Marxistbooks> Βιβλιοθήκη> Λένιν> Κράτος και Επανάσταση_a


Β. Ι. Λένιν

ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ
ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΤΟΥ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΤΟΥ ΣΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ
[1].


Γράφτηκε: Αύγουστο-Σεπτέμβρη 1917
Πηγή: Εκδόσεις «Ελεύθερη Ελλάδα», 1970 – (Εκδοτικό του ΚΚΕ στην Ανατολική Ευρώπη)
Αντιγραφή – Επιμέλεια: Θεοδόσης Θωμαδάκης
HTML Markup: Θ. Θωμαδάκης - Ι. Κουκλάκης για τα Μαρξιστικά Βιβλία στο INTERNET, 15 Γενάρη 2010



ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ:

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΕΚΔΟΣΗ
ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΣΤΗ ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΚΔΟΣΗ

a) ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι: Η Ταξική Κοινωνία και το Κράτος
   1. Το Κράτος –Προϊόν των Ασυμφιλίωτων Ταξικών Αντιθέσεων
   2. Οι Ιδιαίτεροι Σχηματισμοί Ένοπλων Ανθρώπων, Φυλακές, κ.τ.λ.
   3. Το Κράτος –Όργανο για την Εκμετάλλευση της Καταπιεζόμενης Τάξης
   4. Η «Απονέκρωση» του Κράτους και η Βίαιη Επανάσταση.

b) ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ: Η Πείρα του 1848-1851
   1. Οι Παραμονές της Επανάστασης
   2. Τα Πορίσματα της Επανάστασης
   3. Η Τοποθέτηση του Ζητήματος από τον Μαρξ το 1852

c) ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΙ: Η Πείρα της Παρισινής Κομμούνας: Η Ανάλυση του Μαρξ
   1. Σε τι Συνίσταται ο Ηρωισμός της Προσπάθειας των Κομμουνάρων;
   2. Με τι Πρέπει να Αντικατασταθεί η Συντριμμένη Κρατική Μηχανή;
   3. Η Κατάργηση του Κοινοβουλευτισμού
   4. Η Οργάνωση της Ενότητας του Έθνους
   5. Η Εκμηδένιση του Κράτους-Παράσιτου

d) ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙV: Συμπληρωματικές Διασαφήσεις του Έγκελς
   1. «Για το Ζήτημα της Κατοικίας»
   2. Η Πολεμική Ενάντια στους Αναρχικούς
   3. Ένα Γράμμα στον Μπέμπελ
   4. Κριτική του Σχεδίου Προγράμματος της Ερφούρτης
   5. Ο Πρόλογος του 1891 στον «Εμφύλιο Πόλεμο» του Μαρξ
   6. Ο Έγκελς για το Ξεπέρασμα της Δημοκρατίας

e) ΚΕΦΑΛΑΙΟ V: Οι Οικονομικές Βάσεις της Απονέκρωσης του Κράτους
   1. Η Τοποθέτηση του Ζητήματος από τον Μαρξ
   2. Το Πέρασμα από τον Καπιταλισμό στον Κομμουνισμό
   3. Η Πρώτη Φάση της Κομμουνιστικής Κοινωνίας
   4. Η Ανώτερη Φάση της Κομμουνιστικής Κοινωνίας

f) ΚΕΦΑΛΑΙΟ VΙ: Εκχυδαϊσμός του Μαρξισμού από τους Οπορτουνιστές
   1. Η Πολεμική του Πλεχάνοφ Ενάντια στους Αναρχικούς
   2. Η Πολεμική του Κάουτσκι προς στους Οπορτουνιστές
   3. Η Πολεμική του Κάουτσκι Ενάντια στον Πάνεκεκ

   ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΕΚΔΟΣΗ

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΡΩΣΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

Το ζήτημα του κράτους αποχτάει σήμερα ιδιαίτερη σπουδαιότητα και από θεωρητική και από πραχτική - πολιτική άποψη. Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος επιτάχυνε και όξυνε εξαιρετικά το προτσές της μετατροπής του μονοπωλιακού καπιταλισμού σε κρατικομονοπωλιακό καπιταλισμό. Η τερατώδικη καταπίεση των εργαζόμενων μαζών από το κράτος, που συγχωνεύεται όλο και πιο στενά με τις παντοδύναμες ενώσεις των κεφαλαιοκρατών, γίνεται όλο και πιο τερατώδικη. Οι προχωρημένες χώρες μετατρέπονται –μιλάμε για τα «μετόπισθέν» τους– σε στρατιωτικά κάτεργα για τους εργάτες.

Οι ανήκουστες φρίκες και συμφορές του πολέμου που παρατείνεται κάνουν ανυπόφορη την κατάσταση των μαζών, δυναμώνουν την αγανάχτηση τους. Ωριμάζει έκδηλα η διεθνής προλεταριακή επανάσταση. Το ζήτημα της στάσης της απέναντι στο κράτος αποκτάει πρακτική σημασία.

Τα στοιχεία του οπορτουνισμού, που συσσωρεύτηκαν μέσα σε δεκαετίες μιας σχετικά ειρηνικής εξέλιξης, δημιούργησαν το ρεύμα του σοσιαλσοβινισμού, που κυριαρχεί στα επίσημα σοσιαλιστικά κόμματα όλου του κόσμου. Το ρεύμα αυτό (Πλεχάνοφ, Πότρεσοφ, Μπρεσκόφσκαγια, Ρουμπανόβιτς, κατόπι, με λιγάκι σκεπασμένη μορφή, οι κ. κ. Τσερετέλι, Τσερνόφ και Σια στη Ρωσία, οι Σάιντεμαν, Λέγκιν, Ντάβιντ κλπ. στη Γερμανία, οι Ρενοντέλ, Γκεντ, Βαντερβέλντε στη Γαλλία και το Βέλγο, ο Χάιντμαν και οι φαβιανοί στην Αγγλία κτλ. κτλ.), σοσιαλισμός στα λόγια, σοβινισμός στην πράξη, το διακρίνει η πρόστυχη λακεδίστικη προσαρμογή των «αρχηγών του σοσιαλισμού» στα συμφέροντα όχι μόνο της «δικής τους» εθνικής αστικής τάξης, μα ιδίως του «δικού τους» κράτους, γιατί οι περισσότερες από τις λεγόμενες μεγάλες Δυνάμεις από καιρό εκμεταλλεύονται και υποδουλώνουν πολλές μικρές και αδύνατες εθνότητες. Κι ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος είναι ίσα-ίσα πόλεμος για το μοίρασμα και το ξαναμοίρασμα αυτού του είδους της λείας. Η πάλη για την απαλλαγή των εργαζόμενων μαζών από την επιρροή της αστικής τάξης γενικά, και της ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης ιδιαίτερα, δεν είναι δυνατή χωρίς την καταπολέμηση των οπορτουνιστικών προλήψεων για το «κράτος».

Θα εξετάσουμε πρώτα τη διδασκαλία του Μαρξ και του Έγκελς για το κράτος και θα σταματήσουμε πολύ λεπτομερειακά στις ξεχασμένες ή οπορτουνιστικά διαστρεβλωμένες πλευρές αυτής της διδασκαλίας. Κατόπι θα καταπιαστούμε ειδικά με τον κύριο εκπρόσωπο αυτών των διαστρεβλώσεων, με τον Καρλ Κάουτσκι, τον πιο γνωστό ηγέτη της Δεύτερης Διεθνούς (1889- 1914), που χρεοκόπησε τόσο αξιοθρήνητα στη διάρκεια του τωρινού πολέμου. Τέλος, θα βγάλουμε τα βασικά συμπεράσματά από την πείρα των ρωσικών επαναστάσεων του 1905 και ιδιαίτερα του 1917. Όπως φαίνεται, τούτη η τελευταία κλείνει σήμερα (αρχές Αυγούστου 1917) την πρώτη φάση της ανάπτυξης της, όλη όμως αυτή η επανάσταση μπορεί γενικά να γίνει κατανοητή μόνο σαν ένας κρίκος στην αλυσίδα των σοσιαλιστικών προλεταριακών επαναστάσεων, που προκαλεί ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος. Το ζήτημα της στάσης της σοσιαλιστικής επανάστασης του προλεταριάτου απέναντι στο κράτος αποχτάει έτσι όχι μόνο πρακτική - πολιτική σημασία, μα και την πιο επίκαιρη σημασία, σαν ζήτημα που ξεκαθαρίζει στις μάζες τι θα πρέπει να κάνουν για να λυτρωθούν στο άμεσο μέλλον από το ζυγό του κεφαλαίου.

Αύγουστος 1917. Ο συγγραφέας

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΣΤΗ ΔΕΥΤΕΡΗ ΡΩΣΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ (1918)

Τούτη, η δεύτερη έκδοση τυπώνεται σχεδόν χωρίς αλλαγές. Προστέθηκε μόνο η 3η παράγραφος στο κεφάλαιο ΙΙ.

Μόσχα, 17 του Δεκέμβρη 1918. Ο συγγραφέας

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι

ΤΑΞΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΣ

1. Το Κράτος –Προϊόν των Ανειρήνευτων Ταξικών Αντιθέσεων [2].

Με τη διδασκαλία του Μαρξ συμβαίνει σήμερα ότι συνέβηκε επανειλημμένα στην ιστορία με τις διδασκαλίες των επαναστατών στοχαστών και αρχηγών των καταπιεζόμενων τάξεων στην πάλη τους για την απελευθέρωση. Όσο ζούσαν οι μεγάλοι επαναστάτες, οι τάξεις των καταπιεστών τους καταδίωκαν συνεχώς και αντιμετώπιζαν τη διδασκαλία τους με την πιο άγρια μανία, με το πιο λυσσασμένο μίσος, με την πιο αχαλίνωτη εκστρατεία ψευτιάς και συκοφαντίας. Ύστερα από το θάνατό τους γίνονται προσπάθειες να τους μετατρέψουν σε άβλαβα εικονίσματα, σα να λέμε, να τους αγιοποιήσουν, να δόσουν κάποια δόξα στο όνομά τους για «παρηγόρια» των καταπιεζόμενων τάξεων και για την αποβλάκωσή τους, ευνουχίζοντας το περιεχόμενο της επαναστατικής διδασκαλίας, στομώνοντας την επαναστατική της αιχμή, εκχυδαΐζοντάς την. Με μια τέτια «επεξεργασία» του μαρξισμού συμφωνάνε σήμερα η αστική τάξη και οι οπορτουνιστές μέσα στο εργατικό κίνημα. Λησμονούν, σβήνουν, διαστρεβλώνουν την επαναστατική πλευρά της διδασκαλίας, την επαναστατική ψυχή της. Προωθούν στην πρώτη γραμμή, εξυμνούν εκείνο που είναι αποδεχτό ή που φαίνεται πως είναι αποδεχτό για την αστική τάξη. Όλοι οι σοσιαλσοβινιστές είναι σήμερα «μαρξιστές» –χωρίς αστεία! Και όλο και πιο συχνά οι γερμανοί αστοί επιστήμονες, χθεσινοί ειδικοί στην εξόντωση του μαρξισμού, μιλάνε για τον «εθνικό-γερμανό» Μαρξ, που διαπαιδαγώγησε τάχα τα τόσο περίφημα οργανωμένα για τη διεξαγωγή του ληστρικού πολέμου συνδικάτα των εργατών!

Μπροστά σε μια τέτια κατάσταση, μπροστά στην ανήκουστη διάδοση των διαστρεβλώσεων του μαρξισμού, χρέος μας είναι πριν απ’ όλα ν’ αποκαταστήσουμε την αληθινή διδασκαλία του Μαρξ για το κράτος. Χρειάζεται γι’ αυτό να παραθέσουμε πάρα πολλές μεγάλες περικοπές από τα ίδια τα έργα του Μαρξ και του Έγκελς. Φυσικά, οι μεγάλες περικοπές θα κάνουν βαριά την έκθεση και δεν θα συμβάλουν διόλου στον εκλαϊκευτικό χαρακτήρα της. Μα είναι εντελώς αδύνατο να τα βγάλουμε πέρα χωρίς αυτές. Πρέπει οπωσδήποτε να παρατεθούν όσο το δυνατόν πληρέστερα όλα ή τουλάχιστο όλα τ’ αποφασιστικά μέρη από τα έργα του Μαρξ και του Έγκελς που αφορούν το ζήτημα του κράτους, για να μπορέσει ο αναγνώστης να σχηματίσει δική του αυτοτελή αντίληψη για το σύνολο των απόψεων των θεμελιωτών του επιστημονικού σοσιαλισμού και για την εξέλιξη αυτών των απόψεων, καθώς και για ν’ αποδειχτεί με ντοκουμέντα και να δειχτεί παραστατικά η διαστρέβλωσή τους από τον «καουτσκισμό» που κυριαρχεί σήμερα.

Ας αρχίσουμε από το πιο διαδομένο έργο του Φρ. Έγκελς: Η Καταγωγή της Οικογένειας, της Ατομικής Ιδιοκτησίας και του Κράτους, που το 1894 βγήκε στη Στουτγάρδη η 6η κιόλας έκδοσή του. Θα χρειαστεί να μεταφράσουμε τις περικοπές από τα γερμανικά πρωτότυπα, γιατί οι ρωσικές μεταφράσεις, μ’ όλο που είναι πολυάριθμες, οι περισσότερες είτε δεν είναι πλήρεις, είτε έχουν γίνει με τρόπο που δεν είναι διόλου ικανοποιητικός.

«Το κράτος –λέει ο Έγκελς, βγάζοντας τα συμπεράσματα από την ιστορική του ανάλυση– δεν είναι καθόλου μια δύναμη που επιβλήθηκε στην κοινωνία απ’ έξω. Το κράτος δεν είναι επίσης “η πραγματικότητα της ηθικής ιδέας”, “η εικόνα και η πραγματικότητα του λογικού”, όπως ισχυρίζεται ο Χέγκελ. Το κράτος είναι προϊόν της κοινωνίας σε ορισμένη βαθμίδα εξέλιξης. Το κράτος είναι η ομολογία ότι η κοινωνία αυτή μπερδεύτηκε σε μιαν άλυτη αντίφαση με τον εαυτό της, διασπάστηκε σε ασυμφιλίωτες αντιθέσεις, που δεν έχει τη δύναμη να τις εξορκίσει. Και για να μη φθείρουν τον εαυτό τους και την κοινωνία σ’ έναν άκαρπο αγώνα αυτές οι αντιθέσεις, οι τάξεις με τ’ αντιμαχόμενα οικονομικά συμφέροντα, έγινε αναγκαία μια δύναμη, που φαινομενικά στέκει πάνω από την κοινωνία, για να μετριάζει τη σύγκρουση, για να την κρατάει μέσα στα όρια της “τάξεως”. Κι η δύναμη αυτή, που προήλθε από την κοινωνία, μα που βάζει τον εαυτό της πάνω απ’ αυτήν, που όλο και περισσότερο αποξενώνεται απ’ αυτήν, είναι το κράτος» (σελ. 177-178 της έκτης γερμανικής έκδοσης).

Εδώ διατυπώνεται με απόλυτη σαφήνεια η βασική ιδέα του μαρξισμού στο ζήτημα του ιστορικού ρόλου και της σημασίας του κράτους. Το κράτος είναι προϊόν και εκδήλωση του ασυμφιλίωτου των ταξικών αντιθέσεων. Το κράτος εμφανίζεται εκεί, τότε και καθόσον, όπου, όταν και εφόσον οι ταξικές αντιθέσεις δεν μπορούν αντικειμενικά να συμφιλιωθούν. Και αντίστροφα: η ύπαρξη του κράτους αποδείχνει ότι οι ταξικές αντιθέσεις είναι ασυμφιλίωτες.

Ακριβώς απ’ αυτό το σπουδαιότατο και θεμελιακό σημείο αρχίζει η διαστρέβλωση του μαρξισμού, που ακολουθεί δυο βασικές γραμμές.

Από τη μια μεριά, οι αστοί και προπάντων οι μικροαστοί ιδεολόγοι –αναγκασμένοι κάτω από την πίεση των αδιαφιλονίκητων ιστορικών γεγονότων ν’ αναγνωρίσουν ότι το κράτος υπάρχει μόνο εκεί που υπάρχουν ταξικές αντιθέσεις και ταξική πάλη– «διορθώνουν» τον Μαρξ με τρόπο που βγαίνει πως το κράτος είναι όργανο συμφιλίωσης των τάξεων. Κατά τον Μαρξ, το κράτος δεν θα μπορούσε ούτε να εμφανιστεί, ούτε να διατηρηθεί, αν ήταν δυνατή μια συμφιλίωση των τάξεων. Σύμφωνα με τους μικροαστούς και φιλισταίους καθηγητές και δημοσιολόγους, –που κάθε τόσο επικαλούνται καλόβουλα τον Μαρξ!– βγαίνει πως το κράτος ίσα-ίσα συμφιλιώνει τις τάξεις. Κατά τον Μαρξ, το κράτος είναι όργανο ταξικής κυριαρχίας, όργανο καταπίεσης μιας τάξης από μιαν άλλη, είναι η δημιουργία της «τάξεως» εκείνης, που νομιμοποιεί και στερεώνει αυτή την καταπίεση, μετριάζοντας τη σύγκρουση των τάξεων. Κατά τη γνώμη των μικροαστών πολιτικών, τάξις είναι ακριβώς η συμφιλίωση των τάξεων κι όχι η καταπίεση της μιας τάξης από μιαν άλλη, γι’ αυτούς μετριασμός της σύγκρουσης σημαίνει συμφιλίωση κι όχι αφαίρεση από τις καταπιεζόμενες τάξεις ορισμένων μέσων και τρόπων πάλης για την ανατροπή των καταπιεστών.

Λογουχάρη, όλοι οι εσέροι (σοσιαλιστές-επαναστάτες) και οι μενσεβίκοι στην επανάσταση του 1917, ακριβώς όταν το ζήτημα της σημασίας και του ρόλου του κράτους ορθώθηκε σ’ όλη του τη μεγαλοπρέπεια, ορθώθηκε πραχτικά, σαν ζήτημα άμεσης δράσης, και μάλιστα δράσης σε μαζική κλίμακα, –όλοι τους κατρακύλησαν μεμιάς και ολοκληρωτικά στη μικροαστική θεωρία της «συμφιλίωσης» των τάξεων από το «κράτος». Οι αναρίθμητες αποφάσεις και τα άρθρα των πολιτικών και των δυο αυτών κομμάτων είναι πέρα για πέρα διαποτισμένα μ’ αυτή τη μικροαστική και φιλισταϊκή θεωρία της «συμφιλίωσης». Το γεγονός ότι το κράτος είναι όργανο κυριαρχίας ορισμένης τάξης, που δεν μπορεί να συμφιλιωθεί με τον αντίποδα της (με την αντίπαλη σ’ αυτήν τάξη), αυτό η μικροαστική δημοκρατία δεν είναι ποτέ σε θέση να το καταλάβει. Η στάση απέναντι στο κράτος είναι, μια από τις πιο εξόφθαλμες εκδηλώσεις τού ότι οι εσέροι και οι μενσεβίκοι μας δεν είναι διόλου σοσιαλιστές (πράγμα που εμείς, οι μπολσεβίκοι, ποτέ δεν πάψαμε να το αποδείχνουμε), αλλά μικροαστοί δημοκράτες με σχεδόν σοσιαλιστική φρασεολογία.

Από την άλλη μεριά, η «καουτσκική» διαστρέβλωση του μαρξισμού είναι πολύ πιο ραφιναρισμένη. «Θεωρητικά» δεν αρνιέται ούτε πως το κράτος είναι όργανο ταξικής κυριαρχίας, ούτε πως οι ταξικές αντιθέσεις είναι ασυμφιλίωτες. Αλλά παραβλέπεται η συγκαλύπτεται τούτο: αν το κράτος είναι προϊόν του ασυμφιλίωτου των ταξικών αντιθέσεων, αν είναι μια δύναμη που στέκει πάνω από την κοινωνία και «όλο και περισσότερο αποξενώνεται από την κοινωνία», γίνεται φανερό πως η απελευθέρωση της καταπιεζόμενης τάξης είναι αδύνατη όχι μόνο χωρίς βίαιη επανάσταση, αλλά και χωρίς καταστροφή του μηχανισμού της κρατικής εξουσίας, που δημιούργησε η κυρίαρχη τάξη και που ενσαρκώνει αυτή την «αποξένωση». Το συμπέρασμα τούτο, που θεωρητικά ήταν σαφές από μόνο του, ο Μαρξ το έβγαλε, όπως θα δούμε πιο κάτω, απολύτως συγκεκριμένα με βάση τη συγκεκριμένη ιστορική ανάλυση των καθηκόντων της επανάστασης. Κι αυτό ακριβώς το συμπέρασμα ο Κάουτσκι –αυτό θα το δείξουμε λεπτομερειακά στην παραπέρα έκθεση μας– το... «ξέχασε» και το διαστρέβλωσε.

2. Οι Ιδιαίτεροι Σχηματισμοί Ένοπλων Ανθρώπων, οι Φυλακές κ.τ.λ.

«...Σε σύγκριση με την παλιά οργάνωση των γενών –συνεχίζει ο Έγκελς– το κράτος το χαρακτηρίζει, πρώτο, ο χωρισμός των υπηκόων του κατά εδαφική περιοχή...».

Αυτός ο χωρισμός μας φαίνεται «φυσικός», στοίχισε όμως μακρόχρονους αγώνες ενάντια στην παλιά οργάνωση κατά γένη και φυλές.

«...Το δεύτερο διακριτικό γνώρισμα είναι η ίδρυση μιας δημόσιας εξουσίας, που δεν συμπίπτει πια άμεσα με τον αυτοοργανωμένο σε ένοπλη δύναμη πληθυσμό. Αυτή η ιδιαίτερη δημόσια εξουσία είναι αναγκαία, γιατί από τότε που η κοινωνία διασπάστηκε σε τάξεις έγινε αδύνατο πια να υπάρχει μια αυτενεργός ένοπλη οργάνωση του πληθυσμού... Αυτή η δημόσια εξουσία υπάρχει σε κάθε κράτος. Αποτελείται όχι μόνον από ένοπλους ανθρώπους, μα και από υλικά εξαρτήματα, από φυλακές και από κάθε λογής ιδρύματα καταναγκασμού, που ήταν άγνωστα στην κοινωνία των γενών...».

Ο Έγκελς αναπτύσσει την έννοια της «δύναμης», που ονομάζεται κράτος, της δύναμης, που προήλθε από την κοινωνία, μα που βάζει τον εαυτό της πάνω απ’ αυτήν και που όλο και περισσότερο αποξενώνεται απ’ αυτήν. Σε τι συνίσταται κυρίως η δύναμη αυτή; Στους ιδιαίτερους σχηματισμούς των ένοπλων ανθρώπων, που έχουν στη διάθεση τους τις φυλακές κλπ.

Έχουμε δικαίωμα να μιλάμε για ιδιαίτερους σχηματισμούς ένοπλων ανθρώπων, γιατί η χαρακτηριστική για κάθε κράτος δημόσια εξουσία «δεν συμπίπτει άμεσα» με τον ένοπλο πληθυσμό, με την «αυτενεργό ένοπλη οργάνωσή» του.

Όπως όλοι οι μεγάλοι επαναστάτες στοχαστές, έτσι κι ο Έγκελς προσπαθεί να στρέψει την προσοχή των συνειδητών εργατών σε κείνο ακριβώς που στους κυριαρχούντες φιλισταίους φαίνεται λιγότερο αξιοπρόσεχτο, σ’ αυτό που τους φαίνεται το πιο συνηθισμένο, το καθαγιασμένο όχι απλώς με σταθερές, μα, μπορούμε να πούμε, με απολιθωμένες προλήψεις. Ο μόνιμος στρατός και η αστυνομία είναι τα κύρια όργανα δύναμης της κρατικής εξουσίας, μα –μήπως μπορεί να γίνει και διαφορετικά;

Από την άποψη της τεράστιας πλειοψηφίας των Ευρωπαίων του τέλους του ΧΙΧ αιώνα, στους οποίους απευθυνόταν ο Έγκελς και οι οποίοι δεν ζήσανε ούτε είδαν από κοντά καμιά μεγάλη επανάσταση, δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά. Αυτοί δεν μπορούν να καταλάβουν καθόλου τι πράγμα είναι αυτή η «αυτενεργός ένοπλη οργάνωση του πληθυσμού». Στο ερώτημα, γιατί παρουσιάστηκε η ανάγκη ιδιαίτερων σχηματισμών από ένοπλους ανθρώπους (αστυνομία, μόνιμος στρατός) που στέκουν πάνω από την κοινωνία και που αποξενώνονται από την κοινωνία, ο δυτικοευρωπαίος και Ρώσος φιλισταίος πάνε ν’ απαιτήσουν με καναδυό φράσεις, δανεισμένες από τον Σπένσερ η τον Μιχαϊλόφσκι, επικαλούμενοι το γεγονός ότι η κοινωνική ζωή έγινε πιο πολύπλοκη, ότι οι λειτουργίες διαφοροποιήθηκαν κλπ.

Η επίκληση αυτή φαίνεται «επιστημονική» και αποκοιμίζει περίφημα το μικροαστό, συσκοτίζοντας το κύριο και βασικό: τη διάσπαση της κοινωνίας σε αδιάλλαχτα εχθρικές τάξεις.

Αν δεν υπήρχε αυτή η διάσπαση, η «αυτενεργός ένοπλη οργάνωση του πληθυσμού» θα διέφερε ως προς την πολυπλοκότητά της, το ύψος της τεχνικής της κτλ. από την πρωτόγονη οργάνωση της αγέλης των πιθήκων, που κρατούσαν στα χέρια ραβδιά, ή των πρωτόγονων ανθρώπων, ή των ανθρώπων που είχαν ενωθεί στις κοινωνίες των γενών, μια τέτια οργάνωση όμως θα ήταν δυνατό να υπάρξει.

Η οργάνωση αυτή είναι αδύνατο να υπάρξει γιατί η κοινωνία του πολιτισμού είναι διασπασμένη σε εχθρικές και μάλιστα αδιάλλαχτα εχθρικές τάξεις, που ο «αυτενεργός» εξοπλισμός τους θα οδηγούσε στον ένοπλο αγώνα ανάμεσα τους. Σχηματίζεται το κράτος, δημιουργείται μια ιδιαίτερη δύναμη, ιδιαίτεροι σχηματισμοί εξοπλισμένων ανθρώπων, και κάθε επανάσταση, καταστρέφοντας τον κρατικό μηχανισμό, μας δείχνει ολοφάνερα πως η κυρίαρχη τάξη προσπαθεί ν’ ανανεώσει τους ιδιαίτερους σχηματισμούς ένοπλων ανθρώπων που την εξυπηρετούν, πως η καταπιεζόμενη τάξη προσπαθεί να δημιουργήσει μια νέα οργάνωση αυτού του είδους, ικανή να εξυπηρετεί όχι τους εκμεταλλευτές, αλλά τους εκμεταλλευόμενους.

Ο Έγκελς με τον πιο πάνω συλλογισμό θέτει θεωρητικά το ίδιο ζήτημα, που θέτει μπροστά μας πρακτικά, παραστατικά και μάλιστα σε κλίμακα μαζικής δράσης κάθε μεγάλη επανάσταση, δηλαδή το ζήτημα της σχέσης ανάμεσα στους «ιδιαίτερους» σχηματισμούς ένοπλων ανθρώπων και στην «αυτενεργό ένοπλη οργάνωση του πληθυσμού». Θα δούμε πως με την πείρα των ευρωπαϊκών και ρωσικών επαναστάσεων το ζήτημα αυτό παρουσιάζεται συγκεκριμένα.

Ας ξαναγυρίσουμε όμως στην έκθεση του Έγκελς.

Ο Έγκελς τονίζει πως κάποτε, λογουχάρη που και που στη Βόρεια Αμερική, η δημόσια αυτή εξουσία είναι αδύναμη (πρόκειται για σπάνια εξαίρεση, στην κεφαλαιοκρατική κοινωνία και για τα μέρη εκείνα τις Βόρειας Αμερικής στην προ-ιμπεριαλιστική της περίοδο, όπου επικρατούσε ο ελεύθερος άποικος), γενικά όμως δυναμώνει:

«...Η δημόσια εξουσία δυναμώνει στο μέτρο που οξύνονται οι ταξικές αντιθέσεις μέσα στο κράτος και στο μέτρο που τα όμορα κράτη μεγαλώνουν σε έκταση και σε πληθυσμό. Ρίχτε μια ματιά μόνο στη σημερινή Ευρώπη, όπου ο ταξικός αγώνας και ο ανταγωνισμός για καταχτήσεις ανέβασαν τη δημόσια δύναμη σε τέτοιο ύψος, που απειλεί να καταβροχθίσει ολόκληρη την κοινωνία, ακόμα και το ίδιο το κράτος...».

Αυτά γράφτηκαν όχι αργότερα από τις αρχές της τελευταίας δεκαετίας του περασμένου αιώνα. Ο τελευταίος πρόλογος του Έγκελς έχει ημερομηνία 16 του Ιούνη 1891. Την εποχή εκείνη η στροφή προς τον ιμπεριαλισμό –και με την έννοια της απόλυτης κυριαρχίας των τραστ, και με την έννοια της παντοδυναμίας των μεγάλων τραπεζών, και με την έννοια της μεγαλεπήβολης αποικιακής πολίτικής κλπ.– μόλις άρχιζε στη Γαλλία, κι ήταν ακόμα πιο αδύνατη στη Βόρεια Αμερική και τη Γερμανία. Από τότε ο «ανταγωνισμός για καταχτήσεις» έκαμε ένα γιγάντιο βήμα προς τα μπρος, πολύ περισσότερο που στις αρχές της δεύτερης δεκαετίας του ΧΧ αιώνα η υδρόγειος βρέθηκε οριστικά μοιρασμένη ανάμεσα σ’ αυτούς τους «ανταγωνιζόμενους κατακτητές», δηλαδή ανάμεσα στις μεγάλες ληστρικές Δυνάμεις. Οι στρατιωτικοί και ναυτικοί εξοπλισμοί μεγάλωσαν από τότε σε απίστευτο βαθμό και ο ληστρικός πόλεμος του 1914-1917 για το ποιος θα, κυριαρχήσει στον κόσμο, η Αγγλία ή η Γερμανία, και για το μοίρασμα της λείας έφερε κοντά την ολοκληρωτική καταστροφή με την «καταβρόχθιση» όλων των δυνάμεων της κοινωνίας από τη ληστρική κρατική εξουσία.

Ο Έγκελς ήξερε ακόμα από το 1891 να τονίζει τον «ανταγωνισμό για καταχτήσεις» σαν ένα από τα σπουδαιότερα διακριτικά γνωρίσματα της εξωτερικής πολιτικής των μεγάλων Δυνάμεων, ενώ οι παλιάνθρωποι του σοσιαλσοβινισμού το 1914-1917, όταν ίσα-ίσα αυτός ο ανταγωνισμός, οξυμένος στο πολλαπλάσιο, γέννησε τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, σκέπαζαν την υπεράσπιση των ληστρικών συμφερόντων της «δικής τους» αστικής τάξης με φράσεις για «υπεράσπιση της πατρίδας», για «άμυνα της δημοκρατίας και της επανάστασης» και με άλλα παρόμοια!

3. Το Κράτος –Όργανο για την Εκμετάλλευση της Καταπιεζόμενης Τάξης

Για τη συντήρηση μιας ιδιαίτερης δημόσιας εξουσίας, που στέκει πάνω από την κοινωνία, χρειάζονται φόροι και δημόσια χρέη.

«Κατέχοντας τη δημόσια εξουσία και το δικαίωμα της είσπραξης φόρων, οι δημόσιοι υπάλληλοι –γράφει ο Έγκελς– στέκουν λοιπόν σαν όργανα της κοινωνίας πάνω από την κοινωνία. Ο ελεύθερος, εθελοντικός σεβασμός, με τον οποίο φέρνονταν στα όργανα του καθεστώτος των γενών, δεν τους αρκεί, κι αν ακόμα θα μπορούσαν να τον έχουν...».

Φτιάχνονται ειδικοί νόμοι για το ιερό και απαραβίαστο των δημόσιων υπαλλήλων.

«Και ο πιο τιποτένιος αστυνομικός υπηρέτης έχει περισσότερο “κύρος”(Autorität) απ’ ό,τι όλα μαζί τα όργανα της κοινωνίας των γενών. Ο ισχυρότερος όμως ηγεμόνας και o μεγαλύτερος πολιτικός άνδρας είτε στρατηγός της εποχής του πολιτισμού θα μπορούσε να ζηλέψει τον πιο άσημο γενάρχη για τον αβίαστο και αναμφισβήτητο σεβασμό με τον οποίο του φέρνονταν».

Εδώ έχει τεθεί το ζήτημα της προνομιακής θέσης των δημοσίων υπαλλήλων σαν οργάνων της κρατικής εξουσίας. Σημειώνεται σαν βασικό: τι είναι αυτό που τους τοποθετεί πάνω από την κοινωνία; Θα δούμε πως έλυσε πραχτικά το θεωρητικό αυτό ζήτημα η Παρισινή Κομμούνα το 1871 και πόσο αντιδραστικά το σκέπαζε ο Κάουτσκι το 1912.

«Επειδή το κράτος γεννήθηκε από την ανάγκη να χαλιναγωγούνται οι ταξικές αντιθέσεις, επειδή όμως ταυτόχρονα γεννήθηκε μέσα στη σύγκρουση των τάξεων αυτών, είναι κατά κανόνα κράτος της πιο ισχυρής, οικονομικά κυρίαρχης τάξης, που με τη βοήθεια του κράτους γίνεται και πολιτικά κυρίαρχη τάξη και αποχτάει έτσι νέα μέσα για την καθυπόταξη και εκμετάλλευση της καταπιεζόμενης τάξης...».

Δεν ήταν μόνο το αρχαίο και το φεουδαρχικό κράτος όργανα εκμετάλλευσης των δούλων και των δουλοπάροικων, μα και το «σύγχρονο αντιπροσωπευτικό κράτος είναι όργανο εκμετάλλευσης της μισθωτής εργασίας από το κεφάλαιο. Σαν εξαίρεση ωστόσο έρχονται περίοδοι όπου οι αντίπαλες τάξεις κρατούν τόσο πολύ την ισορροπία μεταξύ τους, που η κρατική εξουσία, σαν φαινομενικός μεσάζοντας, αποχτάει για μια στιγμή κάποια αυτοτέλεια απέναντι και στις δυο τάξεις...».

Τέτια ήταν η απόλυτη μοναρχία του ΧVII και ΧVΙΙΙ αιώνα, τέτοιος ήταν ο βοναπαρτισμός της πρώτης και δεύτερης αυτοκρατορίας στη Γαλλία, και ο Βίσμαρκ στη Γερμανία.

Τέτια –προσθέτουμε εμείς– είναι η κυβέρνηση του Κερένσκι στη δημοκρατική Ρωσία από τότε που άρχισε τους διωγμούς του επαναστατικού προλεταριάτου σε μια στιγμή που τα Σοβιέτ, εξαιτίας της ηγεσίας των μικροαστών δημοκρατών, είναι πια αδύναμα και η αστική τάξη δεν είναι ακόμα αρκετά δυνατή για να τα διαλύσει άμεσα.

Στη δημοκρατία –συνεχίζει ο Έγκελς– «ο πλούτος εξασκεί την εξουσία του έμμεσα, μα γι’ αυτό και πιο σίγουρα», και συγκεκριμένα, πρώτο, με την «άμεση εξαγορά των δημόσιων υπαλλήλων» (Αμερική), και δεύτερο, με τη «συμμαχία. κυβέρνησης και χρηματιστηρίου» (Γαλλία και Αμερική).

Σήμερα σ’ οποιαδήποτε δημοκρατία ο ιμπεριαλισμός και η κυριαρχία των τραπεζών έχουν «αναπτύξει» σε πολύ μεγάλη τέχνη και τους δυο αυτούς τρόπους υπεράσπισης και άσκησης της παντοδυναμίας του πλούτου. Αν λογουχάρη από τους πρώτους κιόλας μήνες της δημοκρατίας στη Ρωσία, μπορούμε να πουμε στο μήνα του μέλιτος του συνοικεσίου των «σοσιαλιστών» εσέρων και μενσεβίκων με την αστική τάξη στην κυβέρνηση συνασπισμού, ο κ. Παλτσίνσκι σαμποτάριζε όλα τα μέτρα χαλιναγώγησης των κεφαλαιοκρατών και του πλιατσικολογήματος και της διασπάθισης απομέρους τους του δημόσιου ταμείου για τις πολεμικές προμήθειες, αν κατόπιν ο κ. Παλτσίνσκι, που αποχώρησε από την κυβέρνηση (και που αντικαταστάθηκε φυσικά από άλλον εντελώς παρόμοιο Παλτσίνσκι), «αμείφθηκε» από τους κεφαλαιοκράτες με μια θεσούλα με μισθό 120 000 ρούβλια το χρόνο –τι είναι όλα αυτά; άμεση εξαγορά ή έμμεση; Συμμαχία της κυβέρνησης με τα κεφαλαιοκρατικά συνδικάτα η «απλώς» φιλικές σχέσεις; Τι ρόλο παίζουν οι Τσερνόφ και οι Τσερετέλι, οι Αυξέντιεφ και οι Σκόμπελεφ; Είναι «άμεσοι» σύμμαχοι των εκατομμυριούχων - καταχραστών του δημοσίου ή απλώς έμμεσοι;

Η παντοδυναμία του «πλούτου» γι’ αυτό ακριβώς είναι πιο σίγουρη στη δημοκρατία, γιατί δεν εξαρτιέται από ένα κακό πολιτικό περίβλημα του καπιταλισμού. Η δημοκρατία είναι το καλύτερο δυνατό πολιτικό περίβλημα του καπιταλισμού και γι’ αυτό το κεφάλαιο, όταν αποχτήσει (μέσω των Παλτσίνσκι, των Τσερνόφ, των Τσερετέλι και Σία) αυτό το καλύτερο περίβλημα, θεμελιώνει την εξουσία του με τόση ασφάλεια, με τόση σιγουριά, που καμιά αλλαγή ούτε προσώπων, ούτε θεσμών, ούτε κομμάτων μέσα στην αστική δημοκρατία δεν κλονίζει αυτή την εξουσία.

Πρέπει να σημειωθεί ακόμα πως ο Έγκελς με τη μεγαλύτερη κατηγορηματικότητα ονομάζει το γενικό εκλογικό δικαίωμα όργανο κυριαρχίας της αστικής τάξης. Το γενικό εκλογικό δικαίωμα, λέει ο ίδιος, έχοντας ολοφάνερα υπόψη τη μακρόχρονη πείρα της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας, είναι:

«δείχτης ωριμότητας της εργατικής τάξης. Περισσότερο δεν μπορεί να είναι, ούτε και θα είναι ποτέ μέσα στο σημερινό κράτος».

Οι μικροαστοί δημοκράτες σαν τους δικούς μας εσέρους και μενσεβίκους, καθώς και οι αυτάδελφοι τους, όλοι οι σοσιαλσοβινιστές και οπορτουνιστές της Δυτικής Ευρώπης, περιμένουν ακριβώς «περισσότερα» από το γενικό εκλογικό δικαίωμα. Συμμερίζονται οι ίδιοι και υποβάλλουν και στο λαό την απατηλή σκέψη πως τάχα το γενικό εκλογικό δικαίωμα «στο σημερινό κράτος» είναι ικανό να εκφράσει πραγματικά τη θέληση της πλειοψηφίας των εργαζομένων και να κατοχυρώσει την εφαρμογή της στη ζωή.

Εδώ μπορούμε να σημειώσουμε απλώς αυτή την απατηλή σκέψη, να τονίσουμε απλώς ότι η ολότελα σαφής, ακριβολογημένη και συγκεκριμένη δήλωση του Έγκελς παραμορφώνεται σε κάθε βήμα της προπαγάνδας και της ζύμωσης των «επίσημων» (δηλαδή των οπορτουνιστικών) σοσιαλιστικών κομμάτων. Με την έκθεση των απόψεων του Μαρξ και του Έγκελς για το «σημερινό» κράτος που θ’ ακολουθήσει ξεκαθαρίζουμε λεπτομερειακά όλη την ψευτιά της σκέψης, που απορρίπτει εδώ ο Έγκελς.

Το γενικό πόρισμα των απόψεών του ο Έγκελς το δίνει με τα παρακάτω λόγια στο πιο εκλαϊκευμένο έργο του:

«Το κράτος λοιπόν δεν υπάρχει από καταβολής κόσμου. Υπήρξαν κοινωνίες, που τα βγάζανε πέρα χωρίς αυτό, που δεν είχαν ιδέα για κράτος και κρατική εξουσία. Σε μιαν ορισμένη βαθμίδα της οικονομικής εξέλιξης, που συνδεόταν αναγκαστικά με τη διάσπαση της κοινωνίας σε τάξεις, το κράτος έγινε αναγκαιότητα εξαιτίας αυτής της διάσπασης. Πλησιάζουμε τώρα με βήματα γοργά σε μια τέτια βαθμίδα ανάπτυξης της παραγωγής, όπου η ύπαρξη αυτών των τάξεων όχι μόνο έπαψε ν’ αποτελεί αναγκαιότητα, μα και γίνεται πραγματικά εμπόδιο της παραγωγής. Οι τάξεις θα εξαφανιστούν τόσο αναπόφευκτα, όσο αναπόφευκτα είχαν γεννηθεί στο παρελθόν. Με την εξαφάνιση των τάξεων θα εξαφανιστεί αναπόφευκτα και το κράτος. Η κοινωνία, που θα οργανώσει με νέο τρόπο την παραγωγή πάνω στη βάση της ελεύθερης και ισότιμης ένωσης των παραγωγών, θα στείλει ολόκληρη την κρατική μηχανή εκεί, όπου θα είναι τότε η θέση της: στο μουσείο των αρχαιοτήτων, δίπλα στο ροδάνι και στο μπρούντζινο τσεκούρι».

Δεν συναντάς και τόσο συχνά αυτό το χωρίο στην προπαγανδιστική και διαφωτιστική φιλολογία της σημερινής σοσιαλδημοκρατίας. Μα και όταν το συναντάς, τις πιο πολλές φορές το αναφέρουν με τρόπο που λες και κάνουν μετάνοιες μπροστά σε εικόνισμα, δηλαδή για να εκφράσουν επίσημα τα σέβη τους στον Έγκελς, χωρίς καμιά προσπάθεια να εμβαθύνουν στο πόσο πλατύ και βαθύ αναφτέρωμα της επανάστασης προϋποθέτει αυτό το «στάλσιμο ολόκληρης της κρατική μηχανής στο μουσείο των αρχαιοτήτων». Τις πιο πολλές φορές μάλιστα φαίνεται πως δεν καταλαβαίνουν τι πράγμα ονομάζει ο Έγκελς κρατική μηχανή.

4. Η «Απονέκρωση» του Κράτους και η Βίαιη Επανάσταση

Τα λόγια του Έγκελς για την «απονέκρωση» του κράτους είναι τόσο πολύ γνωστά, αναφέρονται τόσο συχνά, δείχνουν τόσο ανάγλυφα που βρίσκεται η ουσία της συνηθισμένης πλαστογράφησης του μαρξισμού και της μετατροπής του σε οπορτουνισμό, που χρειάζεται να σταθούμε σ’ αυτά λεπτομερειακά. Παραθέτουμε όλο το συλλογισμό, απ’ όπου έχουν παρθεί:

«Το προλεταριάτο παίρνει την κρατική εξουσία και μετατρέπει τα μέσα παραγωγής πρώτα σε κρατική ιδιοκτησία. Έτσι όμως καταργεί τον ίδιο τον εαυτό του σαν προλεταριάτο, έτσι καταργεί όλες τις ταξικές διαφορές και ταξικές αντιθέσεις και μαζί και το κράτος σαν κράτος. Η ως τα τώρα κοινωνία, που κινείται μέσα σε ταξικές αντιθέσεις, είχε ανάγκη από το κράτος, δηλαδή από μια οργάνωση της κάθε φορά εκμεταλλεύτριας τάξης για να διατηρεί τους εξωτερικούς της όρους παραγωγής, δηλαδή κυρίως για να κρατάει με τη βία την εκμεταλλευόμενη τάξη κάτω από τους δοσμένους όρους καταπίεσης που καθορίζονται από τον υπάρχοντα τρόπο παραγωγής (δουλεία, δουλοπαροικία, μισθωτή εργασία). Το κράτος ήταν ο επίσημος εκπρόσωπος ολόκληρης της κοινωνίας, η συνένωσή της σε ένα ορατό σωματείο, ήταν όμως τέτοιο μόνο εφόσον ήταν το κράτος της τάξης εκείνης, που για την εποχή της εκπροσωπούσε η ίδια ολόκληρη την κοινωνία: στην αρχαιότητα ήταν κράτος των δουλοχτητών-πολιτών, στο μεσαίωνα –της φεουδαρχικής αριστοκρατίας, σήμερα –της αστικής τάξης. Όταν το κράτος γίνει επιτέλους πραγματικά εκπρόσωπος ολόκληρης της κοινωνίας, τότε θα κάνει μόνο του περιττό τον εαυτό του. Από τη στιγμή που δεν θα υπάρχει πια καμιά κοινωνική τάξη που να χρειάζεται να κρατιέται σε καταπίεση, από τη στιγμή που μαζί με την ταξική κυριαρχία, μαζί με τον αγώνα για την ξεχωριστή ύπαρξη, που οφείλεται στην ως τα τώρα αναρχία της παραγωγής, θα παραμεριστούν και οι συγκρούσεις και τα έκτροπα που πηγάζουν απ’ αυτόν τον αγώνα, από τη στιγμή αυτή δεν θα υπάρχει τι να καταπιέζεται, πράγμα που έκανε αναγκαία μιαν ιδιαίτερη δύναμη καταπίεσης, το κράτος. Η πρώτη πράξη με την οποία το κράτος προβάλλει πραγματικά σαν εκπρόσωπος ολόκληρης της κοινωνίας –το πάρσιμο στην κατοχή του των μέσων παραγωγής εξονόματος της κοινωνίας– είναι ταυτόχρονα και η τελευταία αυτοτελής πράξη του σαν κράτος. Η ανάμειξη μιας κρατικής εξουσίας στις κοινωνικές σχέσεις γίνεται τότε περιττή στον ένα τομέα ύστερα από τον άλλο και από μόνη της αποκοιμιέται. Στη θέση της διακυβέρνησης προσώπων μπαίνει η διαχείριση πραγμάτων και η διεύθυνση προτσές παραγωγής. Το κράτος δεν “καταργείται”, μα απονεκρώνεται. Με βάση αυτά πρέπει να κρίνουμε τη φράση για το “ελεύθερο λαϊκό κράτος”, δηλ. τόσο από την άποψη της προσωρινής προπαγανδιστικής δικαιολόγησής της, όσο και από την άποψη της οριστικής επιστημονικής της ανεπάρκειας. Με βάση αυτά πρέπει επίσης να κρίνουμε το αίτημα των λεγόμενων αναρχικών πως “το κράτος πρέπει να καταργηθεί από τη μια μέρα στην άλλη”, (Αντι-Ντίριγκ, «Η Ανατροπή τις Επιστήμης από τον κύριο Όιγκεν Ντίριγκ», σελ. 301- 303 της 3ης γερμ. έκδ.).

Χωρίς φόβο να πέσουμε έξω, μπορούμε να πούμε πως απ’ αυτόν τον εξαιρετικά πλούσιο σε ιδέες συλλογισμό του Έγκελς, πραγματικό κτήμα της σοσιαλιστικής σκέψης των σημερινών σοσιαλιστικών κομμάτων έγινε μόνο η θέση ότι κατά τον Μαρξ το κράτος «απονεκρώνεται», σε διάκριση από την αναρχική διδασκαλία για την «κατάργηση» του κράτους. Ένα τέτοιο κουτσούρεμα του μαρξισμού σημαίνει αναγωγή του σε οπορτουνισμό, γιατί από μια τέτια ερμηνεία δεν μένει παρά μια θολή αντίληψη για μια αργή, ομαλή, βαθμιαία μεταβολή, για την απουσία αλμάτων και θυελλών, για την απουσία της επανάστασης. Η «απονέκρωση» του κράτους στην τρέχουσα, γενικά διαδομένη, μαζική, αν μπορούμε να εκφραστούμε έτσι, αντίληψη σημαίνει αναμφισβήτητα συγκάλυψη, αν όχι άρνηση της επανάστασης.

Και όμως μια τέτια «ερμηνεία» αποτελεί την πιο χοντροκομμένη παραμόρφωση του μαρξισμού, που συμφέρει μόνο στην αστική τάξη και που στηρίζεται θεωρητικά στο ξέχασμα των σπουδαιότερων γεγονότων και συλλογισμών, που αναφέρονται έστω και μόνο στον ίδιο «συνοπτικό» συλλογισμό του Έγκελς που τον παραθέσαμε ολόκληρο.

Πρώτο. Στην αρχή-αρχή αυτού του συλλογισμού ο Έγκελς λέει πως το προλεταριάτο, παίρνοντας την κρατική εξουσία, «καταργεί έτσι το κράτος σαν κράτος». Δεν «συνηθίζουν» να σκέφτονται τι σημαίνουν αυτά τα λόγια. Συνήθως είτε τα αγνοούν ολότελα, είτε τα θεωρούν σαν ένα είδος «χεγκελιανής αδυναμίας» του Έγκελς. Στην πραγματικότητα μέσα σ’ αυτά τα λόγια εκφράζεται σύντομα η πείρα μιας από τις μεγαλύτερες προλεταριακές επαναστάσεις, η πείρα της Παρισινής Κομμούνας του 1871, που γι’ αυτήν θα μιλήσουμε πιο λεπτομερειακά στην κατάλληλη θέση. Στην πραγματικότητα ο Έγκελς μιλάει εδώ για «κατάργηση» του κράτους της αστικής τάξης από την προλεταριακή επανάσταση, ενώ η φράση για την απονέκρωση αναφέρεται στ’ απομεινάρια του προλεταριακού κράτους ύστερα από τη σοσιαλιστική επανάσταση. Το αστικό κράτος δεν «απονεκρώνεται», κατά τον Έγκελς, μα «καταργείται» από το προλεταριάτο στην επανάσταση. Ύστερα απ’ αυτή την επανάσταση απονεκρώνεται το προλεταριακό κράτος ή μισοκράτος.

Δεύτερο. Το κράτος είναι μια «ιδιαίτερη δύναμη καταπίεσης». Αυτός ο μεγαλειώδης και εξαιρετικά βαθύς ορισμός του Έγκελς δίνεται εδώ με τέλεια σαφήνεια. Και από τον ορισμό αυτό βγαίνει πως η «ιδιαίτερη δύναμη καταπίεσης» του προλεταριάτου από την αστική τάξη, των εκατομμυρίων εργαζομένων από μερικές χούφτες πλουσίων πρέπει ν’ αντικατασταθεί με μια «ιδιαίτερη δύναμη καταπίεσης» της αστικής τάξης από το προλεταριάτο (δικτατορία του προλεταριάτου). Σ’ αυτό ακριβώς συνίσταται η «κατάργηση του κράτους σαν κράτους». Σ’ αυτό ακριβώς συνίσταται η «πράξη» του παρσίματος στην κατοχή του των μέσων παράγωγης εξονόματος της κοινωνίας. Και είναι ολοφάνερο από μόνο του πως μια τέτια αντικατάσταση της μιας (της αστικής) «ιδιαίτερης δύναμης» με μιαν άλλη (με την προλεταριακή) «ιδιαίτερη δύναμη» δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να γίνει με τη μορφή της «απονέκρωσης».

Τρίτο. Για «απονέκρωση» και μάλιστα, ακόμα πιο ανάγλυφα και πιο παραστατικά, για «αποκοίμισμα» μιλάει ο Έγκελς με απόλυτη σαφήνεια και κατηγορηματικότητα σχετικά με την εποχή ύστερα από «το πάρσιμο στην κατοχή του κράτους των μέσων παραγωγής εξονόματος ολόκληρης της κοινωνίας», δηλαδή ύστερα από τη σοσιαλιστική επανάσταση. Όλοι μας ξέρουμε πως η πολιτική μορφή του «κράτους» αυτή την περίοδο είναι η πιο πλέρια δημοκρατία. Μα σε κανένα από τους οπορτουνιστές, που ξεδιάντροπα διαστρεβλώνουν το μαρξισμό, δεν τούρχεται στο νου ότι συνεπώς εδώ ο Έγκελς μιλάει για «αποκοίμισμα» και «απονέκρωση» της δημοκρατίας. Από πρώτη ματιά αυτό φαίνεται πολύ παράξενο. «Ακατανόητο» όμως είναι μόνο για όποιον δεν βάθυνε στο ζήτημα ότι η δημοκρατία είναι επίσης κράτος και ότι, συνεπώς, και η δημοκρατία θα εξαφανιστεί επίσης, όταν θα εξαφανιστεί το κράτος. Το αστικό κράτος μπορεί να το «καταργήσει» μόνον η επανάσταση. Το κράτος γενικά, δηλαδή η πιο πλέρια δημοκρατία, μπορεί μόνο «ν’ απονεκρωθεί».

Τέταρτο. Αφού διατύπωσε την περίφημη θέση του ότι «το κράτος απονεκρώνεται», ο Έγκελς εξηγεί αμέσως συγκεκριμένα ότι η θέση αυτή στρέφεται και ενάντια στους οπορτουνιστές και ενάντια στους αναρχικούς. Συνάμα από τη θέση για την «απονέκρωση του κράτους» ο Έγκελς βάζει στην πρώτη σειρά το συμπέρασμα εκείνο, που στρέφεται ενάντια στους οπορτουνιστές.

Μπορεί κανείς να στοιχηματίσει πως από τους 10.000 ανθρώπους, που διάβασαν ή άκουσαν για την «απονέκρωση» του κράτους, οι 9.990 δεν ξέρουν ή δεν θυμούνται διόλου ότι ο Έγκελς τα συμπεράσματά του απ’ αυτή τη θέση τα έστρεφε όχι μόνο ενάντια στους αναρχικούς. Και από τους υπόλοιπους δέκα ανθρώπους ασφαλώς οι εννιά δεν θα ξέρουν τι είναι το «ελεύθερο λαϊκό κράτος» και γιατί η επίθεση ενάντια σ’ αυτό το σύνθημα είναι και επίθεση ενάντια στους οπορτουνιστές. Έτσι γράφεται η ιστορία! Έτσι νοθεύεται και προσαρμόζεται απαρατήρητα στον κυρίαρχο φιλισταϊσμό η μεγάλη επαναστατική διδασκαλία. Το συμπέρασμα ενάντια στους αναρχικούς επαναλαβαινόταν χιλιάδες φορές, εκχυδαϊζόταν, καρφωνόταν στα κεφάλια με τη μεγαλύτερη απλούστευση κι απόχτησε τη σταθερότητα της πρόληψης. Ενώ το συμπέρασμα ενάντια στους οπορτουνιστές το συγκάλυπταν και το «ξεχνούσαν»!

Το «ελεύθερο λαϊκό κράτος» αποτελούσε προγραμματική διεκδίκηση και συνηθισμένο σύνθημα των γερμανών σοσιαλδημoκρατών στη δεκαετία 1870 - 1880. Στο σύνθημα αυτό δεν υπάρχει κανένα πολιτικό περιεχόμενο, εκτός από τη μικροαστική στομφώδη περιγραφή της έννοιας της δημοκρατίας. Στο βαθμό που μ’ αυτό το σύνθημα κάνανε νόμιμα υπαινιγμό για τη λαοκρατική δημοκρατία, στον ίδιο βαθμό ο Έγκελς ήταν πρόθυμος για λόγους ζύμωσης «να δικαιολογήσει» «για ένα διάστημα» αυτό το σύνθημα. Το σύνθημα όμως αυτό ήταν οπορτουνιστικό, γιατί εξέφραζε όχι μόνο τον εξωραϊσμό της αστικής δημοκρατίας, μα και την μη κατανόηση της σοσιαλιστικής κριτικής κάθε κράτους γενικά. Εμείς είμαστε υπέρ της λαοκρατικής δημοκρατίας, σαν την καλύτερη για το προλεταριάτο μορφή κράτους στον καπιταλισμό, δεν έχουμε όμως το δικαίωμα να ξεχνάμε ότι η μισθωτή δουλεία είναι η μοίρα του λαού ακόμα και στην πιο λαοκρατική αστική δημοκρατία. Παρακάτω. Κάθε κράτος είναι «μια ιδιαίτερη δύναμη καταπίεσης» της καταπιεζόμενης τάξης. Γι’ αυτό κάθε κράτος είναι ανελεύθερο και όχι λαϊκό. Ο Μαρξ κι ο Έγκελς το εξήγησαν αυτό επανειλημμένα στους κομματικούς τους συντρόφους στη δεκαετία 1870 - 1880.

Πέμπτο. Στο ίδιο έργο του Έγκελς, απ’ όπου όλοι θυμούνται το συλλογισμό για την απονέκρωση του κράτους, υπάρχει ο συλλογισμός για τη σημασία της βίαιης επανάστασης. Η ιστορική εκτίμηση του ρόλου της μεταβάλλεται στο έργο του Έγκελς σε αληθινό πανηγυρικό της βίαιης επανάστασης. Αυτό «κανένας δεν το θυμάται», για τη σημασία αυτής της σκέψης δεν συνηθίζουν να μιλάνε και ούτε καν να σκέφτονται μέσα στα σημερινά σοσιαλιστικά κόμματα, στην καθημερινή προπαγάνδα και ζύμωση μέσα στις μάζες οι σκέψεις αυτές δεν παίζουν κανένα ρόλο. Και όμως συνδέονται αδιάσπαστα σ’ ένα αρμονικό σύνολο με την «απονέκρωση» του κράτους.

Να αυτός ο συλλογισμός του Έγκελς:

«...Ότι όμως η βία παίζει στην ιστορία κι έναν άλλο ρόλο» (εκτός από το ρόλο του δράστη του κακού), «ρόλο επαναστατικό, ότι, όπως λέει ο Μαρξ, είναι η μαμή κάθε παλιάς κοινωνίας, που κυοφορεί μια νέα, ότι η βία είναι το όργανο, που με αυτό επιβάλλεται το κοινωνικό κίνημα και σπάει τις απολιθωμένες, απονεκρωμένες πολιτικές μορφές –για όλα αυτά δεν θα βρούμε ούτε λέξη στον κ. Ντίριγκ. Μόνο βαρυγκωμώντας και αναστενάζοντας δέχεται την πιθανότητα πως για το γκρέμισμα της οικονομίας, που στηρίζεται στην εκμετάλλευση, θα χρειαστεί ίσως η βία –δυστυχώς, βλέπετε γιατί κάθε χρήση βίας διαφθείρει τάχα αυτόν που την χρησιμοποιεί. Κι αυτά λέγονται παρ’ όλη την υψηλή ηθική και πνευματική ανάταση, σαν αποτέλεσμα κάθε νικηφόρας επανάστασης! Κι αυτά λέγονται στη Γερμανία, όπου μια βίαιη σύγκρουση, που άλλωστε μπορούν και να την επιβάλουν στο λαό, θά ’χει τουλάχιστον το πλεονέκτημα να ξεπατώσει το πνεύμα της δουλοπρέπειας, που εισχώρησε στην εθνική συνείδηση από την ταπείνωση του Τριακονταετούς Πολέμου. Κι αυτός ο θαμπός, άχυμος και αναιμικός κατηχητικός τρόπος σκέψης έχει την αξίωση να επιβληθεί στο πιο επαναστατικό κόμμα, που γνώρισε η ιστoρία;» (σελ. 193 της 3ης γερμ. έκδ., τέλος του 4ου κεφαλαίου του ΙΙ μέρους).

Πώς μπορούμε να ενώσουμε σε μια διδασκαλία αυτό τον πανηγυρικό της βίαιης επανάστασης, που ο Έγκελς τον προσφέρει επίμονα στους γερμανούς σοσιαλδημοκράτες από το 1878 ως το 1894, δηλαδή ως το θάνατο του, με τη θεωρία της «απονέκρωσης» του κράτους;

Συνήθως ενώνουν το ένα με το άλλο με τη βοήθεια του εκλεκτικισμού, αποσπώντας αυθαίρετα ή για ν’ αρέσουν σ’ αυτούς που βρίσκονται στην εξουσία), χωρίς ιδεολογική συνέπεια και σoφιστικά πότε τον ένα και πότε τον άλλο συλλογισμό και συνάμα στις ενενήντα εννιά περιπτώσεις από τις εκατό, αν όχι πιο συχνά, προβάλλουν στην πρώτη γραμμή ίσα - ίσα την «απονέκρωση». Η διαλεχτική αντικατασταίνεται με τον εκλεκτικισμό: αυτό είναι το πιο συνηθισμένο, το πιο διαδομένο φαινόμενο στην επίσημη σοσιαλδημοκρατική φιλολογία των ημερών μας, σ’ ότι αφορά το μαρξισμό. Η αντικατάσταση αυτή δεν αποτελεί βέβαια κάτι το καινούριο, είχε παρατηρηθεί μάλιστα και στην ιστορία της κλασικής ελληνικής φιλοσοφίας. Όταν με την παραποίηση παρουσιάζουν τον οπορτουνισμό για μαρξισμό, η παραποίηση του εκλεχτικισμού και η παρουσίασή του σαν διαλεκτική ξεγελάει πιο εύκολα τις μάζες, προσφέρει μια φαινομενική ικανοποίηση, παίρνει δήθεν υπόψη όλες τις πλευρές του προτσές, όλες τις τάσεις της εξέλιξης, όλες τις αντιφατικές επιδράσεις κτλ., ενώ στην πράξη δεν δίνει καμιά ενιαία και επαναστατική αντίληψη του προτσές της κοινωνικής εξέλιξης.

Πιο πάνω μιλήσαμε κιόλας και θα δείξουμε πιο λεπτομερειακά στην παραπέρα έκθεσή μας πως η διδασκαλία του Μαρξ και του Έγκελς για το ότι είναι αναπόφευκτη η βίαιη επανάσταση αναφέρεται στο αστικό κράτος. Το αστικό κράτος δεν μπορεί να το αντικαταστήσει το προλεταριακό κράτος (η δικτατορία του προλεταριάτου) με την «απονέκρωση», αλλά κατά γενικό κανόνα μόνο με τη βίαιη επανάσταση. Το εγκώμιο που της έψαλε ο Έγκελς και που ανταποκρίνεται πέρα για πέρα στις επανειλημμένες δηλώσεις του Μαρξ –(ας θυμηθούμε το τέλος της Αθλιότητας της Φιλοσοφίας και του Κομμουνιστικού Μανιφέστου με την περήφανη, ανοικτή δήλωση για το ότι είναι αναπόφευκτη η βίαιη επανάσταση, ας θυμηθούμε την κριτική του Προγράμματος της Γκότα του 1875, γραμμένη σχεδόν ύστερα από 30 χρόνια όπου ο Μαρξ μαστιγώνει αμείλιχτα τον οπορτουνισμό αυτού του προγράμματος)– το εγκώμιο αυτό δεν είναι διόλου «συνεπαρμός», δεν είναι διόλου απαγγελία, ούτε ξέσπασμα πολεμικής. Η ανάγκη της συστηματικής διαπαιδαγώγησης των μαζών στο πνεύμα αυτής και μόνο αυτής της άποψης για τη βίαιη επανάσταση βρίσκεται στη βάση όλης της διδασκαλίας του Μαρξ και του Έγκελς. Η προδοσία της διδασκαλίας τους από τα σοσιαλσοβινιστικά και καουτσκικά ρεύματα, που κυριαρχούν σήμερα, εκφράζεται ιδιαίτερα ανάγλυφα στο γεγονός ότι και τα πρώτα και τα δεύτερα λησμονούν αυτή την προπαγάνδα, αυτή τη ζύμωση.

Η αντικατάσταση του αστικού κράτους με το προλεταριακό είναι αδύνατη χωρίς βίαιη επανάσταση. Η κατάργηση του προλεταριακού κράτους, δηλαδή η κατάργηση κάθε κράτους δεν είναι δυνατό να γίνει διαφορετικά παρά με την «απονέκρωση».

Ο Μαρξ και ο Έγκελς ανάπτυσσαν λεπτομερειακά και συγκεκριμένα τις απόψεις αυτές, μελετώντας κάθε ξεχωριστή επαναστατική κατάσταση, αναλύοντας τα διδάγματα της πείρας κάθε ξεχωριστής επανάστασης. Περνούμε τώρα σ’ αυτό το οπωσδήποτε πιο σπουδαίο μέρος της διδασκαλίας τους.

Επόμενο: Η Πείρα του 1848-1851

Πίσω στα Αρχεία Νικολάι Λένιν
Πίσω στη Μαρξιστική Βιβλιοθήκη

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
——————

[1]. Δημοσιεύεται σύμφωνα με το κείμενο της μπροσούρας του εκδοτικού «Κόμμουνιστ», 1919, που παραβλήθηκε με το χειρόγραφο και με την έκδοση του 1918. –Εκδότης.

[2]. Αντίθεση και Αντίφαση. Να μια υποσημείωση που έχουμε καταχωρήσει στο έργο του Τρότσκι: Η Τρίτη Διεθνής μετά τον Λένιν σ’ ότι αφορά τη διάκρισή τους:

1) Ακολουθώντας τη μέθοδο του «πατερούλη» Στάλιν, οι σταλινικοί του ΚΚΕ έχουν δημιουργήσει ένα πραγματικό κομφούζιο γύρω από τους όρους Αντίφαση (Contradiction) και Αντίθεση (Opposition ή Anti-thesis). Και η πιο ολοκληρωμένη έκφραση αυτής της σύγχυσης φώλιασε στα «Άπαντα» του Λένιν και προπαντός στα «Φιλοσοφικά Τετράδιά» του. Η «παράδοση» αυτή εκφράστηκε και στη δική μας μετάφραση, οδηγώντας στη λαθεμένη απόδοση του όρου Contradiction (σαν Αντίθεση) σ’ ολόκληρο αυτό το έργο του Τρότσκι. Αργότερα εγκαθιδρύσαμε ότι στη διαδικασία της Φύσης και της ανθρώπινης κοινωνίας όπως και στο προτσές της αντανάκλασης Contradiction είναι η Αντίφαση και Opposition η Αντίθεση που πολλές φορές στις κύριες ευρωπαϊκές γλώσσες εμφανίζεται με την ελληνική της παραλλαγή ως Anti-thesis (Αντί-θεση). Πρέπει, όμως, να είναι καθαρό ότι η Αντίθεση είναι μια μη αναπτυγμένη Αντίφαση –μια στιγμή, μια φάση στην αυτο-ανάπτυξη της Αντίφασης που ενυπάρχει ως έμβρυο σε κάθε Ταυτότητα του αντικειμενικού κόσμου και αναπτύσσεται σε Διαφορά και σε Αντίθεση πριν να ολοκληρωθεί σε καθαυτό Αντίφαση και να λυθεί. Είναι αυτό το προτσές που αντανακλάται και στη σκέψη του ανθρώπου. Γι’ αυτό ο αναγνώστης, διαβάζοντας τη νέα (φωτοτυπική) έκδοση της Τρίτης Διεθνούς μετά τον Λένιν, πρέπει να αντικαταστήσει τον όρο Αντίθεση με τον όρο Αντίφαση –(Σελ. 22).

2) Νά επίσης τι γράφει το σοβιετικό «Φιλοσοφικό Λεξικό» στο λήμμα «Αντίφαση»:

Τα στάδια ανάπτυξης της Αντίφασης στην ουσία των αντικειμένων περιλαμβάνουν Ταυτότητα, Διαφορά, Αντίθεση και Αντίφαση ή καθαυτό Αντίφαση. Έτσι, η κατηγορία της Αντίφασης χαρακτηρίζει όλα τα στάδια ανάπτυξης της Αντίφασης στην ουσία των αντικειμένων καθώς και το ανώτατο στάδιό της. Η Ταυτότητα είναι ήδη ένα έμβρυο της Αντίφασης, εφόσον το παλιό, ουσιαστικά ταυτόσημο με τον εαυτό του περιέχει τις προϋποθέσεις του νέου, δηλαδή των στοιχείων που το διακρίνουν από τον εαυτό του, μ’ όλο που είναι υποταγμένα στην Ταυτότητα. Η Διαφορά είναι επίσης μια μη αναπτυγμένη Αντίφαση, γιατί το νέο ήρθε σε ύπαρξη μέσα στο παλιό και συνεχίζει να αυξάνεται από αυτό και σε σύνδεση μαζί του, παρά το γεγονός ότι η συνύπαρξη παλιού και νέου έρχεται στο προσκήνιο. Στην Αντίθεση, η Αντίφαση αναπτύσσεται σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό, έτσι που να κυριαρχει η άρνηση του παλιού από το νέο. Εδώ το νέο αναδύεται επίσης από το παλιό και αποκαλύπτει τους εσωτερικούς δεσμούς του με το τελευταίο: το νέο βεβαιώνει τον εαυτό του αρνούμενο το παλιό. Στο ανώτατο στάδιο της Αντίφασης ή στο στάδιο της καθαυτής Αντίφασης, το νέο ολοκληρώνει την άρνηση, την μεταμόρφωση του παλιού και το εμπεριέχει σε μια μεταμορφωμένη, ξεπερασμένη μορφή του, σαν δικό του στοιχείο.

3) Δες επίσης τον όρο «Αντίφαση Διαλεκτική» στο Φιλοσοφικό Λεξικό του Καπόπουλου γραμμένο από τον Καθηγητή Δημήτρη Πατέλη. Γράφει:

«...Η Αντίφαση που εξετάζει η διαλεκτική είναι ο πυρήνας της νομοτέλειας και η πηγή της ανάπτυξης του οργανικού όλου, καθώς αναπτύσσεται και η ίδια, διανύοντας τις βαθμίδες της Ταυτότητας*, της Διάκρισης*, της Αντίθεσης* και της Αντίφασης* (είτε της καθαυτής Αντίφασης).

–Η ταύτιση συνιστά εμβρυώδη Αντίφαση δεδομένου ότι το παλαιό, ουσιωδώς ταυτόσημο του εαυτού του, εμπεριέχει προϋποθέσεις του νέου...

–Η διάκριση επίσης είναι μια μη αναπτυγμένη πλήρως Αντίφαση.

–Παραπέρα ανάπτυξη της Αντίφασης συνιστά η Αντίθεση...

–Στην ανώτατη βαθμίδα της Αντίφασης (καθαυτή Αντίφαση) το νέο ολοκληρώνει την άρνηση, τον μετασχηματισμό του παλαιού»... (Θ.Θ.).