεμο κι έχει μεγάλη ομοιότητα με το τωρινό ΠΑΣΟΚ.
«Ο σχηματισμός του Αγροτικού Κόμματος είναι ένα σύμπτωμα μιας επαναστατικής κρίσης σαν τα γεγονότα στη Βουλγαρία το 1924. ΕΊναι αλήθεια ότι δεν μπορεί να είναι ένα ανεξάρτητο ταξικά κόμμα. Όμως, έκτος από αυτή τη σωστή θεωρητική εκτίμηση, πρέπει να έχουμε μια σωστή πολιτική απέναντι σ’ αυτό το Κόμμα, που η ύπαρξη του είναι τώρα γεγονός. Η πολιτική μας δεν μπορεί να είναι απλά αρνητική. Πρέπει να προκαλέσουμε ένα προτσές ξεκαθαρίσματος σε αυτό το Κόμμα και να δείξουμε στη βάση των γεγονότων ότι δεν μπορεί να είναι ένα υποκατάστατο ενός Κομμουνιστικού Κόμματος άλλα ότι πρέπει να αντικατασταθεί από ένα Κομμουνιστικό Κόμμα. Η πολιτική μας έχει ήδη καθοριστεί από τα αιτήματα που έχουμε προβάλλει. Προτείνουμε κοινούς αγώνες στη βάση αυτών των αιτημάτων. Ή θα κερδίσουμε τα επαναστατικά στοιχεία αυτού του Κόμματος ή αλλιώς θα το ξεσκεπάσουμε μπροστά στους αγρότες».
Συστήνοντας ο Τρότσκι στους έλληνες Αρχειομαρξιστές να χρησιμοποιήσουν την ταχτική του ενιαίου μετώπου απέναντι στους αγροτιστές, προχώρησε ακόμα και σε προτάσεις για ενιαίο μέτωπο μαζί τους στις εκλογές, κάτω από ορισμένους όρους. Υπενθύμισε, μάλιστα, στους δύσπιστους Αρχειομαρξιστές, την ανάλογη εκλογική ταχτική των μπολσεβίκων στη Δούμα, το μπλοκ τους με τους Εσέρους και τόνισε ότι αυτοί που κύρια το κριτικάριζαν είταν οι μενσεβίκοι. Ένα επιχείρημα που κι αργότερα χρησιμοποιήθηκε από τους έλληνες τροτσκιστές και την ΕΔΕ για να δικαιολογηθεί η αφ’ υψηλού αντιμετώπιση του αγροτικού προβλήματος στην Ελλάδα, είταν ότι το μοίρασμα της γης είχε ήδη γίνει τη δεκαετία του ’20 κι ότι έτσι ένα από τα πιo βασικά καθήκοντα της δημοκρατικής επανάστασης είχε ολοκληρωθεί σε αντίθεση με την περίπτωση της τσαρικής Ρωσίας.
Απέναντι στη σχηματική αυτή αντιμετώπιση, ο Τρότσκι υπογράμμισε:
«Η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στη Ρωσία και την Ελλάδα είναι ότι στη δεύτερη η φεουδαρχία δεν υπάρχει πια. Όμως, αυτό που ακόμα υπάρχει είναι ο λογαριασμός που παρουσιάζει η φεουδαρχία με τη μορφή του χρέους των προσφύγων και των φτωχών αγροτών για τη γη που έχουν καταλάβει. Η πάλη για την κατάργηση αυτού του χρέους είναι η πάλη για την τελική εξαφάνιση της φεουδαρχίας».
Παρόλη την αγροτική μεταρρύθμιση, το αγροτικό πρόβλημα δεν λύθηκε. Η τεράστια λαοθάλασσα των αγροτικών μικρο-νοικοκυριών βρίσκεται βουλιαγμένη στα χρέη και υφίσταται την πιο άγρια εκμετάλλευση του μονοπωλιακού κεφαλαίου που κινητοποιεί μαζί με τις μοντέρνες κι όλες τις «παλιές» βάρβαρες μέθοδες του μεσάζοντα και του χοντρέμπορου. Μετά το τέλος της προσωρινής διοχέτευσης των πιέσεων του αγροτικού προβλήματος στη μετανάστευση, τα εκατομμύρια των μικρο-ϊδιοχτητών γης που καταστρέφονται στράφηκαν στα ριζοσπαστικά κηρύγματα του ΠΑΣΟΚ για συνεταιρισμούς και πάταξη των μεσαζόντων.
Η σεχταριστική στάση απέναντι στο ΠΑΣΟΚ είναι αλληλένδετη με την υποτίμηση της εκρηκτικότητας του αγροτικού προβλήματος, με την καθυστέρηση της ανάπτυξης του Κόμματος στις αγροτικές περιφέρειες και τις δυσκολίες που συναντήσαμε και συναντούμε πριν, κατά και μετά τις εκλογές, στην πορεία της Κ.Ο. Λακωνίας. Ακόμα, εκδηλώθηκε με τη θέση «ουδετερότητας» που κράτησε ένας σ. της Κ.Ε. απέναντι στην πρόσφατη σύγκρουση κυβέρνησης-χοντρέμπορων και την έλλειψη ενός αγροτικού προγράμματος στις Προοπτικές του 10ου Συνεδρίου της ΕΔΕ.
8. Η σεχταριστική διαστρέβλωση και απόρριψη της θεωρίας της Διαρκούς Επανάστασης έχει βαθιές ρίζες στην ιστορία του κινήματός μας, από την περίοδο των ήττων.
Οι τροτσκιστές στην Ελλάδα, που κριτικάρισε αυστηρά ο Τρότσκι το 1932 για τις θέσεις τους απέναντι στο εθνικό και το αγροτικό ζήτημα, είχαν σαν πρότυπό τους τούς βούλγαρους κομμουνιστές, τους «τεσνιάκι» που η στάση τους ουδετερότητας το 1923, στη σύγκρουση των φασιστών του Τσαγκόφ με τους αγροτιστές του Σταμπουλίσκι, οδήγησε σε φοβερή καταστροφή το βουλγάρικο προλεταριάτο και την αγροτιά. Τα μαθήματα του 1923 και της συζήτησης του 1932 όμως ποτέ δεν βγήκαν. Η πλειοψηφία των ελλήνων τροτσκιστών τήρησε το 1935, στο πραξικόπημα του Πλαστήρα, στάση «αυστηρής ουδετερότητας» απέναντι στη σύγκρουση μοναρχικών και αστών δημοκρατών. Ακόμα χειρότερα: την εποχή της επανάστασης του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ κράτησαν μια υστερική στάση εχθρότητας στο κίνημα της αντίστασης στο όνομα της «ταξικής καθαρότητας» και του «επαναστατικού ντεφετισμού» που συνεχίστηκε και στα Δεκεμβριανά, με την πολιτική της «ουδετερότητας» απέναντι στη σύγκρουση του εγγλέζικου ιμπεριαλισμού και της ντόπιας αντεπανάστασης με τους αντάρτες του ΕΛΑΣ και τον ελληνικό λαό.
Η Τέταρτη Διεθνής το 1946 καταδίκασε τον υπερ-αντιδραστικό αυτό σεχταρισμό. Η ΕΔΕ, τον καιρό της δικτατορίας και με την ώθηση της Δ.Ε. να φωτιστούν τα ζητήματα του σχίσματος με την ομάδα Μαστρογιάννη-Καστρίτη, άρχισε μια κριτική επανεξέταση της πολιτικής των ελλήνων τροτσκιστών απέναντι στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Ποτέ όμως η ανάλυση δεν έφτασε στο απαιτούμενο βάθος και δε συνδυάστηκε με τη σύνθεση μαρξιστικών προοπτικών για τη Διαρκή Επανάσταση στην Ελλάδα.
Η πάλη του μαρξισμού μ’ αυτό το είδος σεχταρισμού δεν αρχίζει ούτε φυσικά τελειώνει στα όρια της Ελλάδας. Είναι ένα διεθνές φαινόμενο που πάλεψε ασυμβίβαστα ο Λένιν ενάντια στην απόρριψη του δικαιώματος εθνικής αυτοδιάθεσης από την Λούξεμπουργκ και τον Πιατάκοφ κι αργότερα τον Στάλιν, ο Τρότσκι προπολεμικά ενάντια στον Τα Θου Τάο και την ομάδα του στο Βιετνάμ, ενάντια στους Κινέζους αντιπολιτευόμενους και τον Σάχτμαν τον καιρό του κινο-γιαπωνέζικου πολέμου και η Διεθνής Επιτροπή ενάντια στους ρεβιζιονιστές, την OCI και τις πρόσφατες επιθέσεις στο PLO και την Ιρανική Επανάσταση.
Η μακρόχρονη και ασυμβίβαστη πάλη του μαρξισμού ενάντια σ’ αυτές τις αντιδραστικές τάσεις τις ξεσκέπασε σαν ένα μενσεβικικό ρεύμα στην υπηρεσία της ληστρικής ιμπεριαλιστικής μπουρζουαζίας.
Είναι ζήτημα ζωής ή θανάτου στο ελληνικό τμήμα και την ηγεσία του να δόσει τέρμα στις πολιτικές σχέσεις του μ’ αυτές τις τάσεις και να αφομοιώσει τα μαθήματα από την ιστορία, την πάλη και τις θεωρητικές πολιτικές παραδόσεις του Μαρξισμού και της Διεθνούς Επιτροπής.
9. Η ηγεσία του ελληνικού τμήματος αναγνωρίζει το εξαιρετικά κρίσιμο σημείο στο όποιο έχει οδηγήσει το κόμμα με τη μέχρι τώρα ιδεαλιστική μέθοδο, πολιτική και πραχτική της. Η αποφασιστική σύγκρουση και ρήξη μ’ αυτή την αντιδραστική θεωρία και πράξη, από την οποία εξαρτάται το παρόν και το μέλλον του κινήματος σαν επαναστατικού κόμματος-τμήματος της Δ.Ε., δεν μπορεί να γίνει με κενά λόγια, άλλα με την πιο ασυμβίβαστη θεωρητική και πραχτική πάλη πρώτα απ’ όλα της ηγεσίας. Το γεγονός ότι δεν υπάρχουν περιθώρια επανάπαυσης το δείχνουν η αντίσταση που εκδηλώθηκε στην Κ.Ε. και το Π.Γ. να προχωρήσει η θεωρητική δουλιά και τα σφάλματα του ίδιου τύπου που συνεχίστηκαν και μετά την έναρξη της συζήτησης στην Κ.Ε. για την πολιτική μας στις εκλογές (σεχταριστική στάση στην ΕΙΝΑΠ και τη ΒΕΛΚΑ, ορισμένα άρθρα στη «Σ.Α.», κλπ.). Το δείχνει επίσης και η τάση που εκδηλώνεται να αντικατασταθεί ο «αριστερός» με τον δεξιό οπορτουνισμό (συμφιλιωτισμός με το ΠΑΣΟΚ, ισχυρισμοί ότι η πρόσκληση στον Χέιγκ δεν είταν δεξιά στροφή της κυβέρνησης, προσαρμογή στη σοβινιστική προπαγάνδα για την κρίση στο Αιγαίο που σβήνει το ρόλο του NATO και των ΕΠΑ του κύριου υποκινητή της ελληνοτουρκικής διένεξης, κλπ.).
Η πηγή της λύσης των προβλημάτων μας βρίσκεται στον αντικειμενικό υλικό κόσμο. Η άρνηση της πρωταρχικότητας της ύλης σε σχέση με τη σκέψη και της πράξης σε σχέση με τη θεωρία είναι το κύριο εμπόδιο που μας βάζουν οι εχθρικές ταξικές πιέσεις και η αστική ιδεολογία. Πρέπει να παλευτεί η μικροαστική ατομικιστική προσέγγιση στα ζητήματα που βάζει η οικοδόμηση του κόμματος και να μπει τέλος στο θεωρητικό παρασιτισμό και σκεπτικισμό της ηγεσίας. Με ευθύνη της ηγεσίας η πιο συστηματική εκστρατεία πρέπει να διεξαχθεί ενάντια σ’ όλες τις μορφές πολιτικού οπορτουνισμού που κυριαρχούν στις σχέσεις μέσα στα ηγετικά όργανα και τους πυρήνες κι όλα τα τμήματα της δουλειάς του κόμματος και που μάς στρέφουν προς τα μέσα μακριά από την επαναστατική κινητοποίηση των μαζών.
Ενάντια στον εργατισμό πρέπει να χαράξουμε έναν επαναστατικό προσανατολισμό προς τις μάζες για την εξουσία. Για την διαπαιδαγώγηση των μαζών, μέσα από τις αναγκαίες εμπειρίες τους, χωρίς τελεσίγραφα. «Το καθήκον του κόμματος είναι να μάθει, μέσα από την πείρα που αφαιρεί από την πάλη, το πώς να αποδείχνει στο προλεταριάτο το δικαίωμα του για ηγεσία», (Λ. Τρότσκι: «Και Τώρα;» ). Ιδιαίτερη προσοχή να δοθεί στη σφυρηλάτηση της συμμαχίας της εργατικής τάξης με την αγροτιά και τα άλλα καταπιεσμένα μικροαστικά στρώματα στη βάση του προγράμματος και των προοπτικών της Διαρκούς Επανάστασης.
Το ζήτημα των ζητημάτων είναι η εκπαίδευση στελεχών. Δεν μπορεί να περιορίζεται σε διαλέξεις και εκδόσεις, αλλά να γίνεται το περιεχόμενο όλης της καθημερινής πραχτικής-θεωρητικής δουλειάς για την οικοδόμηση του Κόμματος, καθοδηγημένης από επαναστατικές προοπτικές.
Η επεξεργασία προοπτικών βασισμένων στη θεωρία της Διαρκούς Επανάστασης δεν μπορεί να αναβληθεί ούτε λεπτό. Είναι η πιο βασική προετοιμασία για το 11ο Συνέδριο του Κόμματος που πρέπει να οργανωθεί με τον πιο προσεχτικό τρόπο.
Ψηφίστηκε από την Κ.Ε. στις 14/12
Ψηφίστηκε από την Δ.Ε. στις 20/12