ΠΩΣ Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΥΠΙΚΗ ΣΚΕΨΗ
ΑΠΟΣΥΝΤΙΘΕΤΑΙ ΚΑΙ ΚΑΤΡΑΚΥΛΑ
ΣΤΟΝ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΟ ΙΔΕΑΛΙΣΜΟ
(Πρόλογος στην Ελληνική έκδοση του βιβλίου του Τζέρι Χίλι:
«Υλιστική Διαλεκτική και Πολιτική Επανάσταση»)
Η σημαντική αυτή εργασία του Τζέρι Χίλι είναι το πιο υψηλό σημείο στο οποίο έχει φθάσει στις μέρες μας η πάλη για την ανάπτυξη της μαρξιστικής μεθόδου. Ενσωματώνοντας σ’ ένα ανώτερο επίπεδο τις φιλοσοφικές συνεισφορές των προκατόχων του, ιδιαίτερα του Λένιν και του Τρότσκι στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα, μας άφησε ένα αναντικατάστατο εγχειρίδιο εργασίας –ένα πραγματικό όπλο στην πάλη για την παραπέρα ανάπτυξη του διαλεκτικού υλισμού ως οδηγού στην επαναστατική απελευθερωτική πράξη της διεθνούς εργατικής τάξης και των συμμάχων της.
Στην πάλη του να ανταποκριθεί στο «καθήκον που μας κληροδότησε ο Λένιν για τη δημιουργία μιας Λογικής (με κεφαλαίο Λ)», όπως χαρακτηριστικά γράφει στη Διαλεκτική Λογική του ο μεγάλος ρώσος φιλόσοφος Έβαλντ Ιλιένκοφ, ο Τζέρι Χίλι ανάπτυξε «μια επιστημονική απεικόνιση της νόησης στις αναγκαίες στιγμές και με την αναγκαία ακολουθία, που δεν εξαρτώνται καθόλου ούτε από τη θέληση, ούτε από τη συνείδησή μας», (όπ.π., σελ. 15-16). Είναι στιγμές αντικειμενικές που καθορίζονται από τη νομοτέλεια που διέπει τόσο τη Φύση και την κοινωνία όσο και την ανθρώπινη σκέψη που αντανακλά και «αναπαράγει σε έννοιες ένα αντικείμενο που υπάρχει έξω και ανεξάρτητα από τη συνείδηση και τη θέλησή μας..., ανασυνθέτει την αυτοανάπτυξή του και το αναδημιουργεί στη λογική της κίνησης των εννοιών, για να το αναδημιουργήσει μετά και στην πράξη», (Ιλιένκοφ, όπ.π.).
Ένα τεράστιο και ταυτόχρονα τόσο επείγον καθήκον που, ενώ παραμένει ακόμα ανολοκλήρωτο, είναι αλληλένδετα δεμένο με το καθήκον της οικοδόμησης της αναγκαίας επαναστατικής ηγεσίας για να λυθεί η κρίση ηγεσίας στο παγκόσμιο εργατικό κίνημα, που κι αυτό δεν αφορά μεμονωμένα άτομα ή ακόμα πρωτοποριακές επαναστατικές ομάδες, αλλά το εργατικό μας κίνημα σαν όλο στην πάλη του για επαναστατική ανατροπή και κατάληψη της κρατικής εξουσίας –κι όχι, φυσικά, στην παραμορφωτική εθνική στενότητα κι ανεπάρκειά του, αλλά στη διεθνή καθολική του έκφραση και αλληλοσύνδεση.
Και κάτι άλλο –πολύ σημαντικό για τον αναγνώστη. Στην πάλη του να παρουσιάσει την επιστημονική αυτή «απεικόνιση της νόησης», ο Τζέρι Χίλι εγκαθίδρυσε μια Αναπαράσταση της Πράξης και του Προτσές της Γνώσης που παραθέτουμε, σ’ ένα ένθετο, ανάμεσα στις σελίδες 144 και 145 αυτού του βιβλίου, και που πρέπει αδιάλειπτα να το παρακολουθεί ο επαναστάτης-ερευνητής στις αναγκαίες διαδοχικές διαλεκτικές στιγμές της κίνησης του Είναι και της γνώσης του, καθώς αυτές αναπτύσσονται «από τη Ζωντανή Αντίληψη στην αφηρημένη σκέψη και απ’ αυτήν στην πράξη», (Λένιν: Φιλοσοφικά Τετράδια, σελ. 152).
Πράγμα που σημαίνει ότι, αρχίζοντας από την ζωντανή αντίληψη, από τον διαλεκτικό εξωτερικό αντικειμενικό κόσμο, με την απλή άρνηση (πρώτη αφαίρεση) περνάμε στο αίσθημα και τη διαλεκτική δραστηριότητα και διαδικασία της αφηρημένης σκέψης (και συνεχίζουμε με πολλαπλές αρνήσεις και αρνήσεις των αρνήσεων και διαρκείς κινήσεις μέσα/έξω, αντικείμενο σε υποκείμενο και τανάπαλιν, στην πάλη για την αλλαγή και την γνώση –την γνώση και την αλλαγή– του αντικειμενικού κόσμου): Άρνηση της πρώτης άρνησης, Σύνθεση του Λογικού και του Ιστορικού στον Τρίτο Όρο (απ’ όπου και αρχίζει η Ιστορικοποίηση του Λογικού και η Λογικοποίηση του Ιστορικού, όπως επαναλάμβανε συχνά ο ανατολικογερμανός φιλόσοφος Γκούντρουν Ρίχτερ). Έκφανση, Εμφάνιση και Ενεργός Πραγματικότητα, ως στιγμές της Ουσίας (με ενδιάμεσους σταθμούς την Ουσία σε Ύπαρξη και την Ένωση της Ανάλυσης και της Σύνθεσης, την Υπόσταση, την Αιτιότητα και την Αμοιβαιότητα). Για να φθάσουμε στη Δυνατότητα και την Αναγκαιότητα κι έτσι στην προετοιμασία για το Άλμα στην Αφηρημένη Έννοια, που με τη μορφή της Θεωρητικής Ιδέας μάς οδηγεί στην Πρακτική Ιδέα και την Πράξη. Επιστημονικές Έννοιες και Διαλεκτικές Κατηγορίες που αντανακλούν τη διαλεκτική κίνηση του πρωταρχικού υλικού αντικειμενικού κόσμου και που μπορούν να χρησιμοποιηθούν θεωρητικά για να καθοδηγήσουν την επαναστατική μας πράξη στην αλλαγή του κόσμου.
Μέσα απ’ αυτό το προτσές, η Διαλεκτική (η επιστήμη των νόμων της Φύσης και της κοινωνίας), η Διαλεκτική Λογική (η επιστήμη των νόμων της σκέψης) και η Θεωρία της Γνώσης του Ιστορικού Υλισμού (η επιστήμη της ανάπτυξης της γνώσης) ενσωματώνονται και συμπίπτουν ως οι τρεις πλευρές ενός και μόνου αντικειμενικού νομοτελειακού γίγνεσθαι.
«H μεγάλη υπηρεσία που πρόσφερε ο Λένιν, θα γράψει στον πρόλογό του το Ινστιτούτο Μαρξισμού-Λενινισμού της ΕΣΣΔ στον Υλισμό και Εμπειριοκριτικισμό, (τόμος 18 των «Απάντων» του Λένιν), συνίσταται στο ότι, στην πάλη του ενάντια στον υποκειμενικό ιδεαλισμό και τον αγνωστικισμό ανάπτυξε ολόπλευρα τη μαρξιστική διδασκαλία για τη γνωσιμότητα του κόσμου, τη θεωρία της αντανάκλασης».
Με τη σειρά του, ο Τζέρι Χίλι θα επιμείνει, από τις πρώτες κιόλας σελίδες του βιβλίου του, ότι: «Το αγεφύρωτο χάσμα, ανάμεσα στις διάφορες μορφές Ιδεαλισμού και την Υλιστική Διαλεκτική επικεντρώνεται στο αντικειμενικό υλικό περιεχόμενο της αισθητηριακής αντανάκλασης», (σελ. 58 –η υπογράμμιση είναι δική μας). Κι αυτό τον έκανε ικανό να «απεικονίσει» και να καταγράψει στιγμή προς στιγμή το προτσές της νόησης, καθώς αυτό αντανακλά την αυτοανάπτυξη του αυθύπαρκτου αντικειμενικού υλικού κόσμου στη σκέψη.
Να τονίσουμε ότι η Πράξη, ως η πιο αποφασιστική κατηγορία στη μέθοδο του διαλεκτικού και ιστορικού υλισμού σαν όλο, είναι αξεχώριστη από τη Θεωρία –που σε ενότητα και σύγκρουση μαζί της προηγείται και καθοδηγεί κάθε πράξη μας. Έτσι εγκαθιδρύεται η θεμελιακή διαφορά που χωρίζει τη διαλεκτική υλιστική μέθοδο απ’ όλα τα είδη ιδεαλιστικής και μεταφυσικής τυπικής σκέψης. «Η πράξη, γράφει ο Λένιν στα Φιλοσοφικά Τετράδια, είναι ανώτερη από τη (θεωρητική) γνώση, γιατί δεν έχει μόνο το κύρος της καθολικότητας, αλλά επίσης και της άμεσης ενεργού πραγματικότητας», (όπ.π., σελ. 195).
Είναι σημαντικό να προσθέσουμε ότι η συμπερίληψη της πράξης στη θεωρία της γνώσης (βλ. τις Θέσεις για τον Φόιερμπαχ), ήταν η μεγαλύτερη συνεισφορά που έκανε ο Μαρξ στη διαλεκτική. Γιατί η πράξη που εκπροσωπεί το καθολικό-ιστορικό είναι αδιάσπαστα δεμένη με το λογικό, με τη «θεωρία της γνώσης» που καθοδηγεί αυτή την πράξη. Δεν είναι χωρίς λόγο που ο Λένιν τόνιζε πάντα με έμφαση ότι, η ανθρώπινη συνείδηση, δεν αντανακλά μόνο τον αντικειμενικό κόσμο, αλλά και τον δημιουργεί στην πάλη για επιβίωση.
«Η διαλεκτική, θα γράψει ο Λένιν στα Φιλοσοφικά Τετράδια (σελ. 321-322), ως ζωντανή, πολύπλευρη γνώση (μ’ ένα αιώνια αυξανόμενο αριθμό πλευρών), μ’ ένα άπειρο αριθμό αποχρώσεων κάθε τρόπου προσέγγισης και μελέτης της πραγματικότητας (μ’ ένα φιλοσοφικό σύστημα, που αναπτύσσεται σ’ ένα όλο μέσα από κάθε απόχρωση) –να ποιο είναι το ανυπολόγιστα πλούσιο περιεχόμενο σε σύγκριση με τον “μεταφυσικό” υλισμό, που η βασική του συμφορά είναι η ανικανότητά του να χρησιμοποιήσει διαλεκτικά τη Bildertheorie –Θεωρία της Αντανάκλασης– στο προτσές και την ανάπτυξη της γνώσης». Γι’ αυτό η μεταφυσική τυπική σκέψη του αντιπάλου μας αποσυντίθεται και καταρρέει γοργά και αναπότρεπτα από την ενόραση και την εικονοπλασία στον υποκειμενικό ιδεαλισμό, στο σκοταδισμό και την αντίδραση –κι αυτή είναι η τύχη όλων των εχθρών του διαλεκτικού υλισμού.
«Η ταυτότητα των αvτιθέτων (θα ήταν πιο σωστό, ίσως, να λέγαμε η “ενότητά” τους –αν και η διαφορά ανάμεσα στους όρους ταυτότητα και ενότητα δεν είναι ιδιαίτερα σημαντική εδώ. Με μια ορισμένη έννοια, και οι δυο είναι σωστοί) είναι η αναγνώριση (ανακάλυψη) των αντιφατικών, αλληλοαποκλειόμενων, αντίθετων τάσεων σε όλα τα φαινόμενα και προτσές της Φύσης (συμπεριλαμβανομένων της σκέψης και της κοινωνίας). Ο όρος για τη γνώση όλων των προτσές του κόσμου στην “αυτοκίνησή” τους, στην αυθόρμητη ανάπτυξή τους, στην πραγματική ζωή τους, είναι η γνώση τους ως ενότητα αντιθέτων. Η ανάπτυξη είναι η “πάλη” των αντιθέτων», (Φιλοσοφικά Τετράδια, σελ. 316-317).
Έτσι όρισε ο Λένιν τη μέθοδο της διαλεκτικής λογικής στις φιλοσοφικές μελέτες του, το 1915. Μια μέθοδος που από τότε έχει γίνει ο αναντικατάστατος οδηγός στην πάλη της παγκόσμιας εργατικής τάξης για ανατροπή και σοβιετική εξουσία και ταυτόχρονα ο κύριος στόχος όλων των εχθρών του μαρξισμού: της «παγκοσμιοποιημένης» ιμπεριαλιστικής μπουρζουαζίας και των συνηγόρων της στο στρατόπεδο του αναθεωρητισμού και του ρεβιζιονισμού –σε κάθε χώρα και διεθνώς.
Το βιβλίο αυτό του Τζέρι Χίλι είναι το αποτέλεσμα μιας μακρόχρονης πάλης για την παραπέρα ανάπτυξη της μαρξιστικής αυτής μεθόδου. Αλλά, πριν ακόμα κυκλοφορήσει στα ελληνικά, η σημαντική αυτή εργασία δέχτηκε την επίθεση ενός άθλιου υβριστή και παραχαράκτη που ακούει στο όνομα Χρήστος Κεφαλής, από τις εκδόσεις «Κορφή», που έβαλε κι αυτός στο στόχαστρό του τη διαλεκτική μέθοδο του Λένιν.
Ο θρασύτατος αυτός συκοφάντης φαίνεται να μην έχει καμιά σχέση με το εργατικό και επαναστατικό κίνημα και να μην καταλαβαίνει απολύτως τίποτε από μαρξισμό και διαλεκτική! Παρ’ όλα αυτά, σκάρωσε ένα pot-pourri, ένα σύμφυρμα 300 σελίδων που για να θυμίζει και λίγο μαρξισμό το βάφτισε στην «ενοποιημένη» κολυμπήθρα των Προυντόν και Μαρξ, δίνοντάς του το όνομα: Οι Διαλεκτικοί της Συμφοράς και οι Συμφορές της Διαλεκτικής (Κριτική των Αντιδιαλεκτικών Απόψεων των κ. κ. Χίλι και Θωμαδάκη).
Με τη σολομωνική του αυτή, ο κύριος Κεφαλής προσπαθεί, σαν σύγχρονος Καλιόστρο, να εξαπατήσει όλο τον κόσμο, ενώ την ίδια στιγμή απειλεί και βρίζει σαν παλιός χωροφύλακας τους αντιπάλους του. μαρξισμού.
Ποιος είναι ο κύριος Κεφαλής; Δεν ξέρουμε –παρότι είχαμε την «τύχη» να τον συναντήσουμε κάποτε, σε μια προσπάθεια του να μας «γνωρίσει» καλύτερα. Εκείνο, όμως, που ξέρουμε με σιγουριά και μπορούμε να δείξουμε με ακρίβεια είναι ότι ο κύριος αυτός με πλήρη συνείδηση πλαστογραφεί και συκοφαντεί τους κλασικούς του μαρξισμού και ιδιαίτερα τους μεγάλους επαναστάτες του 20ού αιώνα, τους Βλαντίμιρ Ιλίτς Λένιν και Λεόν Νταβίντοβιτς Τρότσκι –την ίδια στιγμή που ισχυρίζεται ότι τους υπερασπίζεται «ενάντια στον εκχυδαϊστή» τους, τον Τζέρι Χίλι που «τον περνάει γενεές δεκατέσσερεις».
Πρέπει, επομένως, από την αρχή να τονίσουμε ότι ο κύριος Κεφαλής, ο συκοφάντης αυτός και πλαστογράφος του Λένιν και του Τρότσκι, σαν ταξικός τους αντίπαλος, βρίσκεται στην άλλη μεριά του οδοφράγματος, στην υπηρεσία των εχθρών του μαρξισμού, πολεμώντας τον Διαλεκτικό και Ιστορικό Υλισμό που διατύπωσαν οι κλασικοί και συκοφαντώντας τους ηγέτες της εργατικής τάξης σ’ όλο το μήκος του φληναφήματός του. Αυτό, βέβαια, δεν είναι τυχαίο. Η φιλοσοφία είναι ένα ταξικό ζήτημα. Και η επίθεση ενάντια στη φιλοσοφία είναι το πιο υψηλό σημείο της ιμπεριαλιστικής επίθεσης ενάντια στις κατακτήσεις και τα δικαιώματα της παγκόσμιας εργατικής τάξης.
Καθώς η καπιταλιστική οικονομία σε παγκόσμια κλίμακα και ιδιαίτερα στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, βουλιάζει σήμερα στην ύφεση, γίνεται ολοένα και πιο καθαρό ότι το αντικειμενικό περιεχόμενο των πολεμικών εξορμήσεων και αλαλαγμών του ιμπεριαλισμού ενάντια στη λεγόμενη διεθνή τρομοκρατία είναι η προσπάθειά του να πάρει πίσω τις ιστορικές κατακτήσεις της εργατικής τάξης στις μητροπόλεις και των καταπιεσμένων λαών στις καθυστερημένες χώρες (κάθε κατάκτηση, από το οκτάωρο και τη σύνταξη μέχρι το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση των εθνών και την εθνική τους ανεξαρτησία) –με πρώτο πάντα και κύριο στόχο του την υπονόμευση και κονιορτοποίηση της μαρξιστικής θεωρίας της γνώσης και τον ιδεαλιστικό αποπροσανατολισμό των καταπιεσμένων μαζών.
Αυτές είναι οι επιδιώξεις του ιστορικά παρηκμασμένου καπιταλιστικού συστήματος που μέσα από τον κουρνιαχτό της κατάρρευσής του αναγγέλλει μια νέα εποχή πολέμων και επαναστάσεων –καθώς το σάπισμα του σταλινισμού και η ήττα της Πολιτικής Επανάστασης οδήγησαν τελικά στην παλινόρθωση του καπιταλισμού τόσο στη Σοβιετική Ένωση όσο και στα παραμορφωμένα εργατικά κράτη της Ανατολικής Ευρώπης και της Ασίας.
Στα γενικότερα αυτά πλαίσια μπορεί κανείς να καταλάβει και την επίθεση του κυρίου Κεφαλή ενάντια στους κλασικούς του Μαρξισμού και την επαναστατική τους μέθοδο. Τό ’χουμε, άλλωστε, ξαναδεί το έργο: σε περιόδους ήττας και υποχώρησης του κινήματος, σε περιόδους αμπώτιδας όλα τα πλάσματα του βάλτου ξαναβγαίνουν στην επιφάνεια.
Σε μια έξαρση αβδηριτισμού γράφει πολλά και διάφορα, πολλά και ανεπανάληπτα στο συναξάρι του ο νέος αυτός κιβδηλοποιός και δολοπλόκος. Αλλά, σε μια πρώτη αντιμετώπιση, υποχρεωτικά θα περιοριστούμε στην προσπάθειά του να αλλοιώσει τα κείμενα και να σπιλώσει τη μνήμη των δυο αυτών ηγετών της Οκτωβριανής Επανάστασης. Έτσι, θα σταθούμε αποκλειστικά σ’ αυτούς, αναφέροντας από ένα παράδειγμα πλαστογραφίας για τον καθένα τους.
Στη σελίδα 198 του λιβελογραφήματός του ο μεγάλος αυτός «θεωρητικός του μαρξισμού», όπως ξεδιάντροπα παρουσιάζεται, αντιγράφει και κακοποιεί δυο αποσπάσματα –ένα του Χέγκελ και ένα του Λένιν– που παραθέσαμε από τα Φιλοσοφικά Τετράδια στις σελίδες 145-146 του βιβλίου του Λεόν Τρότσκι: Η Ηθική τους και η Ηθική μας, (βλ. Εκδόσεις «Παρασκήνιο»).
Να οι παράγραφοι με τα δυο αυτά αποσπάσματα που, μπροστά στα μάτια μας, πλαστογραφεί ο κύριος κατά τα άλλα Κεφαλής:
«“Το γίγνεσθαι, επιμένει ο Χέγκελ, είναι ο τρόπος ύπαρξης τόσο του Είναι όσο και του μη-Είναι... Η μετάβαση είναι το ίδιο με το γίγνεσθαι”.
Στη διάρκεια της μετάβασης, (συνεχίζαμε εμείς), και πριν “μεταμορφωθούν το ένα στο άλλο”, τα αντίθετα γίνονται ταυτόσημα. Έτσι ο Λένιν, en lisant Hegel... [καθώς διαβάζει (“υλιστικά”) τον Χέγκελ...], συμπεραίνει: “Διαλεκτική είναι η διδασκαλία που δείχνει το πώς τα Αντίθετα μπορεί να είναι και πώς συμβαίνει να είναι (πώς γίνονται) ταυτόσημα –κάτω από ποιους όρους είναι ταυτόσημα, μεταμορφωνόμενα το ένα στο άλλο– γιατί ο ανθρώπινος νους θα πρέπει να συλλαμβάνει αυτά τα αντίθετα, όχι σαν νεκρά, άκαμπτα, αλλά ως ζωντανά, υπό όρους, κινούμενα, μεταμορφωνόμενα το ένα στο άλλο. En Iisant Hegel... (Διαβάζοντας Χέγκελ...)”».
(Καλούμε τον αναγνώστη να παρακολουθήσει μαζί μας τις ταχυδακτυλουργικές επιδόσεις του κυρίου Κεφαλή –την ικανότητα με την οποία μοντάρει, ψιλοβελονιά και πόντο πόντο, την απάτη του):
Το πρώτο που κάνει ο πλαστογράφος είναι να καταργήσει την παράγραφο και να ενώσει έτσι τα δυο αυτά χωριστά μέρη –το απόσπασμα του Χέγκελ με τα δικά μας ενδιάμεσα σχόλια που καταλήγουν στο απόσπασμα του Λένιν. Μετά υπογραμμίζει τα δικά μας λόγια: «Στη διάρκεια της μετάβασης και πριν “μεταμορφωθούν το ένα στο άλλο”, τα αντίθετα γίνονται ταυτόσημα» (λόγια που αντανακλούν και συμπυκνώνουν τη σκέψη του Λένιν στο δεύτερο απόσπασμα), κι αμέσως μετά, με προκλητική αναίδεια, αρχίζει να τα παρουσιάζει σαν λόγια του Χέγκελ, αντιθέτοντάς τα στο συμπέρασμα του Λένιν.
Στην επόμενη παράγραφο ο κύριος Κεφαλής προχωράει ένα ακόμα βήμα στο κέντημα της απάτης του. Γράφει:
«Η διατύπωση του Λένιν λέει πως “τα αντίθετα μπορεί να γίνονται ταυτόσημα μεταμορφωνόμενα το ένα στο άλλο”. Η διατύπωση του Χέγκελ λέει ότι “τα αντίθετα γίνονται ταυτόσημα πριν μεταμορφωθούν το ένα στο άλλο”. Αυτό είναι κάτι πολύ διαφορετικό... Οι διαλεκτικοί μας δεν πρόσεξαν τη διαφορά και εξομοίωσαν τις δυο απόψεις γιατί αυτοί διαβάζουν τον Χέγκελ όχι υλιστικά, αλλά κάπως αλλιώς...», (όπ.π., σελ. 199, οι υπογραμμίσεις είναι του παραχαράκτη).
Θα πρέπει να επαναλάβουμε ότι εδώ δεν υπάρχει κανένα απόσπασμα, καμιά αναφορά του Χέγκελ πάνω στην ταυτόσημη φύση των αντιθέτων, τα λόγια που ο πλαστογράφος παρουσιάζει σαν απόσπασμα του Χέγκελ είναι τα δικά μας λόγια. Μα ακόμα κι αν υπήρχε, θα ήταν τουλάχιστον ανόητο να αντιπαραθέσει κανείς το συμπέρασμα αυτό του Λένιν στον Χέγκελ, όταν ο ίδιος ο Λένιν δηλώνει καθαρά ότι το συμπέρασμά του το έβγαλε en lisant Hegel (διαβάζοντας τον Χέγκελ)! Να σημειώσουμε ότι όλα τα αποσπάσματα τα γράφουμε πάντα σε εισαγωγικά και με πλάγια γράμματα για να ξεχωρίζουν από τα άλλα κείμενα. Πρέπει επίσης να τονίσουμε ότι ο Λένιν δεν λέει απλά ότι «τα αντίθετα μπορεί να γίνονται ταυτόσημα». Λέει καθαρά ότι η διαλεκτική «δείχνει το πώς τα αντίθετα μπορεί να είναι και πώς συμβαίνει να είναι (πώς γίνονται) ταυτόσημα κτλ., κτλ.».
Στη συνέχεια, ο θρασύτατος αυτός παραχαράκτης επιχειρεί το μεγάλο άλμα: πίσω από το πυκνό πλέγμα της ακατάσχετης φλυαρίας του, της αμφιβολίας και της σύγχυσης που σκόπιμα έσπειρε από την αρχή του κειμένου του (περιγράφοντας τα φανταστικά συντακτικά και ορθογραφικά λάθη του Τζέρι Χίλι), με ικανότητα παπατζή, σερβίρει τη δική του αντιδραστική θέση σαν θέση του Λένιν:
«Στην πραγματικότητα, γράφει, η αντίληψη του Λένιν είναι εδώ η ακριβώς αντίθετη εκείνης του Χέγκελ: στη διάρκεια της μετάβασης τα αντίθετα δεν γίνονται ταυτόσημα αλλά διαχωρίζονται καθαρά», (όπ.π., σελ. 199, η υπογράμμιση είναι του παραχαράκτη). Έτσι απλά και κυνικά, αυθαίρετα και αδίστακτα, παρουσιάζοντας το μαύρο για άσπρο, χωρίς καμιά παράθεση από τα κείμενα του Λένιν, τον παραποιεί και τον παρουσιάζει να λέει και να γράφει ότι τα αντίθετα όχι μόνο δεν είναι ενωμένα και ταυτόσημα, αλλά και...«διαχωρίζονται καθαρά» στη μετάβασή τους.
Ρωτάμε: πού, σε ποιά σελίδα, γράφει ο Λένιν ότι «τα αντίθετα διαχωρίζονται (και μάλιστα) καθαρά» στη μετάβασή τους; Αυτό δεν μας το λέει ο πλαστογράφος. Το αποφεύγει, προσπερνώντας αδιάφορα, γιατί δεν μπορεί να βρει μια έστω και παρεμφερή διατύπωση του Λένιν για να υπερασπιστεί έτσι την απάτη του. Καλούμε τον αναγνώστη να ψάξει διεξοδικά τα Φιλοσοφικά Τετράδια και γενικά όλα τα φιλοσοφικά έργα του Λένιν. Αλλά ταυτόχρονα τον προειδοποιούμε ότι δεν πρόκειται να βρει καμιά τέτοια άποψη, για τον απλούστατο λόγο ότι δεν υπάρχει πουθενά στα κείμενα του Λένιν!
Όχι!, ο Λένιν υποστηρίζει το ακριβώς αντίθετο και, ταυτόχρονα, είναι συγκεκριμένος και σαφής. Ενάντια στον αναιδή παραχαράκτη, γράφει ολοκάθαρα στη σελίδα 98 των Φιλοσοφικών Τετραδίων: «Διαλεκτική είναι η διδασκαλία που δείχνει το πώς τα Αντίθετα μπορεί να είναι και πώς συμβαίνει να είναι (πώς γίνονται) ταυτόσημα» (η υπογράμμιση είναι δική μας). Παράλληλα, οι όροι «ταυτότητα των αντιθέτων», «ενότητα των αντιθέτων», «ταυτόσημα αντίθετα» κλπ., επαναλαμβάνονται συνεχώς στις σελίδες των Φιλοσοφικών Τετραδίων του, και μπορούμε να παραθέσουμε όσα παραδείγματα θέλουμε.
Ήδη έχουμε αναφέρει ένα πρώτο σημείο, παραθέτοντας την μέθοδο της διαλεκτικής λογικής όπως την έχει διατυπώσει ο ίδιος ο Λένιν, όπου και ορίζει ρητά ότι «η “ενότητά” των αντιθέτων» είναι «η ταυτότητά τους» κι ότι «η διαφορά ανάμεσα στους όρους ταυτότητα και ενότητα δεν είναι ιδιαίτερα σημαντική εδώ. Με μια ορισμένη έννοια, και οι δυο είναι σωστοί»! (βλ. Φιλοσοφικά Τετράδια, σελ. 316-317).
Το διαλεκτικό προτσές της γνώσης, επιμένει ο Λένιν, βασίζεται στις σχέσεις ανάμεσα στο ατομικό και το καθολικό. Κι αυτά τα αντίθετα είναι ταυτόσημα στην ενότητά τους. Γι’ αυτό ο Λένιν γράφει ξανά στη σελίδα 318 των Φιλοσοφικών Τετραδίων: «Κατά συνέπεια, τα αντίθετα (το ατομικό είναι αντίθετο στο καθολικό) είναι ταυτόσημα: το ατομικό υπάρχει μόνο στη σύνδεση που οδηγεί στο καθολικό. Το καθολικό υπάρχει μόνο στο ατομικό και διαμέσου του ατομικού. Κάθε ατομικό είναι (με τον ένα ή τον άλλο τρόπο) ένα καθολικό. Κάθε καθολικό είναι (ένα τμήμα, ή μια πλευρά, ή η ουσία) ενός ατομικού. Κάθε καθολικό μόνο κατά προσέγγιση αγκαλιάζει όλα τα ατομικά αντικείμενα. Κάθε ατομικό μπαίνει ατελώς στο καθολικό, κτλ., κτλ.», (όπ.π., η υπογράμμιση είναι δική μας).
Είναι καθαρό: τα δυο αυτοσχετισμένα αυτά αντίθετα, το ατομικό και το καθολικό, βρίσκονται σε διαλεκτική (διαρκή και ταυτόχρονη) σχέση ενότητας, σύγκρουσης, αλληλοδιείσδυσης και αλληλομετατροπής μεταξύ τους. Και δεν μπορούν να χωριστούν γιατί στο κάθε ένα απ’ αυτά υπάρχει ο προσδιορισμός του άλλου. Μέσα στο ατομικό υπάρχει το καθολικό που συνήθως είναι η ουσία, ένα μέρος ή μια πλευρά του ατομικού. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, κάθε ατομικό είναι ένα καθολικό. Αυτά γράφει ο Λένιν ενάντια στον πλαστογράφο που θέλει να αγνοεί την αξεδιάλυτη αυτοσχετισμένη σύνδεση των αντιθέτων.
Μαζί με τον Λένιν, ο Έγκελς επιμένει κι αυτός, ότι ο μεταφυσικός πλαστογράφος «περιπλέκεται» στην αντίθεση που κάνει ταυτόσημα το τυχαίο και το αναγκαίο: «Μια άλλη αντίθεση στην οποία περιπλέκεται η μεταφυσική, γράφει ο Έγκελς, είναι η αντίθεση ανάμεσα στο τυχαίο και την αναγκαιότητα. Τι άλλο μπορεί να είναι πιο αντιφατικό από τους δυο αυτούς νοητικούς προσδιορισμούς; Πώς είναι δυνατόν τα δυο αυτά να είναι ταυτόσημα, δηλαδή το τυχαίο να είναι αναγκαίο και το αναγκαίο να είναι επίσης τυχαίο;», (Φρ. Έγκελς: Διαλεκτική της Φύσης, σελ. 196, Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», μτφρ. Ευτ. Μπιτσάκης, η υπογράμμιση είναι δική μας).
Δεν νομίζουμε ότι χρειάζεται να φέρουμε άλλα παραδείγματα από τους κλασικούς. Η πλαστογραφία είναι καθαρή, όπως καθαρή και ανελέητη πρέπει να είναι η καταδίκη του πλαστογράφου, κάθε πλαστογράφου και συκοφάντη του εργατικού κινήματος και του μαρξισμού, που μ’ αυτή του και μόνο την πράξη τοποθετείται καθαρά και χωρίς καμιά αμφιβολία στο απέναντι χαράκωμα, στην υπηρεσία των ταξικών μας αντιπάλων. Τι άλλα συμφέροντα θα μπορούσε να υπηρετεί μια τέτοια παραχάραξη του Λένιν ή του Τρότσκι;
Αλλά ας φέρουμε ένα ακόμα παράδειγμα από την «κοινωνία» των σκυλιών του Παβλόφ –αν και τα σκυλιά του νομπελίστα ρώσου φυσιολόγου, υπηρετώντας την ανθρωπότητα, δεν έχουν μπει ποτέ στην υπηρεσία του ταξικού εχθρού, κι έτσι διαφέρουν από τα «σκυλιά» της κοινωνίας των ανθρώπων. Πράγματι, σ’ ένα από τα πρώτα του έργα, ο σοβιετικός φιλόσοφος Έβαλντ Ιλιένκοφ αναφέρεται στον Παβλόφ και τα σκυλιά του, τονίζοντας ότι τα ζώα έπεφταν σε κατάσταση υστερίας όταν ο φωτεινός κύκλος (που, όπως είχαν εκπαιδευτεί, σήμαινε κάτι το ευχάριστο) μετασχηματιζόταν σε φωτεινή έλλειψη (που σηματοδοτούσε μια κατάσταση πολύ δυσάρεστη). «Ο σκύλος, γράφει ο Ιλιένκοφ, δεν κατάφερνε να υποφέρει την κατάσταση μετασχηματισμού του Α σε μη-Α. Η στιγμή κατά την οποία “τα αντίθετα ταυτίζονται” είναι στην πραγματικότητα η στιγμή όπου εκδηλώνεται με τον πιο σαφή και ακριβή τρόπο η διαφορά αρχής ανάμεσα στη σκέψη του ανθρώπου και στην αντανακλαστική δραστηριότητα του ζώου», (Έβαλντ Ιλιένκοφ: Τεχνοκρατία και Ανθρώπινα Ιδεώδη στο Σοσιαλισμό, σελ. 129, Εκδόσεις «Οδυσσέας», η υπογράμμιση είναι δική μας). «Για τον άνθρωπο, τονίζει λίγο πιο κάτω ο Ιλιένκοφ, η εκδήλωση της αντίφασης είναι ένα σήμα για ν’ αρχίσει να λειτουργεί η σκέψη κι όχι για να εγκαταλειφθεί στην υστερία», όπως τα σκυλιά του Παβλόφ, ή για να καταφύγει στην πλαστογραφία και την απάτη όπως ο αντίπαλος και παραχαράκτης του Λένιν. Αλλά, όσο δυνατά και να γαβγίζει ο πλαστογράφος, πίσω από τον Λένιν, είναι και θα μείνει για πάντα «το κουταβάκι που γαβγίζει τον ελέφαντα», όπως έγραψε στα πρώτα χρόνια της επαναστατικής του σταδιοδρομίας ο ίδιος ο Λένιν ενάντια στον θετικιστή φιλόσοφο Μιχαϊλόβσκι που ήθελε να δοκιμάσει τις δυνάμεις του ενάντια τον Μαρξ!
Πιστεύουμε, απλουστεύοντας το ζήτημα όσο μπορούμε περισσότερο, ότι και ο πιο απλός άνθρωπος, ο κάθε νοήμων και ανιδιοτελής εργάτης ή διανοούμενος, μπορεί να κατανοήσει ότι οι έννοιες μισοζώντανος και μισοπεθαμένος (ως αντίθετα) εκφράζουν την ίδια ακριβώς κατάσταση, γιατί αντανακλούν τον άνθρωπο που βρίσκεται στο μεταίχμιο ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο, και γι’ αυτό οι έννοιες αυτές είναι ταυτόσημες.
Αλλά ο ταχυδακτυλουργός μας το πάει πολύ μακριά:
«Η ενότητα των αντιθέτων (ωρύεται ο «αληθινός» αυτός διαλεκτικός ενάντια στους «ψευτο-διαλεκτικούς αγύρτες τύπου Χίλι –και αλίμονο, ο Ε. Μπιτσάκης»– βλ. σελίδα 265 του λιβελογραφήματος) «κυριαρχεί μόνο στην αρχή της διαδικασίας» (στα πρώτα 10-43 δευτερόλεπτα, μήπως, όπως στη θερμή έκρηξη; –βλ. σελίδα 174) «και ακολουθεί ο καθαρός διαχωρισμός και η ανάπτυξη της πάλης τους, οδηγώντας αλματικά στην αποκατάσταση μιας ανώτερης ενότητας. Η πάλη προϋποθέτει εμφανώς τον καθαρό διαχωρισμό, γιατί μόνο με σταθερά, “συμπαγή” αντίθετα είναι δυνατή η ανάπτυξη και το άλμα...», γράφει ο περιφερόμενος αυτός φαρισαίος στο τέλος της σελίδας 199 του μυθολογήματός του. (Και λέμε «περιφερόμενος υποκριτής» γιατί από το Οργουελικό του τερατούργημα, το άλλο «πνευματικό του τέκνο»: Ο Στάβλος των Ζώων, φαίνεται καθαρά ότι ο κύριος αυτός έχει κατά καιρούς και διαδοχικά «επισκεφτεί» όλες τις εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις της αριστεράς, αναφέροντας ονόματα και αρμοδιότητες των ηγετικών στελεχών και των μελών τους).
Ωστόσο, ο κύριος Κεφαλής συνεχίζει απτόητος να παραθέτει σελίδες επί σελίδων (προσπαθώντας να κάνει πλύση εγκεφάλου στον αναγνώστη) και να «αποδείξει», έτσι, ότι: «Καθαρός διαχωρισμός και ταυτότητα των αντιθέτων στη μετάβαση είναι πραγματικά δυο διαμετρικά αντίθετες θέσεις, από τις οποίες μόνο μία μπορεί να μπει στη βάση της υλιστικής διαλεκτικής. Και η θέση αυτή είναι εκείνη του καθαρού διαχωρισμού των αντιθέτων... Η αντίληψη της ταυτότητας των αντιθέτων στη μετάβαση είναι η αντίληψη της μικροαστικής παραλυσίας, της παραίτησης και της υποχώρησης από τις υποχρεώσεις της ταξικής πάλης και του μαρξισμού», (όπ.π., σελ. 203-204, η υπογράμμιση είναι του πλαστογράφου).
Εμείς, βέβαια, μαζί με τον Χέγκελ, κι όλους τους κλασικούς του μαρξισμού πρέπει να επαναλάβουμε ότι η ενότητα, η σύγκρουση και η αλληλοδιείσδυση των αντιθέτων συνιστά το πραγματικό αντικειμενικό περιεχόμενο της καθολικής κίνησης της ύλης. Είναι ο πρώτος νόμος της υλιστικής διαλεκτικής που διέπει τη Φύση, την κοινωνία και τη σκέψη του κοινωνικού ανθρώπου. Και είναι μέσα στο πλαίσιο της «ενότητας» αυτού του νόμου που εκδηλώνονται οι άλλοι δυο αντικειμενικοί νόμοι: ο νόμος της ποσότητας σε ποιότητα και αντίστροφα και ο νόμος της άρνησης της άρνησης. Κι ότι χωρίς τη γνώση αυτών των νόμων θα καταντούσαμε, όπως σωστά τόνιζαν ο Έγκελς κι ο Λένιν, «τα ασυνείδητα πιόνια της τυφλής αναγκαιότητας». Το λάθος του Χέγκελ δεν βρίσκεται στην ανακάλυψη και τη διατύπωση των διαλεκτικών νόμων, «βρίσκεται στο ότι οι νόμοι αυτοί επιβάλλονται στη Φύση και στην Ιστορία σαν νόμοι της νόησης (της Απόλυτης Ιδέας του) αντί να συνάγονται απ’ αυτές», (Φρ. Έγκελς: Διαλεκτική της Φύσης, σελ. 44).
Να το ξαναπούμε: τα αντίθετα δεν μπορούν να υπάρξουν παρά ενωμένα στη σύγκρουσή τους. Κι αυτή η ενότητα και σύγκρουση περιλαμβάνει μια συνεχή αλληλοδιείσδυση του ενός αντίθετου στο άλλο κι έτσι μια συνεχή μετατροπή των αντιθέτων. Και με τη μετατροπή του άλλου, τα αντίθετα μετατρέπουν τον ίδιο τον εαυτό τους –ωθούμενα σε μια ανώτερη βαθμίδα ή αλλάζοντας ποιότητα μέσα από τη διακοπή του βαθμιαίου και το επαναστατικό άλμα.
Έτσι εγκαθίδρυσαν οι κλασικοί, μαζί με τον Χέγκελ που ανάτρεψαν, τη διαλεκτική σχέση των αντιθέτων. Και γι’ αυτό ο Λένιν επιμένει και είναι σαφής και κατηγορηματικός: «Ο όρος για τη γνώση όλων των προτσές του κόσμου... είναι η γνώση τους ως ενότητα αντιθέτων», (Λένιν: Φιλοσοφικά Τετράδια, σελ. 317). Πράγμα που για κάθε μαρξιστή επαναστάτη, σημαίνει ότι, προϋπόθεση για τη σύγκρουση, την αλληλοδιείσδυση και τη μετατροπή των αντιθέτων είναι η ενότητά τους, κι όχι ο χωρισμός τους σε «συμπαγή» –με εισαγωγικά ή χωρίς εισαγωγικά– αντίθετα.
Πρέπει εδώ να προσθέσουμε ότι δεν είναι χωρίς λόγο που ο παραχαράκτης επιτίθεται σ’ αυτό το σημείο της υλιστικής διαλεκτικής, στη μέθοδο, στο κέντρο κάθε γνώσης. Χωρίς την ενότητα των αντιθέτων δεν θα μπορούσαμε να συλλάβουμε τις αλλαγές στον εξωτερικό αντικειμενικό κόσμο. Γιατί στη διάρκεια της αντανάκλασης είναι η ενότητα και η σύγκρουση των αντιθέτων που εγκαθιδρύει τη μετάβαση της ταυτότητας της εξωτερικής πηγής του αισθήματος στην ίδια την εικόνα του αισθήματος πάνω στην οποία «φωτογραφίζεται», αντιγράφεται η εικόνα της διαφοράς. Έτσι έχουμε το αίσθημα, κι έτσι μόνο έχουμε «το σπάσιμο του ενός και μόνου όλου και τη γνώση των αντιφατικών του μερών (της ταυτότητας και της διαφοράς)...(που) είναι η ουσία (ένα από τα “ουσιαστικά”, ένα από τα κύρια, αν όχι το κύριο, χαρακτηριστικό ή γνώρισμα) της διαλεκτικής», όπως γράφει ο Λένιν στη σελίδα 316 των Φιλοσοφικών Τετραδίων.
Είναι η τυπική σκέψη που χωρίζει τα αντίθετα, (η αγοραία, η κοινή λογική που επιβάλλει στατικές, απολιθωμένες εικόνες πάνω στη διαρκώς κινούμενη και μεταβαλλόμενη αντικειμενική πραγματικότητα), χωρίζοντας, έτσι, τις μορφές από τα περιεχόμενά τους. Κι αυτό κάνει ο πλαστογράφος του Λένιν, επιβάλλοντας τα υποκειμενικά του σχήματα στον εξωτερικό αντικειμενικό κόσμο. Γιατί θεωρεί αυτές τις μορφές «Aubere Formen» («εξωτερικές μορφές»), «μορφές που είναι προσαρτημένες στο περιεχόμενο», αντίθετα με τον Χέγκελ (και τον Λένιν) που «απαιτούν μια Λογική που οι μορφές της θα είναι Gehaltvolle Formen (μορφές με περιεχόμενο), μορφές ζωντανού, πραγματικού περιεχομένου, αδιάρρηκτα συνδεμένες με το περιεχόμενο». Ο Λένιν για να το τονίσει αυτό το κλείνει μέσα σε πλαίσιο, στη σελίδα 84 των Φιλοσοφικών Τετραδίων.
Ενάντια στη χυδαία, την τυπική σκέψη, ο Λένιν επιμένει ότι στη Διαλεκτική Λογική, στη θεωρία της γνώσης του Μαρξισμού: «Η Λογική είναι η επιστήμη όχι των εξωτερικών μορφών της σκέψης, αλλά των νόμων ανάπτυξης “όλων των υλικών, φυσικών και πνευματικών πραγμάτων”, δηλαδή, της ανάπτυξης ολόκληρου του συγκεκριμένου περιεχομένου του κόσμου και της γνώσης του, δηλαδή, το συνολικό άθροισμα, το συμπέρασμα της Ιστορίας της γνώσης του κόσμου», (όπ.π.).
Στη «διαλεκτική λογική» του παραχαράκτη, στις στατικές εικόνες του, όχι μόνο τα αντίθετα, η μορφή και το περιεχόμενο «διαχωρίζονται καθαρά», αλλά και κομματιάζεται η ίδια η κίνηση, η ίδια η στιγμή, που για τον Λένιν και τον Χέγκελ είναι ταυτόχρονα: και ταυτότητα (ενότητα) και σύγκρουση και αλληλοδιείσδυση και μετατροπή των αντιθέτων μέσα από τη βαθμιαία ανάπτυξη ή τη διακοπή του βαθμιαίου (που «δεν εξηγεί τίποτα χωρίς τα άλματα»), την ασυνέχεια και την ποιοτική αλλαγή.
Παράλληλα δεν μπορεί να υπάρξει ενότητα, χωρίς τη σύγκρουση και την αλληλοδιείσδυση των αντιθέτων, ούτε κάποια μετατροπή αποκομμένη από το διαλεκτικό αυτό όλο –όπως το έχουν αναλύσει ο Χέγκελ και οι κλασικοί του μαρξισμού.
Για τον μεταφυσικό μας, όμως, υπάρχει «πρώτα» η ενότητα και «μετά» ακολουθεί –κι αυτή μεμονωμένη– η σύγκρουση των αντιθέτων. Και στην κοινή (τυπική) λογική του είναι «λογικό», βέβαια, «τα χωριστά αντίθετα» να μην μπορούν ούτε να αλληλοδιεισδύσουν μεταξύ τους, ούτε να μετατρέψει το ένα το άλλο. Γι’ αυτό και ο «θεωρητικός» μας δεν αναλύει ούτε καν αναφέρεται στην αλληλοδιείσδυση και τη μετατροπή των αντιθέτων.
Παραθέτοντας και αναπτύσσοντας παραπέρα τους κλασικούς του μαρξισμού (κι εδώ μπορούμε να αναφέρουμε τους Μαρξ-Έγκελς-Λένιν-Τρότσκι-Πλεχάνοφ-Λαμπριόλα-Μέριγκ κλπ., κλπ.) ο Τζέρι Χίλι τονίζει ότι στην πρώτη στιγμή του προτσές της γνώσης, στην απλή άρνηση: «η ενότητα της ταυτότητας και της διαφοράς ως Ουσία συνιστά την αντί-θεση που ωθεί στην άρνηση της άρνησης πίσω στον άπειρο εξωτερικό αντικειμενικό κόσμο». Ενάντιά τους, ο κύριος Κεφαλής επιμένει στη σελίδα 208 του χαλκεύματός του, ότι: «Η αντίθεση, πρέπει να ξετυλιχτεί όχι μέσα στα πλαίσια της αρχικής ενότητας, αλλά με τη ρήξη της αρχικής ενότητας. Για όσο παραμένουμε μέσα στα πλαίσια της ενότητας η αντίθεση δεν μπορεί να ξετυλιχτεί», (όπ.π., η υπογράμμιση είναι του παραχαράκτη).
Δεν θέλει (ούτε μπορεί) να καταλάβει ο κ. Κεφαλής. Αλλά ακόμα και να τό ’θελε ο χοντροκέφαλος αυτός ιδεαλιστής, δεν θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί, κι ακόμα λιγότερο να «κατανοήσει», ότι η Αντίθεση είναι η ίδια η ενότητα: «Το Διαλεκτικό», γράφει ο Λένιν, παραθέτοντας τον Χέγκελ, στα Φιλοσοφικά Τετράδια (σελ. 90), «=να κατανοήσεις την αντίθεση στην ενότητά της... (Χέγκελ)»!
Πρέπει, κλείνοντας την αναφορά μας στον Λένιν, να πούμε καθαρά: όλα αυτά δεν είναι παρά το παραλήρημα, ο ακραίος υποκειμενικός ιδεαλισμός ενός «διπλωματούχου λακέ της παπαδοκρατίας» (όπως θά ’λεγε ο μακαρίτης ο Γιόζεφ Ντίτσγκεν) –ενός λακέ που κορδώνεται ότι «προχώρησε λίγο πιο πέρα από το “άλφα-βήτα” της υλιστικής διαλεκτικής που είχε εκθέσει στον καιρό του ο Λένιν »(!), (όπ.π., σελ. 13).
Αλλά ας αφήσουμε τον αλχημιστή μας να σιγοβράζει στο «καζάνι της κολάσεως» τον «υγροατμό» του, στην απεγνωσμένη του προσπάθεια να ξανακολλήσει τα «αντίθετά» του (το νερό και τον αέρα) που με τον ερχομό του στη ζωή βρήκε διασπασμένα στη Φύση, κι ας δούμε –πάλι συνοπτικά και μ’ ένα μόνο παράδειγμα– τη λάσπη που ρίχνει ο επαγγελματίας αυτός πλαστογράφος, στον άλλο ηγέτη της Οκτωβριανής Επανάστασης, τον Λεόν Νταβίντοβιτς Τρότσκι.
Στον Τρότσκι, ο θρασύτατος αυτός σκευωρός έχει αναθέσει το άχαρο και αντιδραστικό καθήκον να κριτικάρει τον «στατικό τρόπο σύλληψης της διαλεκτικής από τον Χέγκελ», που, όπως φαντάζεται ο άσχετος αυτός τύπος, ήταν «εν μέρει προϊόν του φόβου του μήπως η μελέτη της πραγματικής διαδικασίας επιβεβαιώσει τελικά την υλιστική διαλεκτική»(!) –την υλιστική, δηλαδή διαλεκτική που θα επεξεργαστούν και θα διατυπώσουν ύστερα από 30 ολόκληρα χρόνια οι ακόμα αγέννητοι τότε ιδρυτές του διαλεκτικού υλισμού, Καρλ Μαρξ και Φρίντριχ Έγκελς, ανατρέποντας τον αντικειμενικό ιδεαλισμό του μεγάλου διανοητή Χέγκελ με τα Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα του 1844 (!!! ), (όπ.π., σελ. 210-211, η υπογράμμιση είναι του κυρίου Κεφαλή).
Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή. Ο θαυματοποιός μας –βγάζοντας λαγούς από το ημίψηλό του– παίρνει ένα απόσπασμα από το «Δεύτερο Τετράδιο του Λ. Τρότσκι 1933-1935 (Πάνω στον Λένιν, τη Διαλεκτική και τη Θεωρία της Εξέλιξης») και προσπαθεί να αποδείξει ότι ο αρχηγός του Κόκκινου Στρατού κριτικάρει τον Χέγκελ που «επιστρέφει στη συνηθισμένη λογική της ταυτότητας, αναδιατυπώνοντας κοινοτυπίες (κοινοτοπίες θέλει να πει ο κατά τα άλλα μορφωμένος συκοφάντης του Τρότσκι) μ’ ένα περίπλοκο τρόπο... Τα πλαστά στοιχεία της χεγκελιανής διαλεκτικής, όπως η θεωρησιακή συμφιλίωση των αντιθέτων, συνδέονται ολοφάνερα με τη σχολαστική, κενή αφαιρετικότητά της... Πραγματικά, όλο το ιδεαλιστικό μυστικιστικό στοιχείο του Χέγκελ έγκειται στην υπερβολή της συνεχότητας της εξέλιξης λόγω του στατικού χαρακτήρα της αφετηρίας του». Αυτά, ad litteram (επί λέξει), μπορεί να διαβάσει κάθε άνθρωπος που ξέρει να διαβάζει στη σελίδα 211 του «επιστημονικού» εγχειριδίου του ανεπανάληπτου αυτού συκοφάντη, που μαζί με τον Τρότσκι πλαστογραφεί και συκοφαντεί ανοικτά τον ίδιο τον Χέγκελ.
Αλλά ας παραθέσουμε το απόσπασμα, «το λαμπρό (αυτό) παράδειγμα» με το οποίο ο Τρότσκι «κριτικάρει» τάχα τον Χέγκελ:
«22/6/1934
Η ταυτότητα του Είναι (Sein) και του Τίποτε (Nichts), σαν την αντιφατικότητα της έννοιας της Αρχής, στην οποία ενώνονται το Nichts και το Sein, φαίνεται με πρώτη ματιά ένα λεπτό, αλλά άγονο παιγνίδι ιδεών. Στην πραγματικότητα, αυτό το “παιχνίδι” ξεσκεπάζει έξοχα την αποτυχία της στατικής σκέψης, η οποία πρώτα διασπά τον κόσμο σε ακίνητα στοιχεία, και έπειτα ψάχνει την αλήθεια μέσω μιας απεριόριστης επέκτασης [του προτσές]», (Η μετάφραση είναι από την έκδοση του Πανεπιστημίου Κολούμπια, 1986, και την παραθέτουμε από τη Σοσιαλιστική Αλλαγή, Νο 1456 της 14 Μαΐου 1992, πρβλ επίσης τη μετάφραση του Κ. Σκορδούλη, Φιλοσοφία και Επιστήμη στα Κείμενα του Λεόν Τρότσκι, σελ. 90, εκδόσεις «ΙΑΜΟΣ», 1995).
Αλλά «τα γεγονότα είναι πεισματάρικα πράγματα», συνήθιζε να λέει ο Τρότσκι στους αντιπάλους του της Σταλινικής Σχολής της Πλαστογραφίας. Και το αδιαμφισβήτητα πεισματάρικο γεγονός εδώ είναι ότι το απόσπασμα αυτό του Λεόν Τρότσκι λέει το ακριβώς αντίθετο απ’ αυτό που ισχυρίζεται ο τωρινός πλαστογράφος του μεγάλου επαναστάτη. Αυτό μπορεί να το διαπιστώσει κάθε καλοπροαίρετος αναγνώστης, διαβάζοντας το απόσπασμα αυτό του Τρότσκι. Δεν είναι, επομένως, ο Τρότσκι που «σχολιάζει εδώ μ’ έναν έντονα επικριτικό τρόπο την ίδια πλευρά της χεγκελιανής διαλεκτικής που ο Χίλι και ο Θωμαδάκης αναπαρήγαγαν άκριτα». Είναι ο Τρότσκι που γράφει εδώ καθαρά ότι με την «ταυτότητα του Είναι και του Τίποτε» (ο Χέγκελ) «ξεσκεπάζει έξοχα την αποτυχία της στατικής σκέψης». Αυτό γράφει ο Τρότσκι. Κι αυτό διαβάζει όποιος πραγματικά θέλει να διαβάσει –κι όχι να παραχαράξει τον Τρότσκι, όπως ο κύριος Κεφαλής που φαίνεται να μην έχει κεφαλή στους ώμους του.
Ο Τρότσκι πλέκει το εγκώμιο, παινεύει και συγχαίρει τον Χέγκελ που «ξεσκεπάζει έξοχα... τη στατική σκέψη», αλλά ο διαστρεβλωτής μάς διαβεβαιώνει για το ακριβώς αντίθετο –φέρνοντας τα πάνω κάτω, μας παρουσιάζει σαν μεταφυσικό τον ιδρυτή της διαλεκτικής σκέψης, βάζοντας τον Τρότσκι να τον κατηγορεί ότι «διασπά τον κόσμο σε ακίνητα στοιχεία»! «Την αντιφατικότητα της έννοιας της Αρχής», που για τον Τρότσκι σημαίνει διαρκή κίνηση και ανάπτυξη, η ειδικευμένη πένα του παραχαράκτη, την μεταμορφώνει σε «στατικό χαρακτήρα της αφετηρίας» του Χέγκελ. Έτσι, «τα πλαστά στοιχεία της χεγκελιανής διαλεκτικής, όπως η θεωρησιακή συμφιλίωση των αντιθέτων, συνδέονται»... απλά και μόνο με τα ταχυδακτυλουργικά τεχνάσματα του κυρίου Κεφαλή (!!!), (όπ.π., οι υπογραμμίσεις είναι δικές μας).
Και ποιοί είναι τότε εκείνοι που σκέπτονται με «στατικό τρόπο»; Όλο το κείμενο του Τρότσκι –που αφορά τη Θεωρία της Εξέλιξης– από τον υπότιτλο «Υλιστική Διαλεκτική» μέχρι το απόσπασμα της 22/6/1934 (ολόκληρο δηλαδή το 5ο Μέρος στη Σοσιαλιστική Αλλαγή ή οι σελίδες 82-90 του Κ. Σκορδούλη) σ’ αυτούς ακριβώς αναφέρονται: στον ορθολογισμό, στην τυπική σκέψη και τους χυδαίους υλιστές αντιπάλους του Τρότσκι. Αλλά ας τους δείξουμε με το δάκτυλο στον αδίστακτο δικολάβο, που ως αντιπερισπασμό και για να σκορπίσει όσο μπορεί πιο μεγάλη σύγχυση κατηγορεί τον Τζέρι Χίλι για παραχαράκτη του Λένιν και της διαλεκτικής.
«Η ίδια η ανθρωπότητα», γράφει λίγο πιο πριν από το απόσπασμα του αυτό ο Τρότσκι (βλ. Κ. Σκορδούλη σελ. 85), «είναι μια διαδοχική σειρά γενεών. Η κάθε γενεά ξεκινά το δύσκολο έργο της γνώσης με μια ορισμένη έννοια από την αρχή: μέσα στα όρια της καθημερινής πρακτικής δράσης οι άνθρωποι είναι συνηθισμένοι να ασχολούνται με αμετάβλητα αντικείμενα. Σαν αποτέλεσμα αυτής της έμφυτης, κληρονομημένης, αυτοματοποιημένης [πρακτικής δράσης] εμφανίζεται η ορθολογική λογική, που διαμελίζει τη Φύση σε αυτόνομα και αμετάβλητα στοιχεία. Η ανάπτυξη της σκέψης περνάει από τη χυδαία λογική στη διαλεκτική μόνο στη βάση της συσσωρευμένης επιστημονικής εμπειρίας με το κέντρισμα της ιστορικής (ταξικής) ανάπτυξης. Ο ορθολογισμός είναι μια προσπάθεια να δημιουργηθεί ένα ολόκληρο σύστημα πάνω στη βάση της χυδαίας λογικής...», (όπ.π., Σ.Α. Νο 1456, οι υπογραμμίσεις είναι δικές μας).
Ο Λεόν Τρότσκι, βέβαια, δεν κυνηγάει εδώ ανεμόμυλους και φαντάσματα. Σημαδεύει συγκεκριμένους ηγέτες (Μπάρναμ-Σάχτμαν-Άμπερν-Ίστμαν κλπ.) του αμερικανικού Σ.Ε.Κ. που με τον πραγματισμό τους (λογικός θετικισμός), ένα κράμα ορθολογισμού και εμπειρισμού (μιας χυδαίας σκέψης που δουλεύει με στατικές εικόνες), οδηγήθηκαν, τελικά, στην αγκαλιά της αμερικανικής μπουρζουαζίας. Έτσι, λίγες γραμμές πιο πάνω από το εκτεταμένο αυτό απόσπασμα, ο Τρότσκι τονίζει:
«Η εξελικτική άποψη δεν είναι καθόλου εχθρική στη λογική μας (Έγκελς). Επομένως πρέπει να μελετήσουμε την εξελικτική λογική (διαλεκτική). Ο Ίστμαν το χλευάζει αυτό»!, (όπ.π., η δεύτερη υπογράμμιση είναι δική μας).
Στη συνέχεια ο Τρότσκι παραθέτει τη Χρονολογία του Εξελικτισμού, που διαδοχικά είναι: η θεωρία των Καντ-Λαπλάς (καταγωγή του ηλιακού συστήματος), η διαλεκτική του Χέγκελ (μετά τη Γαλλική Επανάσταση), η θεωρία του Λάιελ (εξέλιξη της γης), η θεωρία του Δαρβίνου (καταγωγή των ειδών) και η θεωρία του Μαρξ. Και αμέσως μετά προσθέτει:
«Μ’ αυτόν τον τρόπο η μετάβαση από τη σκέψη με στατικές κατηγορίες στη σκέψη [από την άποψη της] ανάπτυξης βρίσκει την καταγωγή της στην εποχή μετά τη Γαλλική Επανάσταση, που ήταν η τελευταία μεγάλη, λαμπρή έκρηξη θαρραλέου ορθολογισμού», (όπ.π.).
Ωστόσο, είναι σημαντικό να δούμε εδώ, έστω και συνοπτικά, το πώς οι κλασικοί του μαρξισμού (Μαρξ-Έγκελς-Λένιν) υποδέχτηκαν τη μεγάλη προσφορά που έκανε ο Χέγκελ με την «εξελικτική λογική (διαλεκτική)» του –μια προσφορά που ξεδιάντροπα χλευάζουν ο Ίστμαν, ο Κεφαλής και οι όμοιοί τους:
«Ο Μαρξ και ο Έγκελς», έγραφε το φθινόπωρο του 1914 ο Λένιν σε μια «Σύντομη Βιογραφική Σκιαγραφία» του Μαρξ για το Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό «Γκρανάτ», «θεωρούσαν ότι η διαλεκτική του Χέγκελ, η πιο ολόπλευρη, πλουσιότατη σε περιεχόμενο και πολύ βαθιά διδασκαλία για την εξέλιξη, ήταν το μεγαλύτερο απόκτημα της κλασικής γερμανικής φιλοσοφίας. Κάθε άλλη διατύπωση της αρχής της ανάπτυξης, της εξέλιξης, την θεωρούσαν μονόπλευρη, φτωχή σε περιεχόμενο, την θεωρούσαν παραμόρφωση και διαστροφή της πραγματικής πορείας ανάπτυξης (που συχνά συντελείται με άλματα, καταστροφές και επαναστάσεις) στη Φύση και στην κοινωνία», (βλ. Λένιν: «Άπαντα», τόμος 26, σελ. 53). Και γι’ αυτό ο Μαρξ και ο Έγκελς ανάλαβαν, όπως τονίζει ο Λένιν, να σώσουν τη «συνειδητή διαλεκτική (από την καταστροφή του ιδεαλισμού και του χεγκελιανισμού) και να την μεταφέρουν στην υλιστική αντίληψη της Φύσης».
«Η μεγάλη θεμελιακή ιδέα», επιμένει στην επόμενη σελίδα ο Λένιν, παραθέτοντας τον Έγκελς, «ότι τον κόσμο δεν πρέπει να τον αντιλαμβανόμαστε σαν σύμπλεγμα από έτοιμα πράγματα, αλλά σαν σύμπλεγμα από προτσές, όπου τα πράγματα, τα φαινομενικά σταθερά, καθώς και οι ιδεατές αποικονίσεις στο κεφάλι μας, οι έννοιες, βρίσκονται σε αδιάκοπη αλλαγή, πότε εμφανίζονται και πότε εκμηδενίζονται –η μεγάλη αυτή θεμελιακή ιδέα έγινε, ιδιαίτερα από την εποχή του Χέγκελ, σε τέτοιο βαθμό κοινή συνείδηση, που είναι ζήτημα αν θα την αμφισβητήσει κανείς στη γενική της μορφή... ». «Για τη διαλεκτική φιλοσοφία τίποτε δεν είναι μια για πάντα καθορισμένο, απόλυτο, ιερό. Παντού και σε όλα η διαλεκτική φιλοσοφία βλέπει τη σφραγίδα της αναπόφευκτης πτώσης και τίποτε δεν μπορεί να σταθεί μπροστά της εκτός από το αδιάκοπο προτσές της γέννησης και της εκμηδένισης, εκτός από το ατελεύτητο ανέβασμα από μια κατώτερη βαθμίδα σε μια ανώτερη. Και η ίδια (η διαλεκτική φιλοσοφία) δεν είναι παρά μια απλή αντανάκλαση αυτού του προτσές στον σκεπτόμενο εγκέφαλο»,(όπ.π., σελ. 54).
Τις αξιοσημείωτες αυτές περιγραφές μάς άφησαν οι κλασικοί του μαρξισμού για τον Χέγκελ και την προσφορά του. Ο ίδιος ο Τρότσκι σ’ ολόκληρη την επόμενη σελίδα της Σοσιαλιστικής Αλλαγής –συμπεριλαμβανομένου και του αποσπάσματος που κακοποιεί ο πλαστογράφος– περιγράφει το διαλεκτικό χαρακτήρα της εξέλιξης, τον «διαλεκτικό χαρακτήρα» της ανάπτυξης της γνώσης (η υπογράμμιση είναι του Λεόν Τρότσκι), καταλήγοντας στο πολύ σημαντικό ζήτημα της σχέσης της διαλεκτικής Φύσης με τη διαλεκτική συνείδηση.
Εδώ ο Τρότσκι διαπιστώνει ότι: «Η συνείδηση διασπά τη Φύση σε σταθερές κατηγορίες και μ’ αυτό τον τρόπο έρχεται σε αντίφαση με την πραγματικότητα. Η διαλεκτική ξεπερνάει αυτή την αντίφαση –βαθμιαία και λίγο λίγο– φέρνοντας τη συνείδηση πλησιέστερα στην πραγματικότητα του κόσμου», (όπ.π. και Κ. Σκορδούλη, σελ. 88).
Με τη σειρά του, επιβεβαιώνοντας τους άλλους μαρξιστές ηγέτες, ο Τρότσκι θα τονίσει: «Η λογική του Χέγκελ είναι η λογική της εξέλιξης. Μόνο που δεν πρέπει κανείς να ξεχνά ότι η ίδια η ιδέα της “εξέλιξης” έχει εντελώς διαφθαρεί και ευνουχιστεί από τους καθηγητές των πανεπιστημίων και τους φιλελεύθερους συγγραφείς, ώστε να σημαίνει ειρηνική “πρόοδος”», (βλ. Στην Υπεράσπιση του Μαρξισμού, σελ.100).
O Έγκελς γράφει και ξαναγράφει στο Αντιντίριγκ, ότι ο Χέγκελ ήταν αντικειμενικός ιδεαλιστής. Οι σκέψεις στον εγκέφαλό του δεν ήταν οι αφηρημένες εικόνες (οι αντανακλάσεις) των αληθινών πραγμάτων και προτσές στον αντικειμενικό κόσμο. Αντίστροφα, τα πράγματα και η εξέλιξή τους ήταν οι «πραγματωμένες» εικόνες της «Απόλυτης Ιδέας» του, που υπήρχε κάπου αιώνια. Μ’αυτόν τον τρόπο, ο Χέγκελ, αναποδογύριζε τα πάντα και αντέστρεφε τις πραγματικές σχέσεις ανάμεσα στη Φύση, την κοινωνία και την ανθρώπινη σκέψη.
Αυτό το ιδεαλιστικό κομφούζιο πολεμούσαν πάντα οι μαρξιστές. Ο ίδιος ο Τρότσκι που μας διαβεβαιώνει ότι: «ο Μαρξισμός χωρίς τη Διαλεκτική (του Χέγκελ) είναι ένα ρολόι χωρίς ελατήριο», παλεύει εδώ να στήσει τον Χέγκελ στα υλιστικά του πόδια.
Έτσι είναι ολοφάνερο ότι ο Τρότσκι, διαβάζοντας τον Χέγκελ, δεν συμφωνεί, όπως κι ο Λένιν πριν από 20 τόσα χρόνια (βλ. την σελίδα 93 των Φιλοσοφικών Τετραδίων), με τα απόλυτα στα οποία ο μεγάλος διανοητής καταφεύγει στις αρχές του κεφαλαίου του για το Είναι στην Επιστήμη της Λογικής. Ούτε ψάχνει μαζί του να βρει την «αρχή» των πραγμάτων –την αρχή του κόσμου. Μόνο συκοφάντες και πλαστογράφοι, αρλεκίνοι τύπου Κεφαλή μπορούν να τον κατηγορήσουν γι’ αυτό. Ο Τρότσκι προσπαθεί να αντιτάξει τη χεγκελιανή ευρύτητα, τη χεγκελιανή αλληλοσύνδεση και αλληλεξάρτηση των πάντων, τη χεγκελιανή αυτοκίνηση και αυτοανάπτυξη, «την ολόπλευρη καθολική ευλυγισία των εννοιών, μια ευλυγισία που απλώνεται ως την ταυτότητα των αντιθέτων», (όπως γράφει ο Λένιν στη σελίδα 99 των Φιλοσοφικών Τετραδίων), στην ακινησία, στα κλισέ και τα στερεότυπα, στη στατική αντίληψη των μεταφυσικών αντιπάλων του –των ορθολογιστών, των χυδαίων υλιστών και της τυπικής σκέψης.
Κι αυτό το αποδείχνει από την πρώτη κιόλας παράγραφο του Πέμπτου Μέρους των Τετραδίων του. Γράφει: «Υλιστική Διαλεκτική. (Αρχή). Η διαλεκτική είναι η λογική της ανάπτυξης. Εξετάζει τον κόσμο –χωρίς καμιά εξαίρεση– όχι σαν αποτέλεσμα της δημιουργίας, μιας ξαφνικής αρχής, σαν την πραγματοποίηση ενός σχεδίου, αλλά σαν αποτέλεσμα της κίνησης, της μετατροπής. Καθετί που είναι, έγινε έτσι που είναι σαν αποτέλεσμα νομοτελειακής ανάπτυξης», (όπ.π. και Κ. Σκορδούλης, σελ. 82).
Ωστόσο, η επίθεση του πλαστογράφου ενάντια στον Τρότσκι και τον Χέγκελ είναι η ίδια επίθεση που αντιμετωπίσαμε από την αρχή ενάντια στον Λένιν και την ενότητα των αντιθέτων. Ο Χέγκελ ήταν ο πρώτος που αφιέρωσε δεκάδες σελίδες στο Πρώτο Μέρος (Ποιότητα) της Επιστήμης της Λογικής για τις διαλεκτικές σχέσεις των αντιθέτων.
Στη σελίδα 100 των Φιλοσοφικών Τετραδίων ο Λένιν παραθέτει από την Επιστήμη της Λογικής του Χέγκελ, το παρακάτω απόσπασμα:
«...“Η ενότητα του πεπερασμένου και του άπειρου δεν είναι μια εξωτερική τοποθέτηση του ενός δίπλα στο άλλο, ούτε μια λαθεμένη σύνδεση αντίθετη στον προσδιορισμό τους, που δένει μαζί χωριστές οντότητες, αντιτιθέμενες, αμοιβαία ανεξάρτητες και γι’ αυτό ασυμβίβαστες. Αντίθετα, κάθε ένα καθεαυτό (το πεπερασμένο και το άπειρο) είναι αυτή η ενότητα”...», (Χέγκελ: Επιστήμης της Λογικής, σελ. 145).
Και στο σχόλιό του ο Λένιν επαναλαμβάνει για χιλιοστή πρώτη φορά ότι τα αντίθετα, το πεπερασμένο και το άπειρο, είναι ενωμένα και αξεχώριστα: «Στην πραγματικότητα, όμως, sind sie –αυτά είναι– (το πεπερασμένο και το άπειρο) αξεχώριστα. Αυτά είναι μια ενότητα».(Λένιν: Φιλοσοφικά Τετράδια, σελ. 100).
Να παραθέσουμε ένα ακόμα κομμάτι από την Επιστήμη της Λογικής, που κάνει χίλια κομμάτια τους ισχυρισμούς του κυρίου Κεφαλή, του συκοφάντη που με περίσσεια αναίδεια κατηγορεί τον Χέγκελ, ότι «επιστρέφει στη συνηθισμένη λογική της ταυτότητας», στην τυπική δηλαδή ταυτότητα (Α=Α):
«Έχουμε μπροστά μας τους εναλλασσόμενους προσδιορισμούς του πεπερασμένου και του άπειρου. Το πεπερασμένο είναι πεπερασμένο μόνο στη σχέση του με το τίποτε ή με το άπειρο, και το τελευταίο είναι άπειρο μόνο στη σχέση του με το πεπερασμένο. Αυτά είναι αξεχώριστα και την ίδια στιγμή αμοιβαία σχετιζόμενα ως εντελώς άλλα. Κάθε ένα έχει μέσα του το καθεαυτό του άλλου. Κάθε ένα είναι έτσι η ενότητα του καθεαυτού και του άλλου του, και στους προσδιορισμούς του δεν είναι αυτό που καθεαυτό είναι, και που το άλλο του είναι», (όπ.π., σελ. 141-142, η πρώτη υπογράμμιση είναι δικής μας).
Να το ξαναπούμε: για τον Χέγκελ δεν υπάρχει τίποτε που να μην είναι γίγνεσθαι (μετάβαση) και να μην περιέχει ταυτόχρονα και το Είναι και το μη-Είναι. Έτσι, το Είναι και το μη-Είναι αποτελούν δυο αντίθετα που σαν αυτοσχετιζόμενες έννοιες είναι ταυτόσημες. Το Είναι περιέχει μέσα του το αντίθετό του –το μη-Είναι. Είναι και Είναι και μη-Είναι. Δυο αλληλοαποκλειόμενα αντίθετα ενωμένα στη σύγκρουσή τους με τέτοιο τρόπο ώστε το ένα να μη νοείται χωρίς το άλλο.
Να πώς ο ίδιος ο Τζέρι Χίλι καταγράφει τη διαλεκτική της ταυτότητας των αντιθέτων στη σελίδα 77 του έργου του: «Η αντικειμενική ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ της πηγής του αισθήματος στον εξωτερικό κόσμο αρνείται σε ΔΙΑΦΟΡΑ ως αντί-θεση... Αυτή η αντί-θεση είναι η ενότητα της αρνητικής ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ, ως μιας θετικής εικόνας, πάνω στο αρνητικό της ΔΙΑΦΟΡΑΣ (αίσθημα) που είναι η Ουσία ως Αντίφαση. Αυτή είναι η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ και ΕΝΟΤΗΤΑ των αντιθέτων που αναφέρει ο Λένιν –“ μ’ αυτήν την έννοια και οι δυο είναι σωστές”», (όπ.π.) .
Αλλά ο κύριος Κεφαλής δεν καταλαβαίνει τίποτε απ’ όλα αυτά. Με την τυπική σκέψη και τον χυδαίο εμπειρισμό του, παίρνει μια παράγραφο, την ξεκόβει από τα συμφραζόμενά της και μετά της δίνει αυθαίρετα όποιο νόημα αυτός θέλει. Γι’ αυτό, δεν είναι χωρίς λόγο που ο Τζέρι Χίλι, στην πρώτη του συνέχεια της «Θεωρίας της Γνώσης» (σελ. 73) αναφέρεται στους αστούς καθηγητές και τους συγχυσμένους οπαδούς τους, που, μετασχηματίζοντας τον πραγματικό υλικό κόσμο σε μια αφαίρεση, αυτοκατασκευάζουν τις αφηρημένες εικόνες τους «για να περιγράψουν αυτό που εκείνοι νομίζουν ότι είναι». Να προσθέσουμε ότι μ’ αυτόν τον τρόπο, οι αστοί καθηγητές και μαζί τους ο αδιόρθωτος υποκειμενικός ιδεαλιστής και πολέμιος του μαρξισμού, πλαστογραφούν τον ίδιο τον αντικειμενικό κόσμο, την ίδια την Ιστορία.
Ο συκοφάντης του Λένιν και του Τρότσκι αφιερώνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο (10 σελίδες) για να δείξει το «πώς ο διαλεκτικός μάγειράς μας (ο Τζέρι Χίλι, δηλαδή) αρνείται τις αυτοδημιούργητες εικόνες» –αλλά τελικά δεν μπόρεσε να καταλάβει σε τι αναφέρεται, για τι πράγμα μιλάει ο Τζέρι Χίλι. Εμείς θα προτείναμε κάτι άλλο, πολύ πιο απλό και πολύ πιο σημαντικό: αν ο συγχυσμένος μικροαστός μας μπορούσε να μας εξηγήσει το πώς ο ίδιος κατασκεύασε στο κεφάλι του την εικόνα του Ηρόστρατου να πυρπολεί τη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, πώς σύνδεσε, δηλαδή, τον πυρπολητή του Ναού της Αρτέμιδος στην Έφεσο, το 356 π.Χ., με τη μεγάλη πυρκαγιά που ξέσπασε στη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας το 47 π.Χ., στη διάρκεια της πολιορκίας της ιστορικής αυτής πόλης από τον Γάιο Ιούλιο Καίσαρα, τρεις και πλέον αιώνες μετά την εκτέλεση του Ηρόστρατου –για να μην πηδήξουμε στον εμπρησμό των χριστιανών του αυτοκράτορα Θεοδοσίου του Α΄ που καθώς είναι γνωστό έγινε ύστερα από τέσσερεις ακόμα αιώνες, το 391 μ.Χ.
Έχω στη διάθεσή μου τρία διαδοχικά αντίτυπα από το έκτρωμα αυτό του πλαστογράφου –από το χειρόγραφο μέχρι το τελικό κείμενο, που, ύστερα από τις αναγκαίες διορθώσεις, πήρε το δρόμο από τη στοιχειοθεσία προς το τυπογραφείο. Και στα τρία αυτά αντίτυπα ο υπερφίαλος αυτός τύπος γράφει στη σελίδα 15 (σελίδα 2 του χειρογράφου του): «Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι η διαλεκτική είναι κατασκευασμένη από τα πιο πυρίμαχα υλικά, που δεν παίρνουν έτσι εύκολα φωτιά, όπως η βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, που είχε πυρπολήσει ο προκάτοχός του» –[εδώ ο εικονο(πλαστο)γράφος αναφέρεται στον Ηρόστρατο-Χίλι» που ήθελε να πυρπολήσει ...τη διαλεκτική]. Στο τυπογραφείο, φαίνεται, κάποιος διορθωτής του «σφύριξε» ότι αυτό είναι πλάσμα της φαντασίας του και έσπευσε να αλλάξει το «όπως η βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας» σε «όπως ο ναός της Εφέσου». Ας μας το εξηγήσει, λοιπόν, ο σοφός μας μήπως καταλάβουμε κι εμείς «οι αδαείς», πώς ο κάθε ιδεαλιστής, τύπου Κεφαλή, συνδέει αυθαίρετα τα γεγονότα (τον εμπρηστή με έναν οποιονδήποτε εμπρησμό), και πώς κατασκευάζει τις ψεύτικες εικόνες του, ξεκινώντας από τα αισθήματά και τις προθέσεις κι όχι από τον κάθε στιγμή αλλαγμένο, έξω από τη σκέψη του, αντικειμενικό κόσμο.
Να προσθέσουμε, τελειώνοντας, ότι ο μορφωμένος αυτός «γιος του μπαμπά του» κατηγορεί τον ναυτεργάτη Τζέρι Χίλι για τα αγγλικά του. Είναι σαφές ότι ο Τζέρι Χίλι δεν μιλούσε, ούτε έγραφε στη γλώσσα των τζέντλεμαν, των πλουτοκρατών και των λόρδων, αλλά στη γλώσσα των ιρλανδών μεταναστών και των ανθρακωρύχων! Στη γλώσσα της τάξης του, κι αυτό το είχε τιμή και καμάρι του. Αλλά εκείνο που έχει σημασία εδώ είναι ότι ο «γλωσσομαθής» κύριος Κεφαλής επιτίθεται στον Τζέρι Χίλι ακριβώς για να καλύψει τη δική του άγνοια και αμάθεια: είναι ανίκανος ακόμα και να ξεχωρίσει, την Substance (Υπόσταση) από την Essence (Ουσία) –δες, για παράδειγμα, την προτελευταία παράγραφο στη σελίδα 34 του μυθολογήματός του– δημιουργώντας, έτσι, φοβερή σύγχυση με τη «μετάφραση» και την παράθεση αποσπασμάτων από το βιβλίο του Τζέρι Χίλι, με άλλα λόγια, δημιουργώντας το αναγκαίο και χρήσιμο για τις συκοφαντίες και τις πλαστογραφίες του κλίμα.
Ο κύριος Κεφαλής παρουσιάζεται σαν «αναγεννητής» του κινήματος στην πάλη για «τη συγκρότηση μιας γνήσιας μαρξιστικής πρωτοπορίας», ενάντια «στη διαλεκτική που προσωποποιούν οι Χίλι και Θωμαδάκηδες. Γιατί αυτοί ακριβώς οι ανερμάτιστοι τύποι, με τις ανοησίες και τον ερασιτεχνισμό τους, δυσφημούν τη διαλεκτική και βάζουν εμπόδια στο μεγάλο έργο που πρέπει να πραγματοποιηθεί», (βλ. Εισαγωγή). Ενάντια στα μεγάλα και παραπλανητικά λόγια του, το ερώτημα παραμένει και συνεχίζει να τίθεται με τον πιο οξυμένο και επείγοντα τρόπο: ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΓΡΑΦΟΣ ΤΩΝ ΚΛΑΣΙΚΩΝ ΤΟΥ ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ;
Το έργο αυτό του Τζέρι Χίλι κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στα ελληνικά (σε μια πρόχειρη-πολυγραφημένη έκδοση μερικών αντιτύπων) το 1992. Και τότε διαπράξαμε ένα πολύ σοβαρό λάθος, παραθέτοντας το πλήθος των αποσπασμάτων του Λένιν και του Χέγκελ, που ο συγγραφέας παίρνει από τους τόμους 18 και 29 των «Απάντων» του Λένιν, από τη σταλινική μετάφραση της «Σύγχρονης Εποχής», που στην κάθε σελίδα της αλλοιώνει τους όρους και διαστρέφει τα νοήματα. Έτσι, χωρίς να το θέλουμε, δημιουργήσαμε μεγάλα προβλήματα στους αγωνιστές εκείνους που θέλησαν να ασχοληθούν με τα μεθοδολογικά ζητήματα –αν και, στο τέλος του τόμου, είχαμε παραθέσει σε Παράρτημα τα πιο σημαντικά από αυτά τα αποσπάσματα μεταφρασμένα από τους τόμους των «Απάντων» του Λένιν στα αγγλικά.
Γι’ αυτό, σ’ αυτήν εδώ την έκδοση αποφασίσαμε να ακολουθήσουμε έναν άλλον, πιο απλό και την ίδια στιγμή πιο αποτελεσματικό δρόμο: αναφερόμαστε και παραπέμπουμε στις αντίστοιχες σελίδες της «Σύγχρονης Εποχής», αλλά μεταφράζουμε και παραθέτουμε τα αποσπάσματα από την αγγλική έκδοση των «Απάντων» του Λένιν –Progress Publishers, Mοscοw, 1981. Έτσι δίνουμε τη δυνατότητα στον αναγνώστη να έχει τοποθετημένο στα πραγματικά του πλαίσια κάθε απόσπασμα και ταυτόχρονα να μπορεί να το συγκρίνει και να επισημάνει μόνος του, όχι απλά τους βαρβαροσολοικισμούς, που βρίθουν σε όλη την έκταση των κειμένων τους, μα και τις σταλινικές αλχημείες που κάνουν αγνώριστα τα κείμενα του Λένιν και του Χέγκελ, ιδιαίτερα στα Φιλοσοφικά Τετράδια. Δεν λέμε ότι ο μεταφραστής δεν «επιτρέπεται» να κάνει λάθη. Παντού στη δουλειά μας υπάρχουν τεράστιες δυσκολίες και ελλοχεύουν μεγάλοι κίνδυνοι για παραδρομές, για λάθη, ακόμα και για γκάφες. Αλλά αυτό είναι ένα άλλο ζήτημα. Εδώ, καλούμε τον αναγνώστη να αναλογιστεί που μας οδήγησε η έλλειψη κάθε ελέγχου την εποχή του σταλινικού μεσαίωνα, των αλάθητων αρχηγών και της γραφειοκρατικής αυθαιρεσίας!
Σ’ αυτήν, επίσης, την έκδοση παραθέτουμε όλα τα άρθρα του Τζέρι Χίλι κατά χρονολογική σειρά εγγραφής, διορθώνοντας το λάθος που έγινε στην αγγλική έκδοση («Marxist Publishing Cοoperative»), και στη δική μας περιορισμένη έκδοση του 1992, όπου χωρίστηκαν σχηματικά τα άρθρα του Διαλεκτικού Υλισμού από τα άρθρα του Ιστορικού Υλισμού. Επίσης παραθέτουμε το σημαντικό άρθρο του Τζέρι Χίλι για την «Υπόσταση» που από λάθος δεν μπήκε στην αγγλική έκδοση κι έτσι δεν υπήρχε και στην ελληνική συλλογή του 1992.
Κλείνοντας, πρέπει να σημειώσουμε εδώ ότι, αν εξαιρέσουμε την σημαντική δουλειά του Ευτ. Μπιτσάκη στη Διαλεκτική της Φύσης, η ίδια ανευθυνότητα κυριαρχεί σε όλες τις μεταφράσεις των σταλινικών επιγόνων. Η κατάσταση, λόγου χάρη, της μετάφρασης του Κεφαλαίου είναι τέτοια, ώστε αναγκαστήκαμε, μεταφράζοντας τη Νέα Οικονομική του Γιεβγκένι Πρεομπραζένσκι, όπου παρατίθενται πολλά αποσπάσματα από το Κεφάλαιο του Μαρξ, να προσθέσουμε μια υποσημείωση που προειδοποιεί για τα «μεγάλα προβλήματα» που υπάρχουν στην έκδοση της «Σύγχρονης Εποχής».
«Είναι γι’ αυτό το λόγο, σημειώναμε εκεί, που δεν παραθέτουμε τα αποσπάσματα από τη μετάφραση του Π. Μαυρομάτη, αλλά τα μεταφράζουμε από τα γαλλικά, όπως αυτά παρατίθενται από τον ίδιο τον συγγραφέα που τα παίρνει από τη ρωσική μετάφραση του ακαδημαϊκού Ι. Ι. Στεπάνοφ-Σκβορτσόφ –ένα από τα έργα που καθώς γράφει ο ίδιος ο Μαυρομάτης “πήρε υπόψη του” στην προσπάθειά του να αποδόσει στα ελληνικά το Κεφάλαιο».
Την ίδια μέθοδο αναγκαστήκαμε να ακολουθήσουμε και με τα αποσπάσματα του Κεφαλαίου που υπάρχουν σ’ αυτόν εδώ τον τόμο του Τζέρι Χίλι (βλ. «Το “Κύτταρο” της Υλιστικής Διαλεκτικής», σελίδες 146-158). Μια απλή αντιπαράθεση αυτών των αποσπασμάτων με τα αντίστοιχα αποσπάσματα του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου της «Σύγχρονης Εποχής» στις σελίδες 74, 63, 85-86, 104, 69-70, 72, 88, 96 θα μπορούσε να πείσει και τον πιο δύσπιστο ή κι ακόμα προκατειλημμένο αναγνώστη. Η κατάσταση είναι απαράδεκτη: πολλές φορές δυσκολεύεται κανείς ακόμα και να αναγνωρίσει τα αποσπάσματα, συγκρίνοντάς τα με τα αντίστοιχα αποσπάσματα στη γαλλική ή την αγγλική γλώσσα!
21 Νοέμβρη 2002
Θ. ΘΩΜΑΔΑΚΗΣ