Marxistbooks> Βιβλιοθήκη> Τρότσκι> Λεόν Τροσκι και φιλοσοφία


Λεόν Τρότσκι και Φιλοσοφία


Με ευκαιρία την έκδοση των Φιλοσοφικών Τετραδίων από τις εκδόσεις «Παρασκήνιο» δημοσιεύουμε σήμερα μια σειρά σκόρπια κείμενα του Τρότσκι που αναφέρονται γενικά σε ζητήματα θεωρίας, πιστεύοντας ότι έτσι ολοκληρώνουμε την ήδη γνωστή ως τα τώρα αρθρογραφία και πολεμική του πάνω στη φιλοσοφία. Τα άρθρα που ακολουθούν δημοσιεύονται κατά χρονολογική σειρά εγγραφής:
1) Διαλεκτικός Υλισμός και Επιστήμη –Η Ομιλία του Λεόν Τρότσκι στο Επιστημονικό Συνέδριο για την επέτειο των 100 χρόνων από τη γέννηση του Μεντελέγιεφ –1925.
2) Ένας Θρίαμβος του Διαλεκτικού Υλισμού –Από τον εναρκτήριο χαιρετισμό του Λεόν Τρότσκι στο Πρώτο Πανρωσικό Συνέδριο της Εταιρίας των Φίλων Ραδιοφώνου –1926
3) Ο Μαρξισμός ως Επιστήμη –Γράμμα προς τον Σίντεϊ Χουκ –1933
4) Η Πολιτική του Κόμματος στο Πεδίο της Τέχνης και της Φιλοσοφίας –Απάντηση στους αμερικανούς συντρόφους, Μάρτιν Γκλι, Χάρι Ρος και Μ. Μόρις –1933
5) Η Διαλεκτική και το Αμετάβλητο του Συλλογισμού –Από τα τελευταία «Κείμενα» του Τρότσκι (1939-1940). Εδώ ο Τρότσκι πολεμά την μικροαστική αντιπολίτευση Μπάρναμ-Σάχτμαν-Άμπερν που «πέφτοντας στον πιο χυδαίο ορθολογισμό» αρνούνταν να υπερασπίσει το Εργατικό Κράτος ενάντια στον ιμπεριαλισμό.


Λεόν Τρότσκι

Διαλεκτικός Υλισμός και Επιστήμη

Κάθε καινούργιο κοινωνικό καθεστώς ιδιοποιείται την πολιτιστική κληρονομιά του παρελθόντος όχι συνολικά, αλλά μόνο σύμφωνα με τη δική του διάρθρωση. Έτσι η μεσαιωνική κοινωνία ενσωμάτωσε στο Χριστιανισμό πολλά στοιχεία της αρχαίας φιλοσοφίας, υποτάσσοντάς τα, ωστόσο, στις ανάγκες του φεουδαρχικού καθεστώτος και μετατρέποντάς τα σε σχολαστικισμό, σε «υπηρέτρια της θεολογίας». Παρόμοια, η αστική κοινωνία κληρονόμησε το Χριστιανισμό ανάμεσα στ’ άλλα, από το Μεσαίωνα, αλλά τον υπέταξε είτε στην Μεταρρύθμιση... είτε (στην Αντι-Μεταρρύθμιση). Στην εποχή της αστικής τάξης ο Χριστιανισμός παραμερίστηκε στο βαθμό που έπρεπε να ανοιχτεί ο δρόμος στην επιστημονική έρευνα, τουλάχιστον, μέσα στα όρια που απαιτούνταν για την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων.

Η σοσιαλιστική κοινωνία στη σχέση της με την επιστημονική και πολιτιστική της κληρονομιά γενικά κρατάει σε πολύ μικρότερο βαθμό μια στάση αδιαφορίας η παθητικής αποδοχής. Μπορεί να ειπωθεί: όσο μεγαλύτερη είναι η εμπιστοσύνη του σοσιαλισμού στις επιστήμες που ασχολούνται με την άμεση μελέτη της Φύσης, τόσο μεγαλύτερη είναι η κριτική δυσπιστία του στις επιστήμες και ψευδοεπιστήμες που συνδέονται στενά με τη δομή της ανθρώπινης κοινωνίας, τους οικονομικούς της θεσμούς, το κράτος, τους νόμους, την ηθική της κλπ.

Βέβαια αυτές οι δυο σφαίρες δεν χωρίζονται από έναν αδιαπέραστο τοίχο. Αλλά είναι αναμφισβήτητο γεγονός πως η κληρονομιά που είναι ενσωματωμένη στις επιστήμες που δεν ασχολούνται με την ανθρώπινη κοινωνία αλλά με την «ύλη» –οι φυσικές επιστήμες γενικά, και επομένως και η χημεία– έχει ασύγκριτα μεγαλύτερη σπουδαιότητα.

Η ανάγκη των ανθρώπων να γνωρίσουν τη Φύση τούς έχει επιβληθεί από την ανάγκη να την υποτάξουν. Σ’ αυτή τη σφαίρα οι όποιες εκτροπές από τις αντικειμενικές σχέσεις, σχέσεις που καθορίζονται από τις ιδιότητες της ίδιας της ύλης, διορθώνονται από την πρακτική εμπειρία. Αυτή μόνη εξασφαλίζει σοβαρά τις φυσικές επιστήμες, και ιδιαίτερα την χημική έρευνα, από σκόπιμες, μισοσκόπιμες η αθέλητες διαστρεβλώσεις, παρερμηνείες και παραποιήσεις. Η κοινωνική έρευνα ωστόσο έχει αφιερώσει την προσπάθειά της κατά κύριο λόγο στο να δικαιολογήσει την ιστορικά δημιουργημένη κοινωνία, ώστε να την προφυλάξει από τις επιθέσεις «καταστρεπτικών θεωριών» κλπ. Εδώ ακριβώς έχει τη ρίζα του ο απολογητικός ρόλος των επίσημων κοινωνικών επιστημών της αστικής κοινωνίας και αυτός είναι ο λόγος που τα επιτεύγματα τους έχουν τόσο μικρή αξία.

Όσο η επιστήμη ως ολότητα παρέμενε «υπηρέτρια της θεολογίας» μόνο λαθραία θα μπορούσε να δόσει αξιόλογα αποτελέσματα. Έτσι γινόταν το Μεσαίωνα. Στο αστικό καθεστώς ήταν, όπως ήδη δείξαμε, που οι φυσικές επιστήμες απόκτησαν τη δυνατότητα να αναπτυχθούν πλατιά. Αλλά η κοινωνική επιστήμη παρέμεινε υπηρέτρια του καπιταλισμού. Αυτό είναι αλήθεια επίσης, σε μεγάλο βαθμό, και για την ψυχολογία που συνδέει τις κοινωνικές και τις φυσικές επιστήμες καθώς και για τη φιλοσοφία που συστηματοποιεί τα γενικευμένα συμπεράσματα όλων των επιστημών.

Είπα πως η επίσημη κοινωνική επιστήμη έχει δόσει λίγα πράγματα που να αξίζουν. Αυτό προκύπτει κατά τον καλύτερο τρόπο από την ανικανότητα της αστικής επιστήμης να προβλέψει το αύριο. Το παρατηρήσαμε στην περίπτωση του πρώτου παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού που πολέμου και των συνεπειών του. Το ξαναείδαμε σε σχέση με την Οκτωβριανή Επανάσταση. Το βλέπουμε τώρα στην πλήρη αδυναμία της επίσημης κοινωνικής επιστήμης να εκτιμήσει την κατάσταση στην Ευρώπη τις αλληλοσυσχετίσεις της με την Αμερική και τη Σοβιετική Ένωση, στην ανικανότητα της να βγάλει οποιαδήποτε συμπεράσματα για το μέλλον. Ωστόσο η σπουδαιότητα της επιστήμης βρίσκεται ακριβώς σε τούτο: να γνωρίζει για να μπορεί να προβλέπει.

Η φυσική επιστήμη –και η χημεία κατέχει εξαιρετικά σημαντική θέση σ’ αυτό το πεδίο– αναμφισβήτητα αποτελεί το πολυτιμότερο κομμάτι της κληρονομιάς μας. Το Συνέδριο σας στέκεται κάτω από τη σημαία του Mendeleyev που ήταν και παραμένει το καμάρι της ρωσικής επιστήμης.

Υπάρχει διαφορά στο βαθμό της πρόβλεψης και της ακρίβειας που επιτελείται στις διάφορες επιστήμες. Αλλά είναι μέσα από την πρόβλεψη –παθητική σε μερικές περιπτώσεις, όπως στην αστρονομία, και ενεργητική, όπως στη χημεία και τη χημική μηχανική– που η επιστήμη γίνεται ικανή να επαληθεύσει το εαυτό της και να δικαιολογήσει τον κοινωνικό της σκοπό.

Ένας επιστήμονας σε ατομικό επίπεδο μπορεί να μην ενδιαφέρεται καθόλου για την πρακτική εφαρμογή των ερευνών του. Όσο ευρύτερο το πεδίο των παρατηρήσεων του, όσο τολμηρότερο το πέταγμα του, όσο μεγαλύτερη η ελευθερία του στις διανοητικές λειτουργίες του από την πρακτική της καθημερινής αναγκαιότητας, τόσο το καλύτερο. Η επιστήμη, όμως, δεν είναι λειτουργία μεμονωμένων επιστημόνων, είναι κοινωνική λειτουργία. Η κοινωνική αποτίμηση καθορίζεται από την ικανότητα της να αυξήσει τη δύναμη του ανθρώπου και να τον οπλίσει με τη δυνατότητα να προβλέπει τα γεγονότα και να εξουσιάσει τη Φύση. Η επιστήμη είναι γνώση που μας προικίζει με δύναμη. Όταν ο γάλλος αστρονόμος Urben Leverrier βασιζόμενος στις «εκκεντρότητες» στην τροχιά του Ουρανού, συμπέρανε ότι πρέπει να υπάρχει ένα άγνωστο ουράνιο σώμα που «διαταράσσει» την κίνηση του Ουρανού, στη βάση των καθαρά μαθηματικών υπολογισμών του, ζήτησε από τον γερμανό αστρονόμο Galle να εντοπίσει ένα σώμα που περιπλανιέται χωρίς διαβατήριο στους ουρανούς σ’ αυτή κι αυτή τη διεύθυνση και όταν ο (Johann) Galle εστίασε το τηλεσκόπιό του σ’ εκείνη τη διεύθυνση και ανακάλυψε τον πλανήτη Ποσειδώνα –εκείνη τη στιγμή η ουράνια μηχανική του Newton γιόρτασε μια μεγάλη νίκη.

Αυτό συνέβη το φθινόπωρο του 1846. Το 1848 η επανάσταση σάρωσε σαν σίφουνας την Ευρώπη επιδεικνύοντας τη «διαταρακτική» της επίδραση στην κίνηση των λαών και των κρατών. Στην ενδιάμεση περίοδο ανάμεσα στην ανακάλυψη του Ποσειδώνα και την επανάσταση του 1848 δύο νέοι επιστήμονες ο Μαρξ και ο Έγκελς έγραψαν το Κομμουνιστικό Μανιφέστο στο οποίο όχι μόνο προέβλεψαν το αναπόφευκτο των επαναστατικών γεγονότων στο άμεσο μέλλον, αλλά επίσης ανέλυσαν από πριν τις συνιστώσες δυνάμεις τους, τη λογική της κίνησης τους –μέχρι την αναπόφευκτη νίκη του προλεταριάτου και την εγκαθίδρυση της δικτατορίας του.

Δεν θα ήταν καθόλου άσκοπο να αντιπαραβάλει κανείς τούτη την πρόγνωση με τις προφητείες της επίσημης κοινωνικής επιστήμης των Χοετζόλερν, των Ρομανόφ, του Λουδοβίκου Φιλίππου κ.ά. το 1848.

Το 1869 ο Mendeleyev στηριζόμενος στις έρευνες και τους συλλογισμούς του πάνω στο ατομικό βάρος διετύπωσε τον περιοδικό νόμο των στοιχείων. Στο ατομικό βάρος ως πιο σταθερό κριτήριο συνέδεσε ορισμένες άλλες ιδιότητες και χαρακτηριστικά, διέταξε τα στοιχεία σε μια ορισμένη τάξη, και μετά μέσα απ’ αυτήν την τάξη ανακάλυψε την ύπαρξη μιας συγκεκριμένης αταξίας, δηλαδή την απουσία συγκεκριμένων στοιχείων. Αυτά τα άγνωστα στοιχεία, χημικές μονάδες όπως τα ονόμασε τότε ο Mendeleyev, έπρεπε, σύμφωνα με την λογική αυτού του «νόμου», να καταλαμβάνουν συγκεκριμένες κενές θέσεις σ’ αυτή τη διάταξη. Και ο Mendeleyev με μια ηγεμονική χειρονομία, χαρακτηριστική του ερευνητή που έχει εμπιστοσύνη στον εαυτό του, χτύπησε σε μια από τις κλειστές τότε πόρτες της Φύσης και από μέσα μια φωνή απάντησε: «παρών»! Στην πραγματικότητα τρεις φωνές απάντησαν ταυτόχρονα, γιατί στις θέσεις, που είχε υποδείξει ο Mendeleyev, ανακαλύφθηκαν τρία καινούργια στοιχεία που αργότερα ονομάστηκαν γάλλιο, σκάνδιο και γερμάνιο.

Περίλαμπρος θρίαμβος της σκέψης, αναλυτικής και συνθετικής! Στο έργο του Αρχές της Χημείας ο Mendeleyev χαρακτηρίζει παραστατικά τη δημιουργική επιστημονική προσπάθεια, συγκρίνοντας την με το στήσιμο μιας γέφυρας πάνω από χαράδρα. Γι’ αυτό δεν είναι αναγκαίο να κατεβούμε στη χαράδρα και να βάλουμε στηρίγματα στον πυθμένα είναι μόνο αναγκαίο να υψώσουμε ένα θεμέλιο στη μια πλευρά και μετά να προεκτείνουμε ένα επακριβώς σχεδιασμένο τόξο, το οποίο μετά θα βρει στήριγμα στην απέναντι πλευρά. Παρόμοια και με την επιστημονική σκέψη. Μπορεί να βασιστεί μόνο στο γρανιτένιο θεμέλιο της εμπειρίας, αλλά οι γενικεύσεις της, όπως το τόξο στη γέφυρα, μπορούν να υψωθούν πάνω από τον κόσμο των γεγονότων, για να συναντηθούν και πάλι μαζί του αργότερα, σε ένα άλλο σημείο υπολογισμένο από πριν. Εκείνη την στιγμή της επιστημονικής σκέψης, όταν η γενίκευση μετατρέπεται σε πρόβλεψη –και η πρόβλεψη θριαμβευτικά επιπεβαιώνεται μέσα από την εμπειρία, εκείνη την στιγμή η ανθρώπινη σκέψη γνωρίζει την πιο περήφανη και πιο δικαιολογημένη ικανοποίησή της! Έτσι έγινε και στη χημεία με την ανακάλυψη των νέων στοιχείων με βάση τον περιοδικό νόμο.

Η πρόβλεψη του Mendeleyev, που αργότερα προξένησε μεγάλη εντύπωση στον Φρ. Έγκελς, έγινε το 1871, τη χρονιά, δηλαδή, της μεγάλης τραγωδίας της Κομμούνας του Παρισιού στη Γαλλία. Η στάση του μεγάλου μας χημικού απέναντι σ’ αυτό το γεγονός, μπορεί να εξηγηθεί από την γενική του εχθρότητα προς το «λατινισμό», τη βιαιότητα και τις επαναστάσεις του. Όμοια με όλους τους επίσημους στοχαστές των κυρίαρχων τάξεων, όχι μονάχα στη Ρωσία και την Ευρώπη αλλά σ’ ολόκληρο τον κόσμο ο Mendeleyev δεν αναρωτήθηκε: Ποιά είναι η πραγματική κινητήρια δύναμη πίσω από την Παρισινή Κομμούνα; Δεν είδε ότι η καινούργια τάξη, που έβγαινε από την μήτρα της παλιάς κοινωνίας, ασκούσε με την κίνηση της μια «διαταρακτική» επίδραση στην τροχιά της παλιάς κοινωνίας, ακριβώς, όπως και ο άγνωστος πλανήτης στην τροχιά του Ουρανού. Αλλά ένας γερμανός εξόριστος, ο Καρλ Μαρξ, εκείνο τον καιρό ανέλυσε τα αίτια και την εσωτερική μηχανική της Παρισινής Κομμούνας και οι ακτίνες του επιστημονικού του πυρσού εισχώρησαν στα γεγονότα του δικού μας Οκτώβρη και τα φώτισαν.

Από πολύ καιρό δεν το βρίσκουμε απαραίτητο να καταφεύγουμε σε μια μυστηριώδη ουσία, που ονομάζεται φλογιστόν, για να εξηγήσουμε τις χημικές αντιδράσεις. Στην πραγματικότητα το φλογιστόν χρησιμοποιήθηκε απλά ως γενίκευση για να καλύψει την άγνοια των αλχημιστών. Στη σφαίρα της φυσιολογίας έχει περάσει από καιρό η εποχή που ήταν αισθητή η ανάγκη μιας ει-δικής μυστικιστικής ουσίας που την ονόμασαν ζωική δύναμη και που ήταν το φλογιστόν της ζωντανής ύλης.

Σαν αρχή, σήμερα έχουμε αρκετές γνώσεις φυσικής και χημείας για να εξηγήσουμε τα φαινόμενα της φυσιολογίας. Στη σφαίρα των φαινομένων της συνείδησης δεν χρειαζόμαστε πια την ουσία με την ετικέτα «ψυχή» που στην αντιδραστική φιλοσοφία παίζει το ρόλο του φλογιστού των ψυχοφυσικών φαινομένων. Η ψυχολογία για μας ανάγεται σε τελευταία ανάλυση σε φυσιολογία και αυτή πάλι σε χημεία, μηχανική και φυσική. Στη σφαίρα της κοινωνικής επιστήμης αυτή (δηλαδή η ψυχή) είναι πολύ πιο βιώσιμη από τη θεωρία του φλογιστού που εμφανίζεται με διάφορα κοστούμια, άλλοτε μεταμφιεσμένη ως «ιστορική αποστολή» κι άλλοτε ως αναλλοίωτος «εθνικός χαρακτήρας», πότε σαν την χωρίς περιεχόμενο ιδέα της «προόδου» και πότε σαν την αποκαλούμενη «κριτική σκέψη» και η συνέχεια επ’ άπειρο. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις έχει γίνει μια προσπάθεια να ανακαλυφθεί μια υπερκοινωνική ουσία για να εξηγήσει τα κοινωνικά φαινόμενα. Δεν χρειάζεται καθόλου να επαναλάβουμε, ότι αυτές οι ιδανικές ουσίες είναι μόνο έξυπνες μεταμφιέσεις για να καλυφθεί η κοινωνιολογική άγνοια. Ο μαρξισμός απέρριψε τις υπεριστορικές ουσίες ακριβώς όπως η φυσιολογία εγκατέλειψε τη ζωική δύναμη και η χημεία το φλογιστόν.

Η ουσία του Μαρξισμού συνίσταται στο ότι προσεγγίζει την κοινωνία συγκεκριμένα ως αντικείμενο έρευνας και αναλύει την ανθρώπινη ιστορία όπως κάποιος θα εξέταζε ένα κολοσσιαίο αρχείο εργαστηριακών δεδομένων. Ο μαρξισμός θεωρεί την ιδεολογία ως αναπόσπαστο στοιχείο της υλικής κοινωνικής διάρθρωσης υποταγμένο σ’ αυτήν. Ο μαρξισμός εξετάζει την ταξική δομή της κοινωνίας ως μια ιστορικά προσδιορισμένη μορφή της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Ο μαρξισμός εξάγει από τις παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας τις αμοιβαίες σχέσεις μεταξύ της ανθρώπινης κοινωνίας και της Φύσης που την περιβάλλει και αυτές με τη σειρά τους θεωρούνε πως καθορίζονται σε κάθε ιστορικό στάδιο από την τεχνολογία του ανθρώπου, από τα εργαλεία και τα όπλα του, από τις ικανότητες του και τις μεθόδους του για την πάλη με τη Φύση. Ακριβώς αυτή η αντικειμενική προσέγγιση οπλίζει το μαρξισμό με την ανυπέρβλητη δύναμη της ιστορικής πρόγνωσης.

Θεωρείστε την ιστορία του μαρξισμού έστω και μόνο στην εθνική κλίμακα της Ρωσίας, και παρακολουθείστε την όχι από την άποψη των πολιτικών συμπαθειών η αντιπαθειών σας αλλά από την άποψη του ορισμού που δίνει ο Mendeleyev στην επιστήμη: «Να γνωρίζουμε για να μπορούμε να προβλέπουμε και να ενεργούμε». Η αρχική περίοδος της ιστορίας του μαρξισμού στο ρωσικό έδαφος είναι η ιστορία μιας πάλης για σωστή κοινωνικο-ιστορική πρόγνωση (πρόβλεψη) ενάντια στις επίσημες κυβερνητικές και επίσημες αντιπολιτευτικές απόψεις. Στις αρχές της όγδοης δεκαετίας η επίσημη ιδεολογία υπήρχε σαν η τριάδα απολυταρχισμού, ορθοδοξίας και εθνικισμού, ο φιλελευθερισμός ονειρευόταν το καταμεσήμερο για Συνελεύσεις του Zemstvo, δηλαδή μια ημι-συνταγματική μοναρχία, ενώ οι Ναρόντνικοι συνδύαζαν σοσιαλιστικές φαντασιώσεις με αντιδραστική πολιτική στην οικονομία. Εκείνη την εποχή η μαρξιστική σκέψη πρόβλεψε όχι μόνο το αναπόφευκτο και προοδευτικό του καπιταλισμού, αλλά επίσης την εμφάνιση του προλεταριάτου σε έναν ανεξάρτητο ιστορικό ρόλο –το προλεταριάτο να αναλαμβάνει την ηγεσία του αγώνα των λαϊκών μαζών, τη δικτατορία του προλεταριάτου που θα οδηγούσε πίσω του την αγροτιά.

Δεν υπάρχει μικρότερη διαφορά μεταξύ της μαρξιστικής μεθόδου κοινωνικής ανάλυσης και των θεωριών εναντίον των οποίων πάλεψε απ’ ό,τι υπάρχει μεταξύ του περιοδικού νόμου του Mendeleyev με όλες τις κατοπινές του τροποποιήσεις από τη μια μεριά και τους ακροβατισμούς των αλχημιστών από την άλλη. «Η αιτία της χημικής αντίδρασης βρίσκεται στις φυσικές και μηχανικές ιδιότητες των χημικών ενώσεων». Η διατύπωση του Mendeleyev έχει πλήρως υλιστικό χαρακτήρα. Η χημεία αντί να καταφεύγει σε κάποια νέα υπερμηχανική και υπερφυσική δύναμη για να εξηγήσει τα φαινόμενα της, ανάγει τις χημικές διαδικασίες στις μηχανικές και φυσικές ιδιότητες των ενώσεων της. Η βιολογία και η φυσιολογία βρίσκονται σε μια παρόμοια σχέση με την χημεία. Η επιστημονική, δηλαδή, η υλιστική φυσιολογία δεν χρειάζεται μια ειδική υπερχημική ζωική δύναμη (που αναφέρεται από τους βιταλιστές και νεοβιταλιστές) για να εξηγήσει φαινόμενα στο δικό της πεδίο. Οι διαδικασίες της φυσιολογίας ανάγονται σε τελική ανάλυση σε χημικές, ακριβώς, όπως οι τελευταίες ανάγονται στη μηχανική και τη φυσική.

Η ψυχολογία σχετίζεται παρόμοια με τη φυσιολογία. Δεν ονομάζεται χωρίς λόγο η φυσιολογία εφαρμοσμένη χημεία των ζωντανών οργανισμών. Ακριβώς, όπως δεν υπάρχει ειδική φυσιολογική δύναμη, έτσι είναι το ίδιο αλήθεια ότι η επιστημονική, δηλαδή, η υλιστική ψυχολογία δεν έχει ανάγκη από μια μυστικιστική δύναμη –την ψυχή– για να εξηγήσει τα φαινόμενα στο πεδίο της, αλλά βρίσκει ότι αυτά μπορεί να αναχθούν σε τελική ανάλυση σε φαινόμενα φυσιολογίας. Αυτή είναι η σχολή του ακαδημαϊκού Pavlov. Εξετάζει την αποκαλούμενη ψυχή σαν ένα πολύπλοκο σύστημα εξαρτημένων αντανακλαστικών, ολοκληρωτικά ριζωμένων στα στοιχειώδη φυσιολογικά αντανακλαστικά, τα οποία με τη σειρά τους βρίσκουν, μέσω του ισχυρού στρώματος της χημείας, τη ρίζα τους στο υπέδαφος της μηχανικής και της φυσικής.

Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί επίσης για την κοινωνιολογία. Για να εξηγήσουμε τα κοινωνικά φαινόμενα δεν χρειάζεται να καταφύγουμε σε κάποιου είδους αιώνια πηγή η να αναζητήσουμε την καταγωγή σ’ έναν άλλο κόσμο. Η κοινωνία είναι προϊόν της ανάπτυξης της πρωταρχικής ύλης ακριβώς όπως ο φλοιός της γης η η αμοιβάδα. Έτσι, η επιστημονική σκέψη με τις μεθόδους της κόβει σαν αδαμαντοτρύπανο μέσα από τα πολύπλοκα φαινόμενα της κοινωνικής ιδεολογίας μέχρι τον βράχο της ύλης, με τα συστατικά της στοιχεία, τα άτομα με τις φυσικές και μηχανικές τους ιδιότητες.

Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε φαινόμενο της χημείας μπορεί να αναχθεί κατευθείαν στη μηχανική και πολύ περισσότερο πως κάθε κοινωνικό φαινόμενο μπορεί να αναχθεί κατευθείαν στη φυσιολογία και κατόπιν –σε νόμους χημείας και μηχανικής. Μπορεί να ειπωθεί ότι αυτός είναι ο υπέρτατος σκοπός της επιστήμης. Αλλά η μέθοδος της βαθμιαίας και συνεχούς προσέγγισης προς αυτό το σκοπό είναι εντελώς διαφορετική. Η χημεία έχει τη δική της ειδική προσέγγιση στην ύλη, τις δικές της μεθόδους έρευνας, τους δικούς της νόμους. Αν χωρίς τη γνώση ότι οι χημικές αντιδράσεις ανάγονται σε τελική ανάλυση σε μηχανικές ιδιότητες των στοιχειωδών σωματιδίων της ύλης, δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει μια πλήρης φιλοσοφία που να συνδέει όλα τα φαινόμενα σε ένα μοναδικό σύστημα, έτσι, από την άλλη μεριά, η απλή γνώση ότι τα χημικά φαινόμενα έχουν τη ρίζα τους στη μηχανική και τη φυσική, δεν μας δίνει από μόνη της το κλειδί για έστω και μια χημική αντίδραση. Η χημεία έχει τα δικά της κλειδιά. Κάποιος μπορεί να διαλέξει μεταξύ τους μόνο βασιζόμενος στην εμπειρία και τη γενίκευση, χρησιμοποιώντας το χημικό εργαστήριο, τη χημική υπόθεση και τη χημική θεωρία.

Αυτό ισχύει για όλες τις επιστήμες. Η χημεία είναι ένα ισχυρό στήριγμα της φυσιολογίας με την οποία συνδέεται άμεσα μέσω της οργανικής και της φυσιολογικής χημείας. Αλλά η χημεία δεν είναι υποκατάστατο της φυσιολογίας. Κάθε επιστήμη στηρίζεται στους νόμους των άλλων επιστημών μόνο στην επονομαζόμενη τελική στιγμή. Αλλά, συγχρόνως, ο διαχωρισμός της μιας επιστήμης από την άλλη καθορίζεται επακριβώς από το γεγονός, ότι κάθε επιστήμη καλύπτει ένα ιδιαίτερο πεδίο φαινομένων, δηλαδή, ένα πεδίο τέτοιων πολύπλοκων συνδυασμών στοιχειωδών φαινομένων και νόμων που απαιτεί μια ειδική προσέγγιση, ειδική ερευνητική τεχνική, ειδικές υποθέσεις και μεθόδους.

Αυτή η ιδέα φαίνεται τόσο αναμφισβήτητη στην περίπτωση των μαθηματικών και της φυσικής ιστορίας, ώστε το να επιμένεις σ’ αυτήν είναι σαν να παραβιάζεις μια ανοιχτή πόρτα. Είναι όμως διαφορετικά τα πράγματα με την κοινωνική επιστήμη. Σπουδαίοι φυσικοί επιστήμονες, οι οποίοι στο πεδίο, ας πούμε, της φυσιολογίας δεν θα προχωρούσαν ούτε ένα βήμα χωρίς να λάβουν υπ’ όψη αυστηρά ελεγμένα πειράματα, επαλήθευση, υποθετική γενίκευση, τελική επαλήθευση κλπ, προσεγγίζουν τα κοινωνικά φαινόμενα πολύ πιο τολμηρό, με την τολμηρότητα της άγνοιας, σαν να αναγνωρίζουν σιωπηρά, ότι σ’ αυτή την εξαιρετικά περίπλοκη σφαίρα των φαινομένων είναι αρκετό να έχεις μια ασαφή κλίση, καθημερινές παρατηρήσεις, οικογενειακές παραδόσεις, και ακόμα ένα απόθεμα από τρέχουσες κοινωνικές προκαταλήψεις.

Η ανθρώπινη κοινωνία δεν αναπτύχθηκε σύμφωνα με ένα προετοιμασμένο σχέδιο η σύστημα, αλλά εμπειρικά, μέσα στην πορεία μιας μακράς, περίπλοκης και αντιφατικής πάλης του ανθρώπινου είδους για την ύπαρξη του και αργότερα για ολοένα και μεγαλύτερη κυριαρχία πάνω στην ίδια τη Φύση. Η ιδεολογία της ανθρώπινης κοινωνίας διαμορφώθηκε ως αντανάκλαση και ως εργαλείο αυτής της διαδικασίας –αργοπορημένη, ακατάστατη και τεμαχισμένη, με την μορφή, ας πούμε, εξαρτημένων κοινωνικών ανακλαστικών, τα οποία σε τελική ανάλυση μπορεί να αναχθούν στις αναγκαιότητες της πάλης του συλλογικού ανθρώπου ενάντια στη Φύση. Το να φθάσουμε σε κρίσεις για τους νόμους που διέπουν την ανθρώπινη κοινωνία, στη βάση της ιδεολογικής τους αντανάκλασης, στη βάση της επονομαζόμενης κοινής γνώμης κλπ, είναι σχεδόν ισοδύναμο με το να σχηματίσουμε άποψη για την ανατομική και φυσιολογική δομή της σαύρας, στη βάση των αισθήσεων της, καθώς λιάζεται ξαπλωμένη στον ήλιο η σέρνεται έξω από μια υγρή σχισμή. Έχει μεγάλη δόση αλήθειας, ότι υπάρχει άμεση σύνδεση μεταξύ των αισθημάτων της σαύρας και της οργανικής της δομής. Αλλά αυτή η σύνδεση είναι αντικείμενο έρευνας με αντικειμενικές μεθόδους. Υπάρχει, ωστόσο, μια τάση να γινόμαστε πολύ υποκειμενικοί κρίνοντας τη δομή και τους νόμους που διέπουν την ανάπτυξη της ανθρώπινης κοινωνίας σαν συνάρτηση της λεγόμενης κοινωνικής συνείδησης, δηλαδή, με την αντιφατική, αποσπασματική, συντηρητική και ανεπιβεβαίωτη ιδεολογία της. Βέβαια κάποιος μπορεί να προσβληθεί και να προβάλει την αντίρρηση, ότι η κοινωνική ιδεολογία είναι, στο κάτω-κάτω της γραφής, σε ένα ανώτερο επίπεδο από τα αισθήματα της σαύρας. Όλα εξαρτώνται από την προσέγγιση που κάνει κάποιος στο θέμα. Κατά την άποψη μου δεν υπάρχει τίποτα το παράδοξο στην πρόταση, ότι από τα αισθήματα της σαύρας θα μπορούσε κάποιος, αν ήταν δυνατόν να εστιάσει κατάλληλα σε αυτά, να βγάλει πολύ περισσότερο άμεσα συμπεράσματα για την διάρθρωση και την λειτουργία των οργάνων της απ’ ότι για την δομή της κοινωνίας και τη δυναμική της από τέτοιες ιδεολογικές αντανακλάσεις, όπως για παράδειγμα, οι θρησκευτικές δοξασίες, οι οποίες κάποτε κατελάμβαναν και ακόμα συνεχίζουν να καταλαμβάνουν τόσο κυρίαρχη θέση στη ζωή της ανθρώπινης κοινωνίας, η από τους υποκριτικούς και αντιφατικούς κώδικες της επίσημης ηθικής η τελικά, από ιδεαλιστικές φιλοσοφικές αντιλήψεις, οι οποίες, για να εξηγήσουν τις πολύπλοκες οργανικές διαδικασίες που συμβαίνουν στον άνθρωπο, ζητούν να αποδόσουν την ευθύνη σε μια νεφελώδη, λεπτή ουσία που λέγεται ψυχή προικισμένη με τις ιδιότητες της μη περατότητας και της αιωνιότητας.

Η αντίδραση του Mendeleyev στις προσπάθειες κοινωνικής αναδιοργάνωσης χαρακτηρίστηκε από εχθρότητα ακόμα και περιφρόνηση. Διατήρησε την άποψη ότι από αμνημονεύτων χρόνων τίποτα δεν βγήκε από τέτοιες προσπάθειες. Αντίθετα, περίμενε ένα καλύτερο μέλλον από τις θετικές επιστήμες και πάνω απ’ όλες τη χημεία, που θα αποκάλυπτε όλα τα μυστικά της Φύσης. Είναι ενδιαφέρον να αντιπαραβάλουμε αυτή την άποψη μ’ εκείνη του εξαιρετικού φυσιολόγου μας Pavlov, που έχει τη γνώμη ότι οι πόλεμοι και οι επαναστάσεις είναι κάτι τυχαίο, που προέρχεται από την άγνοια των ανθρώπων, και ο οποίος νομίζει, ότι μόνο μια βαθιά γνώση της «ανθρώπινης φύσης» θα εξαλείψει και τους πολέμους και τις επαναστάσεις.

Ο Darwin μπορεί να τοποθετηθεί στην ίδια κατηγορία. Αυτός ο εξαιρετικά προικισμένος βιολόγος έδειξε πως η συσσώρευση μικρών ποσοτικών μεταβολών παράγει μια εντελώς νέα βιολογική «ποιότητα» και με αυτό τον τρόπο εξήγησε την καταγωγή των ειδών. Χωρίς να το γνωρίζει, εφήρμοσε έτσι τη μέθοδο του διαλεκτικού υλισμού στη σφαίρα της οργανικής ζωής. Ο Darwin, αν και ακατατόπιστος στη φιλοσοφία εφήρμοσε περίφημα το νόμο του Hegel της μετάβασης από την ποσότητα στην ποιότητα. Την ίδια στιγμή ανακαλύπτουμε συχνά στον ίδιο τον Darwin, για να μην αναφέρω τους δαρβινιστές, εξαιρετικά απλοϊκές και αντιεπιστημονικές προσπάθειες να εφαρμόσουν τα συμπεράσματα της βιολογίας στην κοινωνία. Το να ερμηνεύεις τον ανταγωνισμό σαν μια «ποικιλία» της βιολογικής πάλης για την ύπαρξη είναι σαν να βλέπεις μόνο την μηχανική στη φυσιολογία του ζευγαρώματος.

Σε κάθε μια από αυτές τις περιπτώσεις παρατηρούμε ένα και το αυτό βασικό λάθος: οι μέθοδοι και τα επιτεύγματα της χημείας η της φυσιολογίας, παραβιάζοντας κάθε επιστημονικό όριο, μεταφυτεύονται στη μελέτη της ανθρώπινης κοινωνίας. Ένας φυσικός επιστήμονας με μεγάλη δυσκολία θα μετέφερε χωρίς τροποποιήσεις τους νόμους που διέπουν την κίνηση των ατόμων στην κίνηση των μορίων που διέπονται από άλλους νόμους. Αλλά πολλοί φυσιογνώστες έχουν μια εντελώς διαφορετική άποψη όσον αφορά την κοινωνιολογία. Παραβλέποντας πολύ συχνά την ιστορικά προσδιορισμένη δομή της κοινωνίας για χάρη της ανατομικής δομής των πραγμάτων, τη φυσιολογική δομή των ανακλαστικών, το βιολογικό αγώνα για την ύπαρξη. Βέβαια η ζωή της ανθρώπινης κοινωνίας, διαπλεγμένη με τις υλικές συνθήκες, περιτριγυρισμένη απ’ όλες τις πλευρές με χημικές διαδικασίες, η ίδια αντιπροσωπεύει σε τελική ανάλυση ένα συνδυασμό χημικών διαδικασιών. Από την άλλη πλευρά, η κοινωνία αποτελείται από ανθρώπινα όντα, των οποίων ο ψυχολογικός μηχανισμός μπορεί να αναχθεί σε ένα σύστημα αντανακλαστικών. Αλλά η κοινωνική ζωή δεν είναι ούτε χημική, ούτε φυσιολογική διαδικασία αλλά μια κοινωνική διαδικασία η οποία διαμορφώνεται σύμφωνα με τους δικούς της νόμους και αυτοί με τη σειρά τους υπόκεινται σε μια αντικειμενική κοινωνιολογική ανάλυση, της οποίας οι σκοποί πρέπει να είναι: να αποκτήσουμε την ικανότητα να προβλέπουμε και να κυριαρχήσουμε στη μοίρα της κοινωνίας.

Στα σχόλια του στις Αρχές της Χημείας ο Mendeleyev δηλώνει: «Υπάρχουν δύο βασικοί η θετικοί σκοποί στην επιστημονική μελέτη των αντικειμένων: εκείνος των προβλέψεων και εκείνος της ωφελιμότητας…Ο θρίαμβος των επιστημονικών προβλέψεων θα ήταν πολύ μικρής σημασίας αν δεν οδηγούσαν στο τέλος σε άμεση και γενική χρησιμότητα. Η επιστημονική πρόβλεψη βασισμένη στη γνώση, δυναμώνει την ανθρώπινη κυριαρχία με έννοιες με τις οποίες είναι δυνατό να οδηγήσουμε την υπόσταση των πραγμάτων σε επιθυμητό κανάλι». Και παρακάτω ο Mendeleyev προσθέτει με επιφύλαξη: «Οι θρησκευτικές και φιλοσοφικές ιδέες έχουν ευδοκιμήσει και αναπτυχθεί για πολλές χιλιάδες χρόνια, αλλά εκείνες οι ιδέες που κατευθύνουν τις ακριβείς επιστήμες στην ικανότητα τους να προβλέπουν έχουν αναγεννηθεί εδώ και μερικούς αιώνες μόνο και έχουν μέχρι τώρα συμπεριλάβει μόνο ένα περιορισμένο τομέα. Μετά βίας διακόσια χρόνια έχουν περάσει από τότε που η Χημεία έγινε κομμάτι αυτών των επιστημών. Αλήθεια βρίσκονται μπροστά μας πάρα πολλά και σε σχέση με την πρόβλεψη και σε σχέση με τη χρησιμότητα που πρέπει να βγουν από αυτές τις επιστήμες».

Αυτές οι επιφυλακτικές, «υπαινικτικές» λέξεις είναι ιδιαίτερα αξιοσημείωτες στα χείλη του Mendeleyev. Το μισοκρυμμένο νόημα τους ξεκάθαρα κατευθύνεται ενάντια στη θρησκεία και στη θεωρησιακή φιλοσοφία. Ο Mendeleyev τις αντιπαραθέτει στην επιστήμη. Οι ιδέες της θρησκείας –λέει ουσιαστικά– κυριάρχησαν για χιλιάδες χρόνια και τα οφέλη που βγήκαν από αυτές δεν είναι τόσα πολλά. Αλλά μπορείτε να δείτε εσείς οι ίδιοι τι συνεισέφερε η επιστήμη σε ένα μικρό χρονικό διάστημα και από αυτό μπορείτε να κρίνετε ποια θα είναι τα μελλοντικά της οφέλη. Αυτό είναι το αναμφισβήτητο νόημα της προηγούμενης παραγράφου που περιλαμβάνεται από το Mendeleyev σε ένα από τα σχόλια του και τυπώθηκε με τον καλύτερο τρόπο στη σελίδα 405 των Αρχών της Χημείας του. Ο Ντιμίτρι Ιβάνοβιτς ήταν ένας πολύ επιφυλακτικός άνθρωπος και δεν είχε κανένα σκοπό να έρθει σε σύγκρουση με την επίσημη κοινή γνώμη!

Η Χημεία είναι σχολείο επαναστατικής σκέψης, όχι εξαιτίας της ύπαρξης της χημείας των εκρηκτικών. Τα εκρηκτικά απέχουν πολύ από το να είναι πάντοτε επαναστατικά. Αλλά επειδή η χημεία είναι πάνω από όλα η επιστήμη της μετατροπής των στοιχείων, είναι εχθρική σε κάθε είδος απόλυτης η συντηρητικής σκέψης που βασίζεται σε ακίνητες κατηγορίες.

Είναι πολύ διδακτικό ότι ο Mendeleyev, φανερά κάτω από την πίεση της συντηρητικής κοινής γνώμης, υπεράσπισε την αρχή της σταθερότητας και της μη μετατρεψιμότητας στις διαδικασίες του χημικού μετασχηματισμού. Αυτός ο μεγάλος επιστήμονας επέμεινε με αξιοσημείωτη ξεροκεφαλιά στη μη μετατρεψιμότητα των χημικών στοιχείων και στην αδυναμία μεταλλαγής του ενός στο άλλο. Αισθάνθηκε την ανάγκη για σίγουρα στηρίγματα. Είπε: «Εγώ είμαι ο Ντιμίτρι Ιβάνοβιτς και συ είσαι ο Ιβάν Πέτροβιτς. Ο καθένας μας έχει τα δικά του ατομικά χαρακτηριστικά ακριβώς όπως τα στοιχεία».

Ο Mendeleyev περισσότερο από μια φορά υποτιμητικά απέρριψε τη διαλεκτική. Με αυτό τον όρο δεν καταλάβαινε τη διαλεκτική του Hegel η του Μαρξ αλλά την υπερφίαλη τέχνη του να παίζεις με τις ιδέες, μισή σοφιστεία, μισός σχολαστικισμός. Η επιστημονική διαλεκτική αγκαλιάζει γενικές μεθόδους σκέψης που αντανακλούν τους νόμους της ανάπτυξης. Ένας από αυτούς τους νόμους είναι η αλλαγή της ποσότητας σε ποιότητα. Η χημεία διαπερνάται στη λεπτομέρεια από αυτό το νόμο. Όλος o Περιοδικός Νόμος του Mendeleyev έχει οικοδομηθεί αποκλειστικά πάνω σ’ αυτόν, εξάγοντας την ποιοτική διαφορά στα στοιχεία από τις ποσοτικές διαφορές στα ατομικά βάρη. Ο Έγκελς αξιολόγησε την ανακάλυψη νέων στοιχείων από το Mendeleyev ακριβώς από αυτή την άποψη. Στο βιβλίο του Ο Γενικός Χαρακτήρας της Διαλεκτικής ως Επιστήμης (Διαλεκτική της Φύσης), ο Έγκελς έγραψε: «Ο Mendeleyev έδειξε ότι σε μια σειρά σχετιζομένων στοιχείων που έχουν διευθετηθεί σύμφωνα με το ατομικό τους βάρος υπάρχουν μερικά κενά τα οποία υπέδειξαν την ύπαρξη άλλων ως τώρα άγνωστων στοιχείων. Περιέγραψε εκ των προτέρων τις γενικές χημικές ιδιότητες του καθενός από αυτά τα άγνωστα στοιχεία και προείπε κατά προσέγγιση τα σχετικά και ατομικά τους βάρη, και την ατομική τους θέση. Ο Mendeleyev, ασυνείδητα εφαρμόζοντας το νόμο του Hegel της αλλαγής της ποσότητας σε ποιότητα έφτασε σε ένα επιστημονικό κατόρθωμα το οποίο στην τολμηρότητά του μπορεί να τοποθετηθεί δίπλα στην ανακάλυψη από τον Leverrier του ακόμα άγνωστου πλανήτη Ποσειδώνα μέσω του υπολογισμού της τροχιάς του».

Η λογική του Περιοδικού Νόμου, αν και αργότερα τροποποιήθηκε, αποδείχθηκε δυνατότερη από τα συντηρητικά όρια που ο δημιουργός της προσπάθησε να της επιβάλει. Η συγγένεια των στοιχείων και οι αμοιβαίες μεταμορφώσεις τους μπορεί να θεωρηθεί ότι αποδείχθηκαν εμπειρικά από την ώρα όπου με τη βοήθεια των ραδιενεργών στοιχείων έγινε δυνατό να αναλυθεί το άτομο στις συνιστώσες του. Στο Περιοδικό Νόμο του Mendeleyev, στη χημεία των ραδιενεργών στοιχείων, η διαλεκτική γιορτάζει τη δική της περίλαμπρη νίκη!

Ο Mendeleyev δεν είχε ένα πλήρες φιλοσοφικό σύστημα. Ίσως του έλειπε και η επιθυμία για ένα τέτοιο, γιατί θα τον έφερνε σε αναπόφευκτη σύγκρουση με τις δικές του συντηρητικές συνήθειες και συμπάθειες. Ένας δυϊσμός πάνω σε βασικά ζητήματα της γνώσης παρατηρείται στο Mendeleyev. Έτσι θα φαινόταν ότι τείνει στον αγνωστικισμό, με το να διακηρύσσει ότι η «ουσία» της ύλης πρέπει για πάντα να μείνει έξω από τη γνώση μας γιατί είναι «ξένη προς τη γνώση και το πνεύμα μας» (!). Αλλά σχεδόν αμέσως μας προσφέρει μια αξιοσημείωτη συνταγή για γνώση η οποία με ένα μόνο χτύπημα βάζει τον αγνωστικισμό στην άκρη. Στην ίδια ακριβώς σημείωση ο Mendeleyev λέει: «Συσσωρεύοντας βαθμιαία τη γνώση τους για την ύλη, οι άνθρωποι κυριάρχησαν πάνω της, και στο βαθμό στον οποίο λειτουργούν έτσι κάνουν ακόμα ακριβέστερες προβλέψεις, που μπορούν να επαληθευτούν από τα γεγονότα και δεν υπάρχει τρόπος να δούμε πως μπορεί να υπάρξει όριο στη γνώση του ανθρώπου και στην κυριαρχία του στην ύλη». Είναι αυταπόδεικτο ότι αν δεν υπάρχουν όρια στη γνώση και στην κυριαρχία στην ύλη, τότε δεν υπάρχει «ουσία» που δεν μπορούμε να γνωρίσουμε. Η γνώση που μας οπλίζει με την ικανότητα να προβλέπουμε όλες τις δυνατές αλλαγές στην ύλη και μας προικίζει με την απαραίτητη δύναμη να παράγουμε αυτές τις αλλαγές –τέτοια γνώση εξαντλεί την ουσία της ύλης. Η αποκαλούμενη μη γνώσιμη «ουσία» είναι μόνο μια γενίκευση της ανεπαρκούς γνώσης μας για την ύλη. Είναι ένα ψευδώνυμο για την άγνοια μας. Ο δυϊστικός διαχωρισμός της άγνωστης ύλης από τις γνωστές της ιδιότητες μου θυμίζει έναν αστείο ορισμό του χρυσού δακτυλιδιού σαν μια τρύπα που περιβάλλεται από πολύτιμο μέταλλο. Είναι φανερό ότι αν γνωρίζουμε το πολύτιμο μέταλλο των φαινομένων και είμαστε ικανοί να το κατεργαστούμε τότε μπορούμε να μείνουμε εντελώς αδιάφοροι προς την «τρύπα» του υλικού, και με ευχαρίστηση την δωρίζουμε στους αρχαϊκούς φιλόσοφους και τους θεολόγους.

Παρά τις ρητορικές παραχωρήσεις του στον αγνωστικισμό (μη γνώσιμη «ουσία») ο Mendeleyev είναι ασυνείδητα ένας διαλεκτικός υλιστής στις μεθόδους του και στα ανώτερα επιτεύγματα του στους τομείς της φυσικής επιστήμης, ιδιαίτερα, στη χημεία. Αλλά ο υλισμός του εμφανίζεται σαν να είναι κλεισμένος σε ένα συντηρητικό κέλυφος, θωρακίζοντας την επιστημονική του σκέψη από τις ιδιαίτερα οξείες αντιπαραθέσεις με την επίσημη ιδεολογία. Αυτό δεν υπονοεί ότι ο Mendeleyev δημιούργησε τεχνητό ένα συντηρητικό κάλυμμα για τις μεθόδους του. Ήταν ο ίδιος αρκετά δεμένος με την επίσημη ιδεολογία, και επομένως αναμφισβήτητα αισθανόταν μια εσωτερική υποχρέωση να αμβλύνει την κόψη του διαλεκτικού υλισμού.

Είναι διαφορετικά τα πράγματα στη σφαίρα των κοινωνικών σχέσεων; το νήμα της κοινωνικής φιλοσοφίας του Mendeleyev ήταν συντηρητικό, αλλά μερικές φορές αξιοσημείωτες εικασίες, υλιστικές στην ουσία τους και με επαναστατικές τάσεις, υφαίνονται σ’ αυτό το νήμα. Αλλά δίπλα σ’ αυτές τις εικασίες υπάρχουν και λάθος υπολογισμοί...

...Δεν αναφέρω αυτούς τους λανθασμένους υπολογισμούς με σκοπό να κηλιδώσω τη φήμη του Ντιμίτρι Ιβάνοβιτς. Η ιστορία έδοσε μια τελεσίδικη απόφαση για τα σημαντικότερα αμφιλεγόμενα ζητήματα. Αλλά επιτρέψτε μου να πω ότι οι πιο λανθασμένες εκτιμήσεις αυτού του ανθρώπου περιέχουν ένα πολύ σημαντικό μάθημα για τους σπουδαστές. Από το ίδιο το πεδίο της χημείας δεν υπάρχουν κατευθείαν και άμεσες έξοδοι στις κοινωνικές προοπτικές. Χρειάζεται η αντικειμενική μέθοδος της κοινωνικής επιστήμης. Ο Μαρξισμός είναι τέτοια μέθοδος.

Όποτε κάποιος μαρξιστής προσπάθησε να μεταλλάξει τη θεωρία του Μαρξ σε ένα παγκόσμιο πασπαρτού και να αγνοήσει όλες τις άλλες σφαίρες της μάθησης, ο Βλαντίμιρ Ιλίτς (Λένιν) θα τον επέπληττε με την αποκαλυπτική έκφραση: «κομμουνιστικός κομπασμός». Αυτό θα σήμαινε στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι ο κομμουνισμός δεν υποκαθιστά τη χημεία. Αλλά και το αντίστροφο θεώρημα είναι επίσης αληθές. Η προσπάθεια να αγνοήσουμε το μαρξισμό με την υπόθεση ότι η χημεία (η οι φυσικές επιστήμες γενικά) είναι ικανή να αποφασίσει για όλα τα ζητήματα αποτελεί ένα περίεργο «χημικό κομπασμό» ο οποίος όσον αφορά την θεωρία δεν είναι λιγότερο λανθασμένος και όσον αφορά τα γεγονότα δεν είναι λιγότερο υποκριτικός από τον «κομμουνιστικό κομπασμό».

Λεόν Τρότσκι

ΕΝΑΣ ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΤΟΥ
ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΟΥ ΥΛΙΣΜΟΥ

…Το καθήκον της επιστήμης και της τεχνικής είναι να υποτάξει την ύλη στον άνθρωπο, μαζί με το χώρο και το χρόνο, που είναι αξεχώριστοι από την ύλη. Είναι αλήθεια ότι υπάρχουν ορισμένα ιδεαλιστικά βιβλία –όχι θρησκευτικού, αλλά φιλοσοφικού χαραχτήρα– όπου μπορείτε να διαβάσετε ότι ο χρόνος και ο χώρος είναι κατηγορίες του νου μας, ότι βγαίνουν από τις απαιτήσεις της σκέψης μας και ότι τίποτε στην πραγματικότητα δεν αντιστοιχεί πραγματικά σ’ αυτούς. Αλλά είναι δύσκολο να συμφωνήσουμε με αυτή την άποψη. Αν οποιοσδήποτε ιδεαλιστής φιλόσοφος, αντί να πάει έγκαιρα για να πάρει το τρένο των εννέα μ.μ., φτάσει με δυο λεπτά καθυστέρηση, θα δει την ουρά του τρένου να χάνεται και θα πειστεί με τα ίδια του τα μάτια ότι ο χρόνος και ο χώρος είναι αξεχώριστοι από την υλική πραγματικότητα. Το καθήκον είναι να ελαττώσουμε το χώρο, να τον ξεπεράσουμε, να εξοικονομήσουμε χρόνο, να παρατείνουμε την ανθρώπινη ζωή, να καταγράψουμε το χρόνο που περνάει, να υψώσουμε τη ζωή σε ένα ανώτερο επίπεδο και να την εμπλουτίσουμε. Αυτός είναι ο λόγος για την πάλη με το χώρο και το χρόνο, που στη βάση της βρίσκεται η πάλη να υποταχτεί η ύλη στον άνθρωπο –ύλη, που αποτελεί το θεμέλιο όχι μόνο για καθετί που πραγματικά υπάρχει, αλλά και της κάθε φαντασίας επίσης. Η ίδια η πάλη μας για επιστημονικά επιτεύγματα δεν είναι παρά ένα πολύ ολοκληρωμένο σύστημα αντανακλαστικών, δηλ. φαινομένων φυσιολογικού χαραχτήρα, που έχουν αναπτυχθεί σε μια ανατομική βάση, που με τη σειρά της έχει αναπτυχθεί από τον ανόργανο κόσμο, από τη χημεία και τη φυσική. Κάθε επιστήμη είναι μια συσσώρευση γνώσης, που βασίζεται στην εμπειρία σχετικά με την ύλη, τις ιδιότητες της, μιας γενικευμένης κατανόησης του πώς να υποταχτεί αυτή η ύλη στα συμφέροντα και τις ανάγκες του ανθρώπου.

Ωστόσο, όσο περισσότερα μαθαίνει η επιστήμη για την ύλη, όσο περισσότερες «απροσδόκητες» ιδιότητες της ύλης ανακαλύπτει, με τόσο περισσότερο ζήλο προσπαθεί η παρακμασμένη φιλοσοφική σκέψη της μπουρζουαζίας να χρησιμοποιήσει τις νέες ιδιότητες η εκδηλώσεις της ύλης για να δείξει ότι η ύλη δεν είναι ύλη. Την πρόοδο της φυσικής επιστήμης στην κυριαρχία πάνω στην ύλη, συναγωνίζεται μια φιλοσοφική πάλη ενάντια στον υλισμό. Ορισμένοι φιλόσοφοι και ακόμα μερικοί επιστήμονες έχουν προσπαθήσει να χρησιμοποιήσουν τα φαινόμενα της ραδιενέργειας με στόχο τους την πάλη ενάντια στον υλισμό: κάποτε υπήρχαν άτομα, στοιχεία, που είταν η βάση της ύλης και της υλιστικής σκέψης, αλλά τώρα αυτό το άτομο έγινε κομμάτια στα χέρια μας, έχει διασπαστεί σε ηλεκτρόνια, και από τότε που έγινε δημοφιλής η ηλεκτρονική θεωρία, έχει ήδη ξεσπάσει μια πάλη στο Κόμμα μας, για το αν τα ηλεκτρόνια είναι μια μαρτυρία υπέρ η κατά του υλισμού. Όποιος ενδιαφέρεται γι’ αυτά τα ζητήματα, θα κερδίσει πολλά διαβάζοντας το έργο του Βλαντίμιρ Ιλίτς, Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός. Στην πραγματικότητα, ούτε τα «μυστηριώδη» φαινόμενα της ραδιενέργειας, ούτε τα όχι λιγότερο «μυστηριώδη» φαινόμενα της ασύρματης μετάδοσης των ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων, κάνουν την παραμικρή ζημιά στον υλισμό.

Τα φαινόμενα της ραδιενέργειας, που έχουν οδηγήσει στην ανάγκη να θεωρούμε το άτομο σαν ένα σύνθετο σύστημα σωματιδίων ακόμα «πέρα από κάθε φαντασία», μπορεί να στραφούν ενάντια στον υλισμό μόνο από ένα απελπισμένο είδος χυδαίου υλιστή, που αναγνωρίζει σαν ύλη μόνο ότι μπορεί να πιάσει με τα χέρια του. Αλλά αυτό είναι αισθησιαρχία, όχι υλισμός. Και το μόριο, το τελικό χημικό σωματίδιο, και το άτομο, το τελικό φυσικό σωματίδιο, είναι απρόσιτα για την όραση και την αφή μας. Αλλά τα όργανα των αισθήσεων μας, αν και είναι τα όργανα με τα όποια αρχίζει η γνώση, δεν είναι, όμως, καθόλου το τελευταίο καταφύγιο της γνώσης. Το ανθρώπινο μάτι και το ανθρώπινο αυτί είναι πολύ πρωτόγονες συσκευές, ανεπαρκείς για να φτάσουν ακόμα και τα βασικά στοιχεία των φυσικών και χημικών φαινομένων. Στο βαθμό που στη σκέψη μας για την πραγματικότητα καθοδηγούμαστε απλά από τα καθημερινά ευρήματα των αισθητηρίων οργάνων μας, μας είναι δύσκολο να φανταστούμε ότι το άτομο είναι ένα σύνθετο σύστημα, ότι έχει έναν πυρήνα, ότι γύρω από αυτόν τον πυρήνα κινούνται ηλεκτρόνια, και ότι από αυτό πηγάζουν τα φαινόμενα της ραδιενέργειας. Η φαντασία μας γενικά συνηθίζει με δυσκολία στις νέες καταχτήσεις της γνώσης. Όταν ο Κοπέρνικος, τον Δέκατο Έχτο αιώνα, ανακάλυψε ότι δεν είταν ο ήλιος που γύριζε γύρω από τη γη, αλλά η γη γύρω από τον ήλιο, αυτό φαινόταν φανταστικό, και η συντηρητική φαντασία ακόμα και σήμερα βρίσκει δυσκολία να προσαρμοστεί σ’ αυτό το γεγονός. Το παρατηρούμε αυτό στην περίπτωση αγράμματων και σε κάθε καινούργια γενιά παιδιών στο σχολείο. Κι όμως εμείς, οι άνθρωποι με κάποια μόρφωση, παρά το γεγονός ότι και σε μας φαίνεται ότι ο ήλιος γυρίζει γύρω από τη γη, παρ’ όλα αυτά δεν αμφιβάλλουμε ότι στην πραγματικότητα συμβαίνει το αντίστροφο, γιατί αυτό επιβεβαιώνεται από εκτεταμένες παρατηρήσεις των αστρονομικών φαινομένων. Το ανθρώπινο μυαλό είναι προϊόν της ανάπτυξης της ύλης, και ταυτόχρονα ένα όργανο για τη γνώση αυτής της ύλης. Βαθμιαία προσαρμόζεται στη λειτουργία του, προσπαθεί να ξεπεράσει τους περιορισμούς του, δημιουργεί ολοένα και νέες επιστημονικές μέθοδες, φαντάζεται ολοένα και πιο σύνθετα και πιο ακριβή όργανα, ελέγχει και ξανα-ελέγχει το έργο του, βήμα το βήμα διεισδύει σε άγνωστα πριν βάθη, αλλάζει την αντίληψη μας για την ύλη, χωρίς, όμως, ποτέ να αποσπάται από αυτήν τη βάση του καθετί που υπάρχει.

Η ραδιενέργεια, όπως αναφέραμε ήδη, με κανέναν τρόπο δεν συνιστά απειλή για τον υλισμό, και είναι ταυτόχρονα ένας μεγαλειώδης θρίαμβος της διαλεχτικής. Μέχρι πρόσφατα, οι επιστήμονες υπόθεταν ότι υπήρχαν στον κόσμο περίπου ενενήντα στοιχεία, που δεν μπορούσαν να αναλυθούν πιο πέρα και δεν μπορούσαν να μεταμορφωθούν το ένα στο άλλο –σαν να λέγαμε, ένα χαλί για το σύμπαν, υφασμένο από ενενήντα κλωστές διαφορετικής ποιότητας και χρώματος. Μια τέτια αντίληψη ερχόταν σε αντίφαση με την υλιστική διαλεχτική, που μιλάει για την ενότητα της ύλης, και το πιο σημαντικό, για τη μετατρεψιμότητα των στοιχείων της ύλης. Ο μεγάλος μας χημικός, ο Mendeleyev, προς το τέλος της ζωής του δεν ήθελε να συμφιλιωθεί με την ιδέα ότι ένα στοιχείο μπορούσε να μεταμορφωθεί σε ένα άλλο. Πίστευε ακλόνητα στη σταθερότητα αυτών των «ατομικοτήτων», αν και τα φαινόμενα της ραδιενέργειας του είταν ήδη γνωστά. Αλλά σήμερα, κανείς επιστήμονας δεν πιστεύει στο αμετάβλητο των στοιχείων. Χρησιμοποιώντας τα φαινόμενα της ραδιενέργειας, οι χημικοί πέτυχαν την άμεση «εκτέλεση» οχτώ η εννέα στοιχείων, και μαζί του, την εκτέλεση των τελευταίων υπολειμμάτων μεταφυσικής στον υλισμό, γιατί τώρα η μετατρεψιμότητα ενός χημικού στοιχείου σε άλλο έχει αποδειχτεί πειραματικά. Τα φαινόμενα της ραδιενέργειας έχουν έτσι οδηγήσει σ’ έναν υπέρτατο θρίαμβο της διαλεχτικής σκέψης.

Τα φαινόμενα της ραδιοτεχνικής βασίζονται στην ασύρματη μετάδοση ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων. Ασύρματη δεν σημαίνει καθόλου άυλη μετάδοση. Το φως δεν έρχεται μόνο από λάμπες αλλά επίσης από τον ήλιο, μεταδιδόμενο επίσης χωρίς τη βοήθεια συρμάτων. Είμαστε εντελώς συνηθισμένοι στην ασύρματη μετάδοση φωτός σε αρκετά σεβαστές αποστάσεις. Εκπλησσόμαστε πολύ όμως, όταν αρχίζουμε να μεταδίδουμε ήχο σε πολύ μικρότερες αποστάσεις, με τη βοήθεια ακριβώς των ίδιων ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων που βρίσκονται πίσω από τα φωτεινά φαινόμενα. Όλα αυτά είναι φαινόμενα της ύλης, υλικά προτσές –κύματα και στρόβιλοι– στο χώρο και το χρόνο. Οι νέες ανακαλύψεις και οι τεχνικές τους εφαρμογές δείχνουν μόνο ότι η ύλη είναι πολύ πιο ετερογενής και πιο πλούσια σε δυνατότητες απ’ ότι πιστεύαμε μέχρι τώρα. Αλλά, όπως πρώτα, τίποτε δεν είναι φτιαγμένο από το τίποτε.

Οι πιο εξέχοντες επιστήμονες μας λένε ότι η επιστήμη, και ιδιαίτερα η φυσική, έχει τελευταία φτάσει σε μια καμπή. Όχι πολύ παλιότερα, λένε, προσεγγίζαμε ακόμα την ύλη «φαινομενικά», δηλαδή από τη σκοπιά της παρατήρησης των εκδηλώσεών της, αλλά τώρα αρχίζουμε να διεισδύουμε όλο και πιο βαθιά στο ίδιο το εσωτερικό της ύλης, να μαθαίνουμε τη δομή της, και σύντομα θα μπορούμε να την ρυθμίζουμε «από τα μέσα». Ένας καλός φυσικός θα μπορούσε, βέβαια, να μιλήσει γι’ αυτό καλύτερα από μένα. Τα φαινόμενα της ραδιενέργειας μας οδηγούν στο πρόβλημα της απελευθέρωσης ενδοατομικής ενέργειας. Το άτομο περιέχει μέσα του μια πανίσχυρη κρυμμένη ενέργεια, και το μεγαλύτερο καθήκον της φυσικής συνίσταται στο να αντλήσει αύτη την ενέργεια, αφαιρώντας το φελλό, ώστε αυτή η κρυμμένη ενέργεια να μπορέσει να ξεπηδήσει σαν από πηγή. Τότε θα ανοιχτεί η δυνατότητα της αντικατάστασης του κάρβουνου και του πετρελαίου από ατομική ενέργεια, που θα γίνει επίσης η βασική κινητήρια δύναμη. Αυτό δεν είναι καθόλου ένα καθήκον χωρίς ελπίδα. Και τί προοπτικές ανοίγει μπροστά μας! Αυτό και μόνο, μας δίνει το δικαίωμα να διακηρύξουμε ότι η επιστημονική και τεχνική σκέψη πλησιάζει μια μεγάλη καμπή, ότι η επαναστατική εποχή στην ανάπτυξη της ανθρώπινης κοινωνίας θα συνοδευτεί από μια επαναστατική εποχή στη σφαίρα της γνώσης της ύλης και της κυριαρχίας πάνω της... Απεριόριστες τεχνικές δυνατότητες θα ανοίξουν μπροστά στην απελευθερωμένη ανθρωπότητα…

ΛΕΟΝ ΤΡΟΤΣΚΙ

(Από τον Τόμο 21 των «Απάντων» του Λεόν Τρότσκι, Κρατικός Εκδοτικός Οίκος—Μόσχα 1927).

Λεόν Τρότσκι

Ο ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ ΩΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗ

Προς τον Σίντεϊ Χουκ

Αγαπητέ καθηγητή Χουκ,

Διάβασα με ενδιαφέρον το άρθρο σας στο «Έθνος» και μου προκάλεσε ορισμένες αμφιβολίες.

1. Ο τίτλος του άρθρου σας, «Μαρξισμός –Δόγμα η Μέθοδος;» προκαλεί κάποια ανησυχία. Η διάζευξη δεν καλύπτει το ζήτημα. Ο μαρξισμός δεν είναι ένα δόγμα, αλλά δεν είναι μόνο μια μέθοδος, είναι επίσης μια διδασκαλία. Η υλιστική διαλεχτική είναι μια μέθοδος. Ο Μαρξ, όμως, όχι μόνο διατύπωσε αυτή τη μέθοδο, αλλά και την εφάρμοσε σε δυο τομείς, δημιουργώντας τη θεωρία της καπιταλιστικής οικονομίας (επιστήμη) και τη θεωρία των ιστορικών προτσές (τη «φιλοσοφία της ιστορίας» –ακριβέστερα, μια επιστήμη).

2. Η τελευταία φράση του άρθρου σας δηλώνει ότι «αυτός (ο μαρξισμός) δεν είναι ούτε δόγμα, μύθος, ούτε αντικειμενική επιστήμη, αλλά μια ρεαλιστική μέθοδος ταξικής δράσης». Τί σημαίνει εδώ η λέξη «ρεαλιστική»; Είναι ολοφάνερο: σημαίνει ότι βασίζεται πάνω στην αληθινή γνώση των αντικειμενικών –σ’ αυτή την περίπτωση, κοινωνικών– προτσές. Η γνώση του αντικειμενικού είναι επιστήμη. Η μαρξιστική πολιτική είναι ρεαλιστική στο βαθμό που βασίζεται στο μαρξισμό σαν επιστήμη.

3. Λέτε ότι η μαρξιστική διδασκαλία δεν μπορεί να κατανοηθεί ανεξάρτητα από τους επαναστατικούς της σκοπούς περισσότερο απ’ όσο μπορούν οι συνταγές ενός γιατρού να κατανοηθούν ανεξάρτητα από τη φροντίδα για την υγεία. Μέσα σε ορισμένα όρια, είναι δυνατό να δεχτούμε αυτή τη σύγκριση. Αλλά ο μόνος γιατρός που είναι ικανός να δόσει χρήσιμες συνταγές είναι εκείνος που βασίζει την πράξη του στην ανατομία, τη φυσιολογία, την παθολογία, και μια σειρά από άλλες θετικές επιστήμες. Πώς είναι δυνατό να αποσπάσουμε τη ρεαλιστική πράξη από την επιστημονική θεωρία; Σε τελευταία ανάλυση, κάθε επιστημονική γνώση –όχι μόνο σε σχέση με την ιατρική– βγαίνει από πραχτικές ανάγκες και εξυπηρετεί αυτές τις ανάγκες.

4. Γράφετε: «Από τις θεωρητικές αρχές της επιστήμης αυτής του μαρξισμού, έβγαινε ότι η επαναστατική αντίθεση στον παγκόσμιο πόλεμο το 1914, είταν ουτοπική, γιατί ο πόλεμος και η πολεμική ψυχολογία πήγαζαν αναπόφευχτα από την αντικειμενική συσσώρευση των κοινωνικοοικονομικών δυνάμεων της εποχής». Αυτή η αντιπαράθεση, νομίζω, δεν είναι κατανοητή. Η πάλη ενάντια στον πόλεμο θα είταν «ουτοπική», γιατί ο πόλεμος πηγάζει αναπόφευχτα από τις αντικειμενικές συνθήκες. Πρώτα πρώτα, οι ουτοπικές ιδέες επίσης πηγάζουν από τις αντικειμενικές συνθήκες. Δεύτερο, η πάλη ενάντια στα «αναπόφευχτα» γεγονότα δεν είναι αναγκαστικά ουτοπική, γιατί τα αναπόφευχτα γεγονότα είναι περιορισμένα στο χρόνο και το χώρο. Ιδιαίτερα, ο πόλεμος, που είταν ιστορικά «αναπόφευχτος», αποδείχτηκε «ουτοπικός» σαν μέσο για την έξοδο από το ιμπεριαλιστικό αδιέξοδο.

5. Δηλώνετε: «Το σοβαρότερο λάθος του Μαρξ είταν ότι δεν έδοσε μεγαλύτερη αξία στους χρονικούς συντελεστές του προτσές». Αυτή η παρατήρηση είναι δίκαιη όταν εφαρμόζεται σε έναν μεγάλο αριθμό χυδαίων μαρξιστών, ιδιαίτερα της εποχής της Δεύτερης Διεθνούς, αλλά είναι απόλυτα λάθος σε σχέση με τον ίδιο τον Μαρξ.

Όταν το επιτρέψουν οι συνθήκες, θα επανέλθω σ’ αυτό το ζήτημα με πιο περιεκτική μορφή. Στο μεταξύ, διατελώ, με συντροφικούς χαιρετισμούς.

11 του Απρίλη 1933

ΛΕΟΝ ΤΡΟΤΣΚΙ

Λεόν Τρότσκι

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ
ΣΤΟ ΠΕΔΙΟ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ

μια απαντηση στους αμερικανους συντροφους

Μάρτιν Γκλι, Χάρι Ρος και Μ. Μόρις

Αγαπητοί σύντροφοι,

Το γράμμα σας βάζει πολύ σημαντικά προβλήματα, που, όμως, δεν επιδέχονται, κατά τη γνώμη μου, μια γενική και κατηγορηματική λύση, κατάλληλη για όλες τις περιπτώσεις. Σαν οργάνωση), έχουμε ως αφετηρία όχι μόνο καθορισμένες πολιτικές ιδέες, αλλά και ορισμένες φιλοσοφικές και επιστημονικές μέθοδες. Βασιζόμαστε στον διαλεχτικό υλισμό, από τον όποιο βγαίνουν συμπεράσματα όχι μόνο σχετικά με την πολιτική και την επιστήμη, αλλά και την τέχνη. Όμως, υπάρχει τεράστια διαφορά στη στάση μας απέναντι σ’ αυτά τα συμπεράσματα. Από την ίδια τη φύση αυτής της δραστηριότητας, δεν μπορούμε να ασκήσουμε, σε παρόμοιο βαθμό, αυστηρό έλεγχο πάνω στην τέχνη, όπως κάνουμε στην πολιτική. Το Κόμμα είναι υποχρεωμένο να επιτρέπει μια πολύ πλατιά ελευθερία στο πεδίο της τέχνης, εξαλείφοντας ανελέητα μόνο αυτό που κατευθύνεται ενάντια στα επαναστατικά καθήκοντα του προλεταριάτου. Από την άλλη, το Κόμμα δεν μπορεί να αναλάβει μια άμεση ευθύνη για τις διακηρύξεις των διαφόρων μελών του στο πεδίο της τέχνης, ακόμα και όταν τους διαθέτει το βήμα του. Η τήρηση αυτών των δύο κανόνων –η διαφύλαξη της αναγκαίας ελευθερίας για την ατομική δημιουργία, και η μη απόδοση στο Κόμμα της ευθύνης για όλους τους δρόμους που ακολουθεί η τέχνη– είναι ιδιαίτερα υποχρεωτική σ’ εκείνες τις περιπτώσεις όπου δεν πρόκειται για θεωρητικούς στο πεδίο της τέχνης, αλλά για τους ίδιους τους καλλιτέχνες: ζωγράφους, ανθρώπους των γραμμάτων, κλπ. Επιπλέον, το Κόμμα πρέπει να μπορεί να διακρίνει καθαρά το σημείο που η γενίκευση στο πεδίο της τέχνης περνάει άμεσα στο πεδίο της πολιτικής. Χωρίς να κάνει εδώ καμιά παραχώρηση σε αρχές, το Κόμμα πρέπει, ωστόσο, να περιορίζεται στην περίπτωση των καλλιτεχνών στην διόρθωση, σταθερή αλλά με τακτ, οποιωνδήποτε λαθεμένων πολιτικών συμπερασμάτων που βγαίνουν από τις καλλιτεχνικές τους απόψεις. Ο Μαρξ έκφρασε αυτή την ιδέα σ’ ένα αστείο για τον Φράιλιγκραντ: «Οι ποιητές είναι παράξενα ψάρια», (Die Dichter sind sonderbare Kauze). Ο Λένιν εφάρμοζε άλλα κριτήρια για τον θεωρητικό και επαγγελματία πολιτικό, Μπογκντάνοφ, και άλλα για τον καλλιτέχνη Γκόρκι, παρά το γεγονός ότι για μια ορισμένη περίοδο, ο Μπογκντάνοφ και ο Γκόρκι συνδέονταν στενά στην πολιτική. Ο Λένιν ξεκινούσε από την άποψη ότι με την καλλιτεχνική του δραστηριότητα και τη δημοφιλία του, ο Γκόρκι μπορούσε να προσφέρει στην υπόθεση της επανάστασης πλεονεχτήματα που ξεπερνούσαν πολύ τη ζημιά που έκαναν οι λαθεμένες διακηρύξεις και πράξεις του, τις όποιες, επιπλέον, το Κόμμα μπορούσε πάντα να διορθώνει με τακτ έγκαιρα.

Απ’ αυτή την άποψη, η φιλοσοφική δραστηριότητα, βρίσκεται μεταξύ τέχνης και πολιτικής, πιο κοντά στην πολιτική παρά στην τέχνη. Στη φιλοσοφία, το ίδιο το Κόμμα κατέχει μια ξεχωριστή μαχητική θέση, πράγμα που δεν συμβαίνει –τουλάχιστον στον ίδιο βαθμό– στο πεδίο της τέχνης. Οι αντιρρήσεις ότι με τη «δογματικοποίηση» και την «κανονικοποίηση» του διαλεχτικού υλισμού, το Κόμμα εμποδίζει την ελεύθερη ανάπτυξη της φιλοσοφικής και επιστημονικής σκέψης, δεν αξίζουν σοβαρή προσοχή. Κανένα εργοστάσιο δεν μπορεί να δουλέψει χωρίς να βασίζεται σε μια ορισμένη τεχνολογική διδασκαλία. Κανένα νοσοκομείο δεν μπορεί να κάνει θεραπεία στους ασθενείς του, αν οι γιατροί δεν βασίζονται στην εγκαθιδρυμένη διδασκαλία της παθολογίας. Θά ’ταν σκέτη ανοησία να επιτραπεί σε ερασιτέχνες να πειραματίζονται αυθαίρετα στο εργοστάσιο η στο νοσοκομείο, με το πρόσχημα ότι θεωρούν τους εαυτούς τους «ανανεωτές». Οι ανανεωτές πρέπει πρώτα να αποδείξουν το δικαίωμα τους να επηρεάζουν την πραχτική τεχνολογία και την ιατρική. Το Κόμμα πρέπει να επαγρυπνεί ιδιαίτερα απέναντι σε εκείνους τους «ανανεωτές» που δεν κάνουν παρά να ξαναζεσταίνουν παλιές σούπες κριτικής, ή εκείνους που βρίσκονται ακόμα στην περίοδο της έρευνας, με αβέβαια αποτελέσματα. Αλλά αυτό, λιγότερο από όλα, σημαίνει ότι στη σφαίρα της φιλοσοφίας το Κόμμα μπορεί να ενεργεί σαν να έχουν λυθεί όλα τα ζητήματα πάνω σ’ αυτό, και ότι δεν έχει τίποτε να περιμένει από την παραπέρα ανάπτυξη της επιστημονικής σκέψης. Δεν είναι εύκολο πράγμα να βρει κανείς τη σωστή πολιτική γραμμή σ’ αυτό το πεδίο. Αυτό επιτυγχάνεται μόνο με την πείρα και με μια ευέλιχτη ηγεσία. Όπως ακριβώς στο πυροβολικό, ο στόχος πετυχαίνεται συνήθως με μια σειρά βολές που στην αρχή πέφτουν μακριά, και μετά όλο και πιο κοντά. Δεν χρειάζεται να τονίσουμε ότι το ερώτημα: «Πώς οι φιλοσοφικές απόψεις ενός ορισμένου ατόμου ή μιας ορισμένης ομάδας διαθλώνται στο πεδίο της πολιτικής και της οργάνωσης;», έχει πάντα μια τρομερή σημασία για την επεξεργασία ενός σωστού ελέγχου από το Κόμμα. Έτσι, ο Λένιν πάλεψε ανελέητα ενάντια στον Γκόρκι, το 1917, όταν πάνω από καθετί άλλο βρισκόταν η αναγκαιότητα μιας επαναστατικής ανατροπής. Από την άλλη, πρέπει να θεωρηθεί σαν η μεγαλύτερη ντροπή, το ότι η σταλινική γραφειοκρατία μεταμορφώνει τον νοβελίστα Μπαρμπίς σε μια ηγετική πολιτική φυσιογνωμία, παρά το γεγονός ότι είναι ακριβώς στην πολιτική που ο Μπαρμπίς προχωρεί χέρι με χέρι με τον Ρένερ, τον Βαντερβέλντε, τον Μονέ και τον Πολ Λουί.

Φοβάμαι πολύ ότι δεν σας έχω δόσει μια ικανοποιητική απάντηση στα πραχτικά ερωτήματα που μου βάλατε. Αλλά αυτό που ειπώθηκε εξηγεί, ελπίζω, γιατί δεν θα μπορούσα να δόσω μια τέτια απάντηση, που απαιτεί μια συγκεκριμένη γνώση της κατάστασης και των προσωπικών συνθηκών. Όπως και νά ’χει, ίσως αυτές οι σύντομες σκέψεις βοηθήσουν, τουλάχιστον ενμέρει, στην επεξεργασία μιας σωστής πολιτικής σ’ αυτόν τον πολύπλοκο και υπεύθυνο τομέα.

16 Ιούνη 1933

Με κομμουνιστικούς χαιρετισμούς,

ΛΕΟΝ ΤΡΟΤΣΚΙ

>Λεόν Τρότσκι

Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟ ΑΜΕΤΑΒΛΗΤΟ ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΙΣΜΟΥ

Στην ίδια συζήτηση ο νεαρός βρετανός καθηγητής είπε: «Καταλαβαίνω τη σημασία της πρότασης ότι τα πάντα υπόκεινται σε αλλαγή και ότι, δεδομένων αυτών των συνθηκών, η ακαμψία του συλλογισμού είναι ακατανόητη. Αλλά νομίζω ότι ο συλλογισμός είναι απλά μια συμφωνία μεταξύ των ανθρώπων να κατανοούν συγκεκριμένες έννοιες με τον ένα και ίδιο τρόπο, κάτι σαν κανόνας σε ένα παιχνίδι…».

Του απάντησα ότι στη σφαίρα της λογικής είχε φθάσει εκεί που είναι το κοινωνικό συμβόλαιο του Ρουσό στην κοινωνιολογία. Πήρε την παρατήρηση μου σαν αστείο. Πράγματι είναι εντελώς ακριβής και ίσως ακόμα και πολύ επιεικής η αξιολόγηση της λογικής μεθόδου του αντιπάλου μου. Αν κάποιος εξετάσει λεπτομερώς το ζήτημα, όπως θα έπρεπε, είναι δύσκολο να πιστέψει, ότι οποιοσδήποτε άνθρωπος στον εικοστό αιώνα με γνώση της επιστήμης, με γνώση της εξέλιξης, μπορούσε να μιλήσει για το συλλογισμό σαν να ήταν το προϊόν συμφωνίας μεταξύ των ανθρώπων. Ακριβώς σ’ αυτό φανερώνεται η εντελώς χωρίς ελπίδα οπισθοδρομικότητα της «επιστημονικής» μεθόδου αυτού του αντιδιαλεκτικού. Το να λες ότι οι άνθρωποι έχουν έλθει σε συμφωνία για το συλλογισμό είναι σαν να λες ότι οι άνθρωποι έχουν έλθει σε συμφωνία να έχουν ρουθούνια στις μύτες τους. Ο συλλογισμός δεν είναι λιγότερο ένα αντικειμενικό προϊόν της οργανικής ανάπτυξης, δηλαδή, της βιολογικής, ανθρωπολογικής και κοινωνικής ανάπτυξης της ανθρωπότητας απ’ ότι είναι τα διάφορα όργανα μας, μεταξύ αυτών το όργανο της όσφρησης μας.

Ο Αμερικανικός, η, γενικά ο Αγγλοσαξονικός εμπειρισμός εμπεριέχει και την τυπική λογική και σε υπανάπτυκτη μορφή τη διαλεκτική λογική, και δεν κάνει διάκριση μεταξύ τους. Ο πραγματισμός στο βαθμό που είναι κατανοητός, είναι ακριβώς η φιλοσοφία αυτού του μη διαφοροποιημένου συνδυασμού της τυπικής λογικής με τη διαλεκτική. Αλλά σε όλες εκείνες τις περιπτώσεις όπου ένας αντιπρόσωπος αυτής της εμπειρικής σχολής σκέψης αναγκάζεται να αφήσει το καταφύγιο του, όποτε αναγκάζεται να φέρει τη σκέψη του σε κάποιο συμπέρασμα, πέφτει στον πιο κοινό ορθολογισμό, δηλαδή, τότε αποδεικνύεται ανίκανος να ανέβει στο επίπεδο της διαλεκτικής. Αυτό συνέβη με το βρετανό αντίπαλο μου στο ζήτημα της διαλεκτικής.

* * *

Στο ζήτημα του συλλογισμού, ας εξετάσουμε το ακόλουθο επιχείρημα σε σχέση με το γιατί ο συλλογισμός απομακρυνόμενος από όλα αυτά που υπάρχουν, παραμένει μη μεταλλάξιμος: επειδή ο συλλογισμός είναι μια συμφωνία, στην οποία έφθασαν οι άνθρωποι μεταξύ τους, ότι κάθε έννοια θα παραμένει αναλλοίωτη κατά τη διάρκεια μιας συζήτησης, κλπ. Εδώ ο ορθολογισμός μας αποκαλύπτει την αχίλλειο πτέρνα του.

Όντας απόλυτα ανίκανος να περάσει μέσα στην αντικειμενική ιστορική φύση της κοινωνίας, ο Ρουσό θεώρησε την κοινωνία ως το προϊόν ενός συμβολαίου μεταξύ των ανθρώπων, με τον ίδιο τρόπο που οι φετιχιστές της τυπικής λογικής φθάνουν στη θεωρία του Ρουσό (του κοινωνικού συμβόλαιου) στη σφαίρα της γνώσης. Στοιχεία του συλλογισμού παίρνουμε και από τα ζώα. Το κοτόπουλο γνωρίζει ότι ο καρπός του σταριού είναι χρήσιμος, απαραίτητος και εύγευστος.

Αναγνωρίζει ένα συγκεκριμένο κομμάτι καρπού σαν εκείνο τον καρπό –του σταριού– με τον οποίο είναι εξοικειωμένο και επομένως εξάγει ένα λογικό συμπέρασμα χρησιμοποιώντας το ράμφος του.

Ο συλλογισμός του Αριστοτέλη είναι μια διαρθρωμένη έκφραση εκείνων των στοιχειωδών νοητικών συμπερασμάτων, τα οποία παρατηρούμε σε κάθε βήμα μεταξύ των ζώων. Το να μιλάμε επομένως για το συλλογισμό σαν το προϊόν ενός συμβολαίου, είναι απόλυτα παράλογο. Είναι δύο φορές παράλογο σε σχέση με το παρελθόν γιατί ορθολογικοποιεί ολόκληρη την προηγούμενη ιστορία μας και, επιπλέον, είναι ιδιαίτερα παράλογο σε σχέση με το μέλλον.

Βγαίνει το συμπέρασμα, ότι οι βιβλικοί και προβιβλικοί προγονοί μας ήταν ικανοί να φθάσουν σε μια συμφωνία που να αφορά τέτοιες μορφές σκέψης που να διατηρούν την αναγκαστική και ανυπέρβλητη δύναμή τους για τους χρόνους που θα έλθουν.

* * *

Η λογική σκέψη, η τυπική λογική σκέψη γενικά, είναι δομημένη στη βάση της λογικής παραγωγικής μεθόδου, προχωρώντας από ένα περισσότερο γενικό συλλογισμό, μέσω ενός αριθμού υποθέσεων, στο αναγκαι ο συμπέρασμα. Μια τέτοια αλυσίδα συλλογισμών ονομάζεται σωρείτης.

Είναι πασίγνωστο με τι ευκολία η Αγγλο-Σαξονική σκέψη σπάει την αλυσίδα των συλλογισμών και, κάτω από την επίδραση καθαρών εμπειρικών δεδομένων και υποθέσεων, φθάνει σε συμπεράσματα που δεν έχουν καμία σχέση με την προηγούμενη λογική αλυσίδα. Το βλέπουμε αυτό, ιδιαίτερα καθαρά, στη σφαίρα της πολιτικής, καθώς επίσης και σε άλλες σφαίρες. Η λατρεία του συλλογισμού δεν είναι καθόλου χαρακτηριστική της Αγγλο-Σαξονικής σκέψης. Το αντίθετο, είναι δυνατό να πούμε ότι αυτή η σχολή σκέψης διαχωρίζεται με μια κυρίαρχη εμπειρική περιφρόνηση από τον καθαρό συλλογισμό, η οποία δεν εμπόδισε τους Άγγλους από το να κάνουν τεράστιας σημασίας επιτεύγματα σε πολλές σφαίρες της επιστημονικής έρευνας.

Αν πράγματι κάποιος το εξετάζει όπως θα έπρεπε, τότε είναι αδύνατο να μη φθάσει στο συμπέρασμα, ότι η εμπειρική παραγνώριση του συλλογισμού είναι μια πρωτόγονη μορφή διαλεκτικής σκέψης. Με το σκοπό των καθαρά εμπειρικών διορθώσεων, οι Άγγλοι σώθηκαν από την τυπικο-λογική κενότητα του συλλογισμού, δηλαδή, σε κάποιο βαθμό κατόρθωσαν εκείνο, το οποίο μπορεί πληρέστερα, πολύ καλύτερα, σε μια πολύ μεγαλύτερη κλίμακα και πιο συστηματικά, να επιτευχθεί μέσα από τη διαλεκτική σκέψη.

* * *

Η Αγγλο-Σαξονική σκέψη και σε μεγάλο βαθμό η σκέψη των Γάλλων, με δυσκολία ταιριάζει στη διαλεκτική σκέψη εξαιτίας ιστορικών παραγόντων. Η Γαλλία είναι η πατρίδα του συλλογισμού. Ολόκληρη η πάλη ενάντια στη διαλεκτική διεξάγεται στο όνομα των κυριαρχικών δικαιωμάτων του συλλογισμού. Ο συλλογισμός θεωρείται όχι σαν ένα εργαλείο της συνείδησης μας στη διαδικασία της προσαρμογής της στη Φύση και στην αναπτυσσόμενη γνώση της Φύσης, με λίγα λόγια, όχι σαν ένας ψυχολογικός σχηματισμός που έχει μια σχετική, λογική, δηλαδή, συνειδητή αξία, αλλά μάλλον σαν ένα ξεχωριστό υπεριστορικό απόλυτο, το οποίο καθορίζει και ελέγχει όλες τις γνωστικές διαδικασίες μας και εξ’ αυτών τη συνείδηση μας (επίσης). Οι φετιχιστές της τυπικο-λογικής σκέψης (αντιπροσωπεύουν) μια μορφή λογικού ιδεαλισμού...

Η ανθρώπινη σκέψη έχει αφομοιώσει την κοσμογονία του Καντ και του Λαπλάς, τη γεωλογία του Λάιελ, τη βιολογία του Δαρβίνου, την κοινωνιολογία του Μαρξ, οι οποίες αναλύουν καθετί που υπάρχει στη διαδικασία της αδιάκοπης αλλαγής της, εξέλιξης, ανάπτυξης, καταστροφών κλπ. Αλλά για την τυπική λογική ο συλλογισμός παραμένει αμετάβλητος. Δεν εμφανίζεται ως ένα εργαλείο, ένας ιστορικός μοχλός της συνείδησης μας στη διαδικασία της προσαρμογής της στην εξωτερική Φύση με το σκοπό να μάθει για τη Φύση –με μια λέξη, όχι ως ένας συμπαγής ιστορικός σχηματισμός καθορισμένος από τις συνθήκες του χρόνου και του χώρου, συμπεριλαμβανόμενης της δομής της συνείδησής μας, το σκοπό της εμπειρίας της κλπ. Το αντίθετο, ο συλλογισμός εμφανίζεται ως ο μια για πάντα δεδομένος τρόπος κατανόησης εξωτερικών γεγονότων. Ο συλλογισμός στέκεται πάνω από αυτά τα γεγονότα, πάνω από την ίδια την ανθρωπότητα και τη συνείδησή της, πάνω από την ύλη, και είναι η αιώνια αρχή, αμετάλλακτος και παντοδύναμος, γιατί ελέγχει όλη τη δραστηριότητά μας. Με άλλα λόγια ο συλλογισμός επενδύεται με όλα όσα αποδίδονται στο Θεό.

* * *

Ο Δρ. Ντιούι γράφει ότι η άποψη μου για τον κόσμο είναι επηρεασμένη από την τελεολογία. Θέτω μπροστά μου συγκεκριμένους κοινωνικούς στόχους (σοσιαλισμό) και την ίδια στιγμή βγάζω το συμπέρασμα από αυτό, ότι η αντικειμενική ανάπτυξη της συνείδησής μου έχει προετοιμάσει όλες τις απαραίτητες συνθήκες για την πραγματοποίηση αυτών των στόχων. Η διαλεκτική με αυτή την έννοια εμφανίζεται στον Ντιούι να είναι συγγενής της θρησκείας, η οποία θεωρεί την ιστορική διαδικασία σαν την εκπλήρωση θείων συνταγών.

* * *

Σε καμιά περίπτωση δεν είναι επιτρεπτό να κατηγορούνται οι Αγγλο-Σάξονες για λατρεία του συλλογισμού. Το αντίθετο η σκέψη τους διαπερνάται με ένα πνεύμα συμβιβασμού στη μορφή του εμπειρισμού η στη μορφή του πραγματισμού, που είναι μερική έκφραση του ίδιου εμπειρισμού. Ένας Βρετανός εύκολα απομακρύνεται από το δημοκρατικό συλλογισμό του για να φορέσει τα κοντά του παντελόνια και να υποκλιθεί μπροστά στην Αυτού Μεγαλειότητα. Ένας άγγλος καθηγητής εύκολα σπάει το νήμα του συλλογισμού για να υποκλιθεί μπροστά στη θρησκεία. Οι Ενωμένες Πολιτείες έχουν εξολοκλήρου δανεισθεί αυτή την παράδοση.

Αλλά, αν ο Αγγλο-Σάξονας δεν θεωρεί τον εαυτό του, σε αντίθεση με τους Λατίνους, δεσμευμένο από την υποχρεωτική δύναμη του συλλογισμού, τότε προσπαθεί να υπερασπίσει τον εαυτό του μπροστά στην υψηλότερη μορφή της λογικής σκέψης, δηλαδή, τη διαλεκτική. Στην πάλη ενάντια στη διαλεκτική, η σε αυτοάμυνα ενάντια στη διαλεκτική, ο εμπειριστής η πραγματιστής Αγγλο-Σάξονας καταλήγει να είναι αιχμάλωτος του συλλογισμού, σαν την υψηλότερη και μοναδική αμετάβλητη μορφή ανθρώπινης σκέψης. Στην πάλη ενάντια στην επαναστατική διαλεκτική, ο συλλογισμός ακόμα παραμένει ένα καλύτερο η ένα λιγότερο συμβιβασμένο όπλο από τον εμπειρικό συμβιβασμό της θρησκείας. Παρόμοια, στην υπεράσπιση των συμφερόντων του βρετανικού ιμπεριαλισμού, μια έκκληση στη δημοκρατία εμφανίζεται περισσότερο πειστική απ’ ότι μια έκκληση στα δικαιώματα του Βρετανού μονάρχη.

* * *

«Δεν γνωρίζουμε τίποτα για τον κόσμο εκτός από ότι μας δίνεται μέσα από την εμπειρία». Αυτό είναι σωστό αν κάποιος δεν κατανοεί την εμπειρία με την έννοια της άμεσης μαρτυρίας των πέντε ξεχωριστών αισθήσεων μας. Αν αναγάγουμε το ζήτημα στην εμπειρία, με την στενή εμπειρική σημασία, μετά είναι αδύνατο για μας να φθάσουμε σε κάποια κρίση, που αφορά είτε την καταγωγή των ειδών, είτε, ακόμα λιγότερο, το σχηματισμό του φλοιού της γης. Το να λέμε ότι η βάση των πάντων είναι η εμπειρία, είναι σαν να λέμε πάρα πολλά η να μη λέμε τίποτα απολύτως. Η εμπειρία είναι η ενεργητική αλληλοσυσχέτιση μεταξύ υποκειμένου και αντικειμένου. Το να αναλύουμε την εμπειρία έξω από αυτή την κατηγορία, δηλαδή, έξω από το αντικειμενικό υλικό περιβάλλον του ερευνητή ο οποίος αντιπαρατίθεται σ’ αυτό και από μια άλλη σκοπιά είναι κομμάτι αυτού του περιβάλλοντος –το να το κάνουμε αυτό είναι σαν να διαλύουμε την εμπειρία σε μια άμορφη ενότητα, όπου δεν υπάρχει ούτε αντικείμενο, ούτε υποκείμενο, αλλά μόνο ο μυστικιστικός τύπος της εμπειρίας. «Πείραμα» η «εμπειρία» αυτού του είδους αρμόζει σε ένα βρέφος που είναι ακόμη στην κοιλιά της μάνας του, αλλά δυστυχώς το βρέφος στερείται την ευκαιρία να μοιραστεί τα επιστημονικά συμπεράσματα του πειράματος του.

* * *

Για να με χτυπήσει στο πιο ζωτικό σημείο ο Μπάρναμ με πληροφορεί ότι στα πανεπιστημιακά βιβλία διδασκαλίας της λογικής με τα οποία ασχολείται, η διαλεκτική δεν αναφέρεται καθόλου. Θα έπρεπε να προσθέσει ότι στα πανεπιστημιακά προγράμματα πολιτικής οικονομίας η θεωρία της αξίας του Μαρξ επίσης δεν αναφέρεται, η αναφέρεται μόνο για να καταδικαστεί. Και το κυριότερο που θα έπρεπε να είχε αναφερθεί είναι ότι στα πανεπιστημιακά βιβλία δεν υπάρχει αναφορά, παρά μόνο καταδίκη, του ιστορικού υλισμού. Στα μαθήματα πολιτικού δικαι ου δεν υπάρχει παρουσίαση, παρά μόνο καταδίκη, της σοσιαλιστικής άποψης για τις μορφές ιδιοκτησίας, κλπ... Από το γεγονός ότι η διαλεκτική δεν αναφέρεται στα πανεπιστημιακά βιβλία διδασκαλίας (είναι βασικό) να βγάλουμε κάποια συμπεράσματα για την ταξική φύση της επίσημης καθηγητικής κοινότητας –το φόβο της για την επανάσταση, την ανικανότητα της αστικής σκέψης να πάει πέρα από τα όρια των εμπειρικών καθηκόντων, κλπ. Για το Μπάρναμ και τους ομοίους του ο εξοβελισμός του μαρξισμού από την επίσημη καθηγητική κοινότητα είναι αρκετός για να αναιρεθεί ο επιστημονικός χαρακτήρας του μαρξισμού.

* * *

Το κοινό αίσθημα που αντιτίθεται στη θρησκεία είναι προοδευτικό. Το κοινό αίσθημα που αντιτίθεται στην επιστήμη είναι αντιδραστικό και ανόητο.

* * *

Ο αφορισμός της Αντιπολίτευσης της Αυτού Μεγαλειότητας, «Το κράτος φτιάχτηκε για τον άνθρωπο και όχι ο άνθρωπος για το κράτος» αντιπροσωπεύει ένα κυκλικό μοντέλο εθνικιστικής, ορθολογιστικής σκέψης. Στην πραγματικότητα αυτός ο αφορισμός εκφράζει απλά τα αιτήματα του αστού να ενοχλείται όσο το δυνατό λιγότερο από το κράτος. Από επιστημονική άποψη αυτός ο αφορισμός δεν εκφράζει ούτε κατά τον ελάχιστο τρόπο μια σωστή σχέση μεταξύ του ατόμου και του κράτους. Το άτομο στο σύγχρονο κόσμο σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό έχει δημιουργηθεί από το κράτος απ’ ότι το κράτος από το άτομο. Αυτός είναι ο λόγος που θεωρείται ακραία ορθολογικοποίηση το να εκχωρείται στη δημιουργία του κράτους ένας συγκεκριμένος στόχος που υπαγορεύεται από τα ατομικά προσωπικά συμφέροντα.


Πίσω στα Αρχεία Λεόν Τρότσκι
Πίσω στη Μαρξιστική Βιβλιοθήκη